ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (41)

PigadiΟ Παύλος ονειρεύτηκε ότι προχωρούσε μόνος με απλωμένα τα χέρια του, ψηλαφίζοντας μέσα στο σκοτάδι. Μάταια προσπαθούσε να διακρίνει το δρόμο ή ν’ ακούσει κάποιον για να τον οδηγήσει στο σωστό μονοπάτι. Ξαφνικά, ένοιωσε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του κι αυτός να βουλιάζει, πέφτοντας προς τα κάτω, ώσπου χτύπησε στον πάτο ενός σκοτεινού πηγαδιού.

Τρομαγμένος κοίταξε ψηλά προς το άνοιγμα του πηγαδιού και είδε ένα φωτεινό αστέρι, που όμως δε μπορούσε να τον βοηθήσει. Όλο το κορμί του πονούσε κι απελπισμένος φώναξε:

- Βοήθεια! Βοήθεια!

Ο αντίλαλος της φωνής του φαινόταν να τον ειρωνεύεται και το αστέρι να χαμογελά μελαγχολικά.

Μετά από λίγο είδε στο άνοιγμα της τρύπας έναν καλοντυμένο κύριο, που τον κοιτούσε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Κουνώντας το χέρι του έλεγε:

- Πώς βρέθηκες μικρέ μου εκεί κάτω, δεν πρόσεξες;

Και πριν προλάβει ο Παύλος να απαντήσει, εκείνος ο κύριος συνέχισε:

- Αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις. Τα σκοτεινά πηγάδια δεν είναι ασφαλής τόπος για τα μικρά παιδιά.

- Κύριε, σας παρακαλώ, βοηθήστε με. Ούτε κι εγώ το κατάλαβα πώς βρέθηκα μέσα σ’ αυτό το πηγάδι. Φοβάμαι και πονάω πολύ. Δεν έσκυψε, όμως, να τον βγάλει από το πηγάδι και απομακρύνθηκε λέγοντας:

- Απρόσεκτο παιδί! Ανόητο παιδί!

Σε λίγο φάνηκε ένας γεροδεμένος άντρας.

- Κύριε! Όποιος κι αν είστε, φαίνεστε δυνατός. Σας παρακαλώ βγάλτε με από δω μέσα, φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη ο Παύλος.

- Αγόρι μου, αυτό που έκανες να μην το ξανακάνεις. Θα σου δώσω τώρα μερικούς κανόνες, που θα σε βοηθήσουν να μην επαναλάβεις το ίδιο σφάλμα, είπε ο ρωμαλέος άνδρας με αυστηρότητα.

Πήρε μολύβι και χαρτί κι άρχισε να γράφει σε χαρτί τους «Κανόνες καλής συμπεριφοράς» και επιδεικτικά φεύγοντας, πέταξε το χαρτί στον Παύλο. Ο Παύλος φωνάξε απελπισμένος:

- Εδώ μέσα που βρίσκομαι, δεν με ωφελούν οι κανόνες σου. Εγώ έχω ανάγκη από κάποιον που θα με βοηθήσει να βγω από το βούρκο.

Ξαφνικά έλαμψε ένα φως και είδε κάποιον να κατεβαίνει και να στέκεται δίπλα του. Τα ρούχα του ήταν ολόλευκα και παρόλο που πατούσε μέσα στο βούρκο, τα πόδια του παρέμειναν καθαρά! Η μορφή του ήταν γλυκιά και το βλέμμα του γαλήνιο!

Ο Παύλος ένοιωσε τα δυνατά του χέρια να τον αγκαλιάζουν, να τον βγάζουν από το βούρκο και να τον ανεβάζουν ψηλά. Αφού βγήκαν στο ξέφωτο, τον έστησε πάνω σ’ ένα βράχο. Ο Παύλος θαμπώθηκε από το φως κι όταν συνήλθε, πρόσεξε ότι το μέτωπο του ξένου ήταν ματωμένο και τα χέρια του τρυπημένα από τα καρφιά. Τότε ο Παύλος τον αναγνώρισε!

Ο Ιησούς! Φώναξε συγκινημένος και Τον προσκύνησε.

Παιδιά μου το όνειρο αυτό έχει κάποιο νόημα. Ο Παύλος δεν πρόσεξε στη ζωή του κι έπεσε μέσα στο βούρκο της αμαρτίας. Όταν κατάλαβε το λάθος του, φώναξε για βοήθεια.

Όπως ο Παύλος έκλαψε για την κατάντια του και φώναξε για βοήθεια, το ίδιο κάνε κι εσύ παιδί μου και ο Ιησούς Χριστός θα σε σώσει. «Γιατί ο Χριστός είναι το τέλος του νόμου, αφού εκπληρώνει το σκοπό του, δίνοντας τη σωτηρία σε όποιον πιστεύει» (Ρωμαίους 10:4).

Aggeloikaiboskoi«Πρέπει να βρούμε κάποιον που θέλει ν’ ακούσει τα καλά νέα», είπαν οι άγγελοι μεταξύ τους, καθώς πετούσαν ανάλαφρα πάνω από τη Βηθλεέμ που κοιμόταν. «Ίσως βρούμε κάποιον στο σπίτι αυτό που έχει αναμμένο φως. Να, βλέπω κάποιον. Ίσως αυτός θέλει να μας ακούσει», ψιθύρισαν μεταξύ τους.

Οι άγγελοι φτερούγισαν γύρω από έναν άνθρωπο, που ήταν σκυφτός πάνω από ένα τραπέζι φορτωμένο με χρήματα. Ήταν ένας τελώνης που αχόρταγα κοιτούσε τα νομίσματα, που είχε εισπράξει τη μέρα εκείνη. Σκεφτόταν να βρει τρόπους να κρατήσει τα περισσότερα χρήματα για τον εαυτό του.

Η φωνή της πλεονεξίας ήταν τόσο δυνατή που σκέπασε τη φωνή των αγγέλων. Ούτε το απαλό φτερούγισμα των αγγέλων άκουσε, ούτε την υμνωδία τους με τα χαρμόσυνα νέα.

«Βλέπω φώτα κι ακούω φωνές μέσα σ’ εκείνο το αρχοντόσπιτο. Ίσως βρούμε κάποιον εκεί, που θα ήταν πρόθυμος ν’ ακούσει τα καλά νέα. Πάμε λοιπόν», είπαν οι άγγελοι.

Τι απογοήτευση όμως! Οι άγγελοι ούτε καν μπόρεσαν να ψάλλουν και να τους φέρουν τα καλά νέα. Στο σπίτι αυτό, όλοι ήταν τόσο απασχολημένοι με το γλέντι, το φαγοπότι και τα δικά τους τα τραγούδια. Δεν είχαν καιρό ν’ ακούσουν τα καλά νέα. Η φωνή της διασκέδασης έπνιξε το χαρμόσυνο μήνυμα των αγγέλων.

«Βλέπω δύο Ρωμαίους στρατιώτες στην πύλη της Βηθλεέμ. Ίσως οι καρδιές τους είναι έτοιμες ν’ ακούσουν τα καλά νέα».

Οι άγγελοι φτερούγισαν πάνω από τους φρουρούς, που φύλαγαν μην τυχόν και γίνουν επεισόδια με τον τόσο κόσμο, που ερχόταν στην Βηθλεέμ για ν’ απογραφεί. Τους είδαν που ειρωνεύονταν και κακομεταχειρίζονταν τους ταξιδιώτες και κατάλαβαν πως, κι αν ακόμα άκουγαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες τα καλά νέα, δεν θα τα πίστευαν.

«Πρέπει να βρούμε κάποιον που θ’ ακούσει τα καλά νέα», είπαν οι άγγελοι και πέταξαν ξανά και ξανά πάνω από τη Βηθλεέμ που κοιμόταν βαθιά, με την ελπίδα μήπως βρουν έστω κι έναν που να ήταν πρόθυμος ν’ ακούσει τα χαρμόσυνα νέα.

«Κοίτα, πέρα μακριά στους λόφους! Βλέπω μερικούς βοσκούς καθισμένους γύρω από τη φωτιά».

Με μια ελπίδα στην καρδιά, πέταξαν και πλησίασαν τους βοσκούς, που φύλαγαν τα πρόβατά τους. Ήταν άνθρωποι απλοί και πιστοί στα καθήκοντά τους. Μιλούσαν με καλοσύνη μεταξύ τους. Έβλεπαν γύρω τους τη δημιουργία του Θεού με ευγνωμοσύνη στην καρδιά τους. Τους άκουσαν να ψάλλουν τα λόγια κάποιας προφητείας.

«Αυτοί οι άνθρωποι είναι έτοιμοι ν’ ακούσουν τα καλά νέα», είπαν χαρούμενοι οι άγγελοι κι ένωσαν τις φωνές με το πλήθος των αγγέλων.

«Μην τρομάζετε! Να! Σας φέρνω χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει με χαρά μεγάλη όλον τον κόσμο. Γιατί σήμερα στην πόλη του Δαβίδ γεννήθηκε για σας Σωτήρας – κι αυτός είναι ο Χριστός, ο Κύριος» (Λουκάς 2:10-11).

Και έτσι οι βοσκοί ήταν οι μόνοι που άκουσαν τα καλά νέα, γιατί οι καρδιές τους ήταν έτοιμες κι εναρμονισμένες με την καρδιά του Θεού.

Άραγε εμείς με ποιους μοιάζουμε; Θέλουμε να ακούσουμε τα καλά νέα του Ευαγγελίου ή είμαστε γεμάτοι με τα δικά μας προβλήματα και με τις δικές μας ασχολίες; Τα παιχνίδια, οι παρέες, η διασκέδαση και τα διαβάσματα ας μην μας πνίγουν. Ας μη μας κάνουν απρόθυμους να ακούσουμε το μοναδικό μήνυμα της χαράς και της ελπίδας, που οι άγγελοι θέλουν να μας μεταφέρουν.

PATINIAΗ Βάσω είχε ήδη αποφασίσει τι δώρο θα ήθελε για τα γενέθλιά της: Ένα ζευγάρι πατίνια. Όταν το είπε στους γονείς της όμως η μητέρα της την ειδοποίησε: «Στην αρχή θα δυσκολευτείς. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις». Η Βάσω όμως επέμενε να θέλει πολύ τα πατίνια. Όλη τη μέρα τα σκεφτόταν και όλη τη νύχτα τα ονειρευόταν.

Επιτέλους, όταν έφτασε η τιμητική της μέρα, οι φίλοι και οι συγγενείς άρχισαν όλοι να έρχονται με τα δώρα τους στα χέρια. Όταν έσβησε τα εννέα κεράκια στην τούρτα, ανυπόμονη άρχισε να ανοίγει τα δώρα.

Το πρώτο που άνοιξε ήταν από τους γονείς της και η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Οι γονείς της δεν την απογοήτεψαν. Μέσα στο κουτί υπήρχαν τα πιο ωραία και φανταχτερά πατίνια και μάλιστα ακριβώς στο νούμερό της!

Την επόμενη μέρα κιόλας, πρωί–πρωί, βιάστηκε να τα φορέσει. Τρομαγμένη όμως διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να κατευθύνει τα πόδια της. Οι ρόδες γλιστρούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις και γρήγορα έπεσε κάτω με δύναμη.

«Αχ! Μαμάαα! Πονάω πολύ», φώναξε. Η μητέρα της όμως ήταν απασχολημένη και δεν την άκουσε.

«Πρέπει να προσπαθήσω πάλι», σκέφτηκε κι έκανε να σηκωθεί. Μόλις όμως πάτησε στο ένα πόδι το άλλο γλίστρησε προς τα πίσω και … μπουμ! η Βάσω έπεσε με τα μούτρα στο πλακόστρωτο. Σιγά-σιγά ξανασηκώθηκε και προσπάθησε, τα πόδια της όμως πήγαιναν πέρα δώθε, ώσπου σωριάστηκε κατά γης.

Η Βάσω απελπίστηκε γιατί πονούσε παντού. Όπως ήταν καθισμένη κατά γης άρχισε να κλαίει και να μονολογεί. «Καλύτερα θα ήταν να ζητούσα μια καινούργια κούκλα, ή ένα καροτσάκι για την αγαπημένη μου κούκλα. Τι τα θέλω αυτά τα παλιοπατίνια;» είπε και τα πέταξε νευριασμένη στο χωλ.

Η μητέρα της, που άκουσε το θόρυβο, τη ρώτησε: «Τι έγινε; Βαρέθηκες κιόλας;»

«Όσο κι αν προσπαθώ δεν τα καταφέρνω», απάντησε με αγανάκτηση η Βάσω. «Πέφτω συνέχεια και πονάω παντού.»

«Μην απογοητεύεσαι τόσο εύκολα. Όλοι στην αρχή στην αρχή δυσκολεύονται. Με λίγη προσπάθεια θα τα καταφέρεις», την ενθάρρυνε η μητέρα.

«Προσπάθησα και απέτυχα. Πονάω! Πονάω! Δεν με καταλαβαίνεις μαμά;»

«Μην κάνεις έτσι. Όλα τα παιδιά πέφτανε στην αρχή, ύστερα όμως τα κατάφεραν. Έλα εγώ θα σε βοηθήσω», είπε η μητέρα και την χάιδεψε τρυφερά.

Η Βάσω σηκώθηκε με ανακούφιση, φόρεσε και πάλι τα πατίνια, κράτησε το χέρι της μαμάς και με τη βοήθειά της, σιγά-σιγά, έμαθε να ισορροπεί και να πέφτει λιγότερες φορές. Η μητέρα της με το χαμόγελό της και τον καλό της λόγο της έδινε κουράγιο.

«Μπορείς! Και βέβαια μπορείς, αρκεί να συνεχίσεις να προσπαθείς. Η ζωή είναι μια διαρκής προσπάθεια. Μόνο αυτός που προσπαθεί και επιμένει, πετυχαίνει στη ζωή», τη συμβούλεψε η μητέρα της.

Η Βάσω κράτησε τη σοφή συμβουλή της μητέρα της και συνέχισε να προσπαθεί, ώσπου ήρθε η ποθητή μέρα που πάτησε με σιγουριά, άπλωσε τα χέρια της και χαμογελαστή ρόλαρε μαζί με όλες τις φίλες της. Η επιμονή και η προσπάθεια έκαναν το όνειρο της Βάσως πραγματικότητα.

Ο απόστολος Παύλος είναι ένα λαμπρό παράδειγμα επιμονής για όλους μας. Η ζωή του ήταν μια διαρκής προσπάθεια, γι’ αυτό μπόρεσε να πει στο τέλος της ζωής του: «Αγωνίστηκα τον ωραίο αγώνα, έτρεξα το δρόμο ως το τέλος, φύλαξα την πίστη. Τώρα πια με περιμένει το στεφάνι της δικαιοσύνης, που μ’ αυτό θα με ανταμείψει ο Κύριος εκείνη τη μέρα, ο δίκαιος κριτής. Κι όχι μόνο εμένα, αλλά κι όλους εκείνους που περιμένουν τον ερχομό του» (Β’ Τιμοθέου 4:7,8).

alogakia– Μπορώ μαμά να πάω με το Νίκο στο πανηγύρι; Θέλω να ανέβω στ’ αλογάκια, είπε ο δεκάχρονος Στέφανος ικετευτικά.

– Όχι, δε μπορείς, απάντησε η μητέρα κοφτά.

– Μα υποσχέθηκα στο Νίκο να πάω μαζί του, ξαναείπε ο Στέφανος.

– Λυπάμαι, αλλά δεν έπρεπε να του υποσχεθείς τίποτα πριν με ρωτήσεις. Τώρα να πας να του πεις ότι δεν σου το επιτρέπω, είπε η μητέρα του αυστηρά.

– Μα γιατί; Ποιος είναι ο λόγος που δεν μπορώ να πάω, είπε ο Στέφανος χτυπώντας το πόδι του καταγής.

– Για δύο λόγους, απάντησε ήρεμα η μητέρα του. Ήσουν άρρωστος και ακόμα δεν είσαι καλά και γιατί δεν εμπιστεύομαι εκείνο το παιχνίδι με τα αλογάκια. Μου φαίνεται πολύ φθαρμένο κι έτοιμο να διαλυθεί.

– Εσένα σου φαίνεται έτσι μαμά. Το παιχνίδι είναι πολύ διασκεδαστικό και νοιώθω μια χαρά. Δεν πονάω πουθενά, αλήθεια σου λέω, συνέχισε να επιμένει ο Στέφανος.

– Σταμάτα να επιμένεις και πήγαινε να μελετήσεις το πιάνο σου, πρόσταξε η μητέρα του σε αυστηρό τόνο.

Ο Στέφανος πήγε στο πιάνο, όμως το μυαλό του ήταν στο πανηγύρι. Από καιρό σχεδίαζαν με το φίλο του να ανέβουν στα αλογάκια και μάζευαν το χαρτζιλίκι τους. Όταν σε κάποια στιγμή βεβαιώθηκε ότι η μητέρα του ήταν απασχολημένη, βγήκε αθόρυβα για να συναντήσει το Νίκο.

– Η μαμά μου δε μου δίνει την άδεια, του είπε στενοχωρημένος.

– Έλα καημένε και η δικιά μου η μαμά δε με αφήνει, αλλά εγώ θα βρω τον τρόπο να ξεφύγω. Μη φοβάσαι, θα γυρίσουμε γρήγορα κι όλα θα πάνε καλά.

Ο Νίκος συνέχισε να επιμένει, ώσπου ο Στέφανος υποχώρησε. Έτσι όταν βεβαιώθηκε ότι η μητέρα του δεν τους έβλεπε είπε χαμηλόφωνα:

– Εντάξει, θα έρθω, όμως για μια γύρα και θα γυρίσω γρήγορα πριν η μαμά μου αντιληφθεί την απουσία μου.

– Αυτός είσαι! Είπε ο Νίκος και του έσφιξε το χέρι.

Τα δυο αγόρια έτρεξαν στην αλάνα όπου ήταν το παιχνίδι. Η μουσική και τα πολύχρωμα αλογάκια που πήγαιναν γύρω-γύρω τους ενθουσίασαν. Αγόρασαν τα εισιτήρια και μόλις σταμάτησαν τα αλογάκια ανέβηκαν. Ήταν πολύ διασκεδαστικό και έτσι αποφάσισαν να το δευτερώσουν και να το τριτώσουν. Σε κάποια στιγμή όμως τα αλογάκια άρχισαν να ανεβοκατεβαίνουν σαν τρελά και ο μύλος να γυρίζει όλο και πιο γρήγορα. Η μηχανή έτριζε και η μουσική έχανε το ρυθμό της. Ο υπεύθυνος πανικοβλημένος, μάταια προσπαθούσε να σταματήσει την κίνηση του μύλου.

Έντρομος τότε ο Στέφανος φώναξε: «Ζαλίζομαι, ανακατεύομαι. Σταματήστε το! Σταματήστε το»! Κανένας όμως δε μπορούσε να σταματήσει το μύλο. Τα παιδιά κρατούσαν σφιχτά τα σχοινιά και τσίριζαν. Ξαφνικά ακούστηκε ένας τρομερός κρότος και ο μύλος διαλύθηκε! Ο Στέφανος πετάχτηκε μακριά και σωριάστηκε πάνω στα χαλίκια και ο Νίκος βρέθηκε πεσμένος στην άλλη μεριά του μύλου. Ανάμεσα από συντρίμμια μάζεψαν όλα τα παιδιά, που αμέριμνα διασκέδαζαν. Όλα ήταν τραυματισμένα και, όταν ήρθε το ασθενοφόρο, τα μετέφερε στο νοσοκομείο.

Οι δυο μητέρες, όταν έμαθαν τι έγινε, έτρεξαν στο νοσοκομείο. Δυσκολεύτηκαν εκεί να αναγνωρίσουν το Στέφανο και το Νίκο, γιατί παντού ήταν χτυπημένοι και φασκιωμένοι. Δεν χρειάζεται να σας πω πόσο μετάνιωσε ο Στέφανος που δεν άκουσε τη μητέρα του και παρασύρθηκε από το Νίκο.

Ύστερα από ανακρίσεις, διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο εκείνο παιχνίδι με τα αλογάκια λειτουργούσε χωρίς άδεια και ο υπεύθυνος που συνελήφθη δεν ήξερε να το χειρίζεται. Η μητέρα του Στέφανου λοιπόν είχε δίκιο και αν ο Στέφανος την άκουγε δεν πάθαινε ό,τι έπαθε. Στα Λόγια του Θεού, που μας προστατεύουν διαβάζουμε : «Παιδιά μου, μην αφήνετε κανέναν να σας παρασύρει. Όποιος πράττει το σωστό, αυτός είναι δίκαιος, όπως ακριβώς ο Χριστός είναι δίκαιος» (Α΄ Ιωάννου 3,7).

koritsiagiagrafiΧαρούμενη η Ελένη έτρεξε, όταν είδε ότι είχε έρθει ένα γράμμα από την εξαδέλφη της, την Ευγενία. Η Ευγενία χαρούμενη έγραφε ότι κέρδισε μια υποτροφία από το κατηχητικό σχολείο, επειδή αποστήθισε τριάντα χωρία από την Αγία Γραφή. Έτσι χωρίς να της στοιχίσει τίποτα, θα μπορούσε να βρίσκεται για όλη την περίοδο στη θερινή κατασκήνωση. Στο γράμμα της η Ευγενία επίσης έγραφε πόσο όμορφος ήταν ο τόπος στην κατασκήνωση.

Η Ελένη, όταν διάβασε το γράμμα, είπε στη μητέρα της:

Μακάρι και το δικό μας κατηχητικό σχολείο να οργάνωνε ένα τέτοιο διαγωνισμό.

Ελενίτσα μου, εγώ έχω μάθει πάρα πολλά χωρία από μικρή που πήγαινα στο κατηχητικό σχολείο. Αν και δεν μου δόθηκε καμιά υποτροφία, είμαι ευχαριστημένη που τα έμαθα. Κάθε φορά που αντιμετωπίζω κάποια δυσκολία ή θέλω να μάθω το θέλημα του Θεού για τη ζωή μου, τα χωρία αυτά με βοηθούν και με στηρίζουν πολύ.

Η Ελένη σκέφτηκε για λίγο και είπε:

Μαμά θέλω κι εγώ να γεμίσω το μυαλό μου με τα λόγια του Θεού. Θέλεις να με βοηθήσεις να σημειώσω ορισμένα χωρία που είναι κατάλληλα για μένα;

Έτσι η Ελένη το’ βαλε σκοπό της να μαθαίνει ένα χωρίο κάθε μέρα.

Όταν κάποια φορά η μητέρα της ζήτησε να πλύνει τα πιάτα, η Ελένη ήταν έτοιμη να αντιδράσει.

Μαμά, όχι τώρα. Οι φίλες μου με περιμένουν για να παίξουμε. Εκείνη τη στιγμή όμως θυμήθηκε το χωρίο που έμαθε: «Τα παιδιά να υπακούτε τους γονείς σας στο κάθε τι, γιατί αυτό ευχαριστεί τον Κύριο» (Κολοσσαείς 3:20). Έτσι η Ελένη χωρίς γκρίνια βοήθησε τη μητέρα της και μετά πήγε να παίξει.

Μια άλλη φορά τα παιδιά κατηγορούσαν και κουτσομπόλευαν το καινούργιο κορίτσι που ήρθε στην τάξη. Η Ελένη θυμήθηκε το χωρίο που έλεγε: «Κανένας βλαβερός λόγος ας μη βγαίνει από το στόμα σας παρά μόνο ωφέλιμος, που να μπορεί να οικοδομήσει, όταν χρειάζεται και να κάνει καλό σ’ αυτούς που τον ακούνε» (Εφεσίους 4:29). Έτσι πήρε θάρρος να πει στις φίλες της ότι δεν ήταν σωστό να κουτσομπολεύουν κάποιο πρόσωπο που απουσιάζει από την παρέα.

Αγαπητά μου παιδιά, η μεγαλύτερη ευλογία για τη ζωή σας θα φανερωθεί, όταν πάρετε μια Αγία Γραφή και αρχίσετε να αποστηθίζετε τα λόγια του Θεού. Τώρα που το μυαλό σας και η καρδιά σας είναι σαν μια λευκή, άγραφη σελίδα, γεμίστε το με τα λόγια του Θεού. Αυτά τα λόγια μπορούν να σας προστατέψουν από πολλές παγίδες στη ζωή σας. Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε: «Μες στην καρδιά μου διατηρώ τα λόγια σου για να μην αμαρτήσω απέναντί σου» (Ψαλμός 119:11).

 

Σελίδα 5 από 9

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top