atakta paidia 760x551

Η Αγάπη και η Υπομονή Νίκησαν

Ο κύριος Καλοσυνάτος ζούσε με την οικογένειά του στη μεγάλη πολιτεία. Στην πολυκατοικία του, την περασμένη εβδομάδα, εγκαταστάθηκε ένας καινούργιος γείτονας, ο κύριος Κατσούφης με τη γυναίκα του, την κυρία Γκρίνια και τα παιδιά τους, τον Αταχτούλη και τη Σκανταλιάρα.

Από την πρώτη μέρα που ήρθαν, η ζωή της πολυκατοικίας άλλαξε τελείως. Φωνές ακούγονταν και καυγάδες όλη την ημέρα και τη νύχτα αργούσαν να ησυχάσουν. Όλοι είχαν παράπονα και κανένας δεν τους ήθελε, ούτε τους δεχόταν. Μάλιστα, μετά από μερικούς μήνες, αποφάσισαν να καλέσουν την αστυνομία. Ο μόνος που έφερε αντίρρηση ήταν ο κύριος Καλοσυνάτος. Αυτός αποφάσισε να τους καλέσει μια μέρα στο σπίτι του, για να γνωριστούν καλύτερα.

Η πολυπόθητη βραδιά έφτασε και, όταν η οικογένεια εισέβαλε στο σπίτι του κυρίου Καλοσυνάτου, οι καταστροφές διαδέχονταν η μια την άλλη. Τα παιδιά δεν ήξεραν να παίζουν με ηρεμία, με αποτέλεσμα τα παιχνίδια να διαλύονται και οι κραυγές τους να συμπληρώνουν αυτή την καταστροφική τους μανία. Οι γονείς τους διαρκώς διαφωνούσαν και έτσι κάθε συζήτηση κατέληγε σε καβγά.

Η οικογένεια όμως του κυρίου Καλοσυνάτου με υπομονή και αγάπη τους περιποιήθηκε, χωρίς να σχολιάσει τη συμπεριφορά τους. Στο τέλος της βραδιάς, καθώς έφευγαν τους ξανακάλεσαν.

Ο κύριος Κατσούφης, απόρησε και δειλά – δειλά τους ευχαρίστησε για όλα και εκείνο το βράδυ δεν ακούστηκαν φωνές στο σπίτι του κυρίου Κατσούφη.

Από εκείνο το βράδυ άρχισε ν’ ακούγεται λιγότερο η οικογένεια εκείνη. Οι επισκέψεις στο σπίτι του κυρίου Καλοσυνάτου έγιναν πιο συχνές και έτσι, τελικά η αγάπη και η καλοσύνη νίκησαν.

paidiekklhsia

Το Δίλημμα της Γεωργίας

Με μεγάλη χαρά η Γεωργία περίμενε το μεγάλο πανηγύρι για τη γιορτή της Παναγίας. Έκανε σχέδια στο νου της για το πώς θα περάσει, τι θ’ αγοράσει από τους διάφορους πάγκους, μετά τη Λειτουργία.

Το βράδυ της παραμονής, στο σπίτι με τη μητέρα της συζητούν κι ενώ η Γεωργία μ’ ενθουσιασμό τής περιγράφει τα σχέδιά της για την αυριανή μέρα, εκείνη όλο σοβαρότητα της λέει:

- Ξέρεις παιδί μου, έπεσε πολύ δουλειά και πρέπει να εργαστώ στο κατάστημα. Έτσι, δεν θα μπορέσουμε να πάμε μαζί στο πανηγύρι. Μπορείς όμως, αν θέλεις, να πας μόνη σου.

- Μόνη μου;

- Ναι, όπως άκουσες, μόνη σου. Νομίζω ότι είσαι αρκετά μεγάλη, ώστε να μπορείς να το κάνεις αυτό.

- Πολύ καλά μητέρα.

Η επόμενη μέρα δεν άργησε να έρθει. Ενθουσιασμένη η Γεωργία ετοιμάζεται από νωρίς, γιατί θέλει να προλάβει και τη Λειτουργία. Λίγο πριν φύγει, η μητέρα της Γεωργίας της έδωσε κάποια λιγοστά χρήματα.

- Αυτά για την εκκλησία και για ν’ αγοράσεις κάτι, ό,τι εσύ θέλεις. Μοίρασέ τα όπως εσύ νομίζεις.

Η Γεωργία τα έβαλε στην τσέπη της, χωρίς να κοιτάξει πόσα ήταν. Μόνο όταν πλησίασε στην εκκλησία, θέλησε να τα μετρήσει, για να μπορέσει να τα ξεχωρίσει. «Αυτό είναι το πιο δίκαιο» σκέφτηκε, «μισά για μένα και μισά για τον Θεό».

Όταν όμως έβαλε το χέρι στην τσέπη της και είδε ότι είχε μόνο δύο κέρματα, ένα μικρότερης αξίας και ένα μεγαλύτερης, βρέθηκε σε δίλημμα. Ποιο να κρατούσε και ποιο να έδινε; Ποιο ήταν το πιο σωστό;

Σκεπτόμενη αυτά, έφτασε στην εκκλησία και τότε, χωρίς καμιά αμφιβολία, τα έδωσε όλα, άναψε το κεράκι της και κάθισε ήσυχα για να παρακολουθήσει τη Λειτουργία. Όταν τέλειωσε, έκανε μια ωραία βόλτα στους διάφορους πάγκους και το βραδάκι νωρίς επέστρεψε στο σπίτι, αρκετά πεινασμένη.

Όταν ζήτησε από τη μητέρα της να φάει κάτι, εκείνη όλο απορία την ρώτησε:

– Μα με τα χρήματα που είχες δεν πήρες τίποτα;

– Όχι μητέρα, προτίμησα να τα δώσω όλα στην εκκλησία.

– Μπράβο κόρη μου. Να θυμάσαι ότι ο Θεός δεν ξεχνά και, όταν εμείς προσφέρουμε ένα, Εκείνος μας χαρίζει εκατό.

gifts

Τα Δώρα

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό χωριό ζούσε μια φτωχή γυναίκα. Ήταν υπηρέτρια στην αυλή του βασιλιά για να μπορεί να κερδίζει κάποια χρήματα. Είχε κι ένα μικρό γιο που πήγαινε στο σχολείο και μάλιστα ήταν καλός μαθητής. Κάποια μέρα όμως το παιδί της αρρώστησε σοβαρά και επειδή ήταν πολύ αδύνατο η μάνα του φώναξε το γιατρό.

Ο γιατρός εξέτασε το μικρό παιδάκι και καθησύχασε τη μητέρα του. Τη συμβούλεψε όμως το μικρό παιδάκι να τρέφεται κανονικά και να του μαγειρεύει κρεατάκι για να μπορέσει να δυναμώσει και να ξεπεράσει την αδυναμία του. Τότε η μάνα εκείνη καταστενοχωρημένη σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βρει τα χρήματα.

Την επόμενη μέρα, καθώς πήγαινε για να δουλέψει στο παλάτι του βασιλιά, πέρασε από ένα κατάστημα. Είδε εκεί ένα σωρό καλούδια που θα ήθελε να τα αγοράσει για το μικρό άρρωστο αγοράκι της.

- Αχ και να είχα λίγα από δαύτα, σκέφτηκε. Πλησίασε τότε κάποιον και τον ρώτησε πόσο κόστιζαν μερικά από εκείνα τα πράγματα, για να τα αγόραζε.

- Δεν υπάρχει τίποτα για πούλημα κυρά μου, της απάντησε τότε εκείνος και την έδιωξε.

Την επόμενη μέρα η γυναίκα πλησίασε κάποιον άλλον και πάλι τον ξαναρώτησε, χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Την τρίτη μέρα, την έδιωξαν εκνευρισμένοι.

Άκουσε όμως τη φασαρία η κόρη του βασιλιά και βγήκε για να ρωτήσει τι συμβαίνει. Οι υπάλληλοι της εξήγησαν και τότε εκείνη στράφηκε στη γυναίκα και της λέει:

Ο πατέρας μου είναι βασιλιάς και όχι έμπορος. Δεν πουλά, μπορεί όμως να σου χαρίσει κάτι αν του ζητήσεις. Ζήτησέ το και θα το πάρεις.

Έτσι ακριβώς έγινε καλά μου παιδιά. Η γυναίκα εκείνη πήγε στο βασιλιά και όταν του ζήτησε, πήρε από εκείνον ό,τι χρειαζόταν.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον Βασιλιά των βασιλιάδων, τον Κύριο του σύμπαντος, τον Ιησού Χριστό. Τίποτα δεν πουλά κι Εκείνος. Απλά μας το χαρίζει, αρκεί να Τον πιστεύουμε και να Τον αγαπάμε.

 

Ο Αγαθός Νους

 

Η όραση του σώματος είναι τα μάτια. Η όραση της ψυχής είναι ο νους. Και όπως το σώμα που δεν έχει μάτια είναι τυφλό και δεν βλέπει τον ήλιο που φωτίζει όλη τη γη και τη θάλασσα και ούτε μπορεί να απολαύσει το φως, έτσι και η ψυχή. Αν δεν έχει αγαθό νου και καλό τρόπο ζωής, είναι τυφλή και δεν αντιλαμβάνεται τον Θεό, τον πλάστη και ευεργέτη όλων, ούτε Τον δοξάζει και ούτε μπορεί να απολαύσει την αφθαρσία Του και τα αιώνια αγαθά.

Ο Καλός ΠαππούςPAPPOYSEGGONIA

Ο Δημήτρης και η Σοφούλα κάθε μέρα με αγωνία περίμεναν εκείνη την ώρα που ο καλός παππούς τους θα τους φώναζε κοντά στην πολυθρόνα του, για να τους πει τις όμορφες ιστορίες του. Τους έλεγε πώς ζούσε όταν ήταν μικρό παιδί κι αυτός, πώς σπούδασε όταν ήταν νέος και πώς δούλευε ταυτόχρονα, για να στηρίζει την οικογένειά του και τα ορφανά αδέλφια του. Προπαντός τους έλεγε πώς έζησε και συνεχίζει να ζει μέσα στις τόσες δυσκολίες μαζί με τον Θεό.

Τους μιλούσε για το τόσο μεγάλο ενδιαφέρον του Θεού για τον άνθρωπο καθημερινά, σε όλη του τη ζωή. Για την αγάπη που έδειξε ο Θεός, στέλνοντας τον Χριστό, το μοναδικό παιδί Του, να σταυρωθεί για τις δικές μας τις αμαρτίες. Τον πόνο που υπέφερε πάνω στο Σταυρό για εμάς. Το αίμα που έχυσε πάνω στο Σταυρό. Το ακάνθινο στεφάνι που φόρεσε.

Ο Δημήτρης και η Σοφούλα, προσπαθούσαν να καταλάβουν γιατί ο Θεός έδειξε τόση αγάπη και αξία για τον άνθρωπο. Έτσι ρώτησαν τον παππού:

Γιατί αξίζουμε τόσο πολύ στα μάτια του Θεού; Δεν έχει ανάγκη από εμάς. Έχει τόσες χιλιάδες αγγέλους που Τον υπηρετούν. Επομένως δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρεται για εμάς τους ανθρώπους.

Έχεις δίκιο Δημήτρη. Δεν θα έπρεπε να μας αγαπάει, ούτε να ενδιαφέρεται για εμάς τους ανθρώπους. Αλλά Εκείνος μας αγαπάει, επειδή ο καθένας από εμάς είναι πολύτιμος γι’ Αυτόν – ο άρρωστος, ο γέρος, ο φτωχός, το κάθε αγόρι και κορίτσι – δεν έχει σημασία πόσο κακοί ή πόσο καλοί είμαστε. Ο Θεός μάς αγαπάει χωρίς να το αξίζουμε. Όλος ο κόσμος και οι ουρανοί είναι δικοί Του, όμως αγαπάει και ενδιαφέρεται ξεχωριστά για τον καθένα από εμάς. Δεν θέλει κανένας μας να χαθεί.

Καθώς άκουγαν ο Δημήτρης και η Σοφούλα τα λόγια του παππού, σιγά – σιγά κατάλαβαν την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Γονάτισαν, με τη βοήθεια του παππού, και ζήτησαν ο Χριστός να έρθει μέσα στην καρδιά τους. Έτσι έγιναν κι αυτοί παιδιά του Θεού.

«Σε όσους Τον δέχτηκαν και πίστεψαν σ’ Αυτόν,
έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του Θεού»
(Ιωάννης 1:12).

gourounakiΤο Καθαρό Γουρουνάκι με τη Βρώμικη Καρδιά

Ο Λεωνίδας ήταν ένα παιδί με φόβο Θεού. Πήγαινε στο κατηχητικό σχολείο και εκεί άκουσε ότι θα πρέπει να αλλάξει τον τρόπο της ζωής του. Ο καημένος ο Λεωνίδας προσπαθούσε να είναι καλός. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν τα κατάφερνε. Η κατάστασή του τον κούρασε και τον απογοήτεψε. Έτσι πλησίασε το δάσκαλο του Κατηχητικού Σχολείου και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ο δάσκαλος του διηγήθηκε τότε την ιστορία με το «καθαρό» γουρουνάκι.

Η κυρά – Φωτεινή είχε ένα γουρουνάκι. Το αγαπούσε και το καμάρωνε πολύ. Ήθελε να το διδάξει να συμπεριφέρεται αλλιώτικα από τ’ άλλα γουρουνάκια και να είναι πάντοτε καθαρό. Γέμισε λοιπόν μια λεκάνη με χλιαρό νερό. Το περιέχυσε με σαμπουάν και με μια βούρτσα άρχισε να τρίβει και να τρίβει, ώσπου το έκανε να λάμπει. Στο τέλος έδεσε στο λαιμό του μια γαλάζια κορδέλα. Τώρα με το κάτασπρο δέρμα, τη γαλάζια κορδέλα και τη ροζ μουσουδίτσα του, το γουρουνάκι φαινόταν πιο ωραίο.

Η κυρά – Φωτεινή ήταν πολύ χαρούμενη με το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της. Του έδεσε ένα λουράκι στο λαιμό του και αποφάσισε να το βγάλει περίπατο για νατο δουν οι φίλοι της.

Όλα πήγαιναν καλά, ώσπου το γουρουνάκι είδε μια γούρνα γεμάτη λασπόνερα. Τινάχτηκε απότομα, ξέφυγε από το χέρι της κυρίας του και πήγε στα λασπόνερα. Δίχως χρονοτριβή, χώθηκε στις λάσπες και με φανερή ευχαρίστηση κυλιόταν βαθύτερα και βαθύτερα.

Σελίδα 1 από 8

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top