ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (36)

paidiekklhsia

Με μεγάλη χαρά η Γεωργία περίμενε το μεγάλο πανηγύρι για τη γιορτή της Παναγίας. Έκανε σχέδια στο νου της για το πώς θα περάσει, τι θ’ αγοράσει από τους διάφορους πάγκους, μετά τη Λειτουργία.

Το βράδυ της παραμονής, στο σπίτι με τη μητέρα της συζητούν κι ενώ η Γεωργία μ’ ενθουσιασμό τής περιγράφει τα σχέδιά της για την αυριανή μέρα, εκείνη όλο σοβαρότητα της λέει:

- Ξέρεις παιδί μου, έπεσε πολύ δουλειά και πρέπει να εργαστώ στο κατάστημα. Έτσι, δεν θα μπορέσουμε να πάμε μαζί στο πανηγύρι. Μπορείς όμως, αν θέλεις, να πας μόνη σου.

- Μόνη μου;

- Ναι, όπως άκουσες, μόνη σου. Νομίζω ότι είσαι αρκετά μεγάλη, ώστε να μπορείς να το κάνεις αυτό.

- Πολύ καλά μητέρα.

Η επόμενη μέρα δεν άργησε να έρθει. Ενθουσιασμένη η Γεωργία ετοιμάζεται από νωρίς, γιατί θέλει να προλάβει και τη Λειτουργία. Λίγο πριν φύγει, η μητέρα της Γεωργίας της έδωσε κάποια λιγοστά χρήματα.

- Αυτά για την εκκλησία και για ν’ αγοράσεις κάτι, ό,τι εσύ θέλεις. Μοίρασέ τα όπως εσύ νομίζεις.

Η Γεωργία τα έβαλε στην τσέπη της, χωρίς να κοιτάξει πόσα ήταν. Μόνο όταν πλησίασε στην εκκλησία, θέλησε να τα μετρήσει, για να μπορέσει να τα ξεχωρίσει. «Αυτό είναι το πιο δίκαιο» σκέφτηκε, «μισά για μένα και μισά για τον Θεό».

Όταν όμως έβαλε το χέρι στην τσέπη της και είδε ότι είχε μόνο δύο κέρματα, ένα μικρότερης αξίας και ένα μεγαλύτερης, βρέθηκε σε δίλημμα. Ποιο να κρατούσε και ποιο να έδινε; Ποιο ήταν το πιο σωστό;

Σκεπτόμενη αυτά, έφτασε στην εκκλησία και τότε, χωρίς καμιά αμφιβολία, τα έδωσε όλα, άναψε το κεράκι της και κάθισε ήσυχα για να παρακολουθήσει τη Λειτουργία. Όταν τέλειωσε, έκανε μια ωραία βόλτα στους διάφορους πάγκους και το βραδάκι νωρίς επέστρεψε στο σπίτι, αρκετά πεινασμένη.

Όταν ζήτησε από τη μητέρα της να φάει κάτι, εκείνη όλο απορία την ρώτησε:

– Μα με τα χρήματα που είχες δεν πήρες τίποτα;

– Όχι μητέρα, προτίμησα να τα δώσω όλα στην εκκλησία.

– Μπράβο κόρη μου. Να θυμάσαι ότι ο Θεός δεν ξεχνά και, όταν εμείς προσφέρουμε ένα, Εκείνος μας χαρίζει εκατό.

gifts

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό χωριό ζούσε μια φτωχή γυναίκα. Ήταν υπηρέτρια στην αυλή του βασιλιά για να μπορεί να κερδίζει κάποια χρήματα. Είχε κι ένα μικρό γιο που πήγαινε στο σχολείο και μάλιστα ήταν καλός μαθητής. Κάποια μέρα όμως το παιδί της αρρώστησε σοβαρά και επειδή ήταν πολύ αδύνατο η μάνα του φώναξε το γιατρό.

Ο γιατρός εξέτασε το μικρό παιδάκι και καθησύχασε τη μητέρα του. Τη συμβούλεψε όμως το μικρό παιδάκι να τρέφεται κανονικά και να του μαγειρεύει κρεατάκι για να μπορέσει να δυναμώσει και να ξεπεράσει την αδυναμία του. Τότε η μάνα εκείνη καταστενοχωρημένη σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βρει τα χρήματα.

Την επόμενη μέρα, καθώς πήγαινε για να δουλέψει στο παλάτι του βασιλιά, πέρασε από ένα κατάστημα. Είδε εκεί ένα σωρό καλούδια που θα ήθελε να τα αγοράσει για το μικρό άρρωστο αγοράκι της.

- Αχ και να είχα λίγα από δαύτα, σκέφτηκε. Πλησίασε τότε κάποιον και τον ρώτησε πόσο κόστιζαν μερικά από εκείνα τα πράγματα, για να τα αγόραζε.

- Δεν υπάρχει τίποτα για πούλημα κυρά μου, της απάντησε τότε εκείνος και την έδιωξε.

Την επόμενη μέρα η γυναίκα πλησίασε κάποιον άλλον και πάλι τον ξαναρώτησε, χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Την τρίτη μέρα, την έδιωξαν εκνευρισμένοι.

Άκουσε όμως τη φασαρία η κόρη του βασιλιά και βγήκε για να ρωτήσει τι συμβαίνει. Οι υπάλληλοι της εξήγησαν και τότε εκείνη στράφηκε στη γυναίκα και της λέει:

Ο πατέρας μου είναι βασιλιάς και όχι έμπορος. Δεν πουλά, μπορεί όμως να σου χαρίσει κάτι αν του ζητήσεις. Ζήτησέ το και θα το πάρεις.

Έτσι ακριβώς έγινε καλά μου παιδιά. Η γυναίκα εκείνη πήγε στο βασιλιά και όταν του ζήτησε, πήρε από εκείνον ό,τι χρειαζόταν.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον Βασιλιά των βασιλιάδων, τον Κύριο του σύμπαντος, τον Ιησού Χριστό. Τίποτα δεν πουλά κι Εκείνος. Απλά μας το χαρίζει, αρκεί να Τον πιστεύουμε και να Τον αγαπάμε.

 

Ο Αγαθός Νους

 

Η όραση του σώματος είναι τα μάτια. Η όραση της ψυχής είναι ο νους. Και όπως το σώμα που δεν έχει μάτια είναι τυφλό και δεν βλέπει τον ήλιο που φωτίζει όλη τη γη και τη θάλασσα και ούτε μπορεί να απολαύσει το φως, έτσι και η ψυχή. Αν δεν έχει αγαθό νου και καλό τρόπο ζωής, είναι τυφλή και δεν αντιλαμβάνεται τον Θεό, τον πλάστη και ευεργέτη όλων, ούτε Τον δοξάζει και ούτε μπορεί να απολαύσει την αφθαρσία Του και τα αιώνια αγαθά.

 PAPPOYSEGGONIA

Ο Δημήτρης και η Σοφούλα κάθε μέρα με αγωνία περίμεναν εκείνη την ώρα που ο καλός παππούς τους θα τους φώναζε κοντά στην πολυθρόνα του, για να τους πει τις όμορφες ιστορίες του. Τους έλεγε πώς ζούσε όταν ήταν μικρό παιδί κι αυτός, πώς σπούδασε όταν ήταν νέος και πώς δούλευε ταυτόχρονα, για να στηρίζει την οικογένειά του και τα ορφανά αδέλφια του. Προπαντός τους έλεγε πώς έζησε και συνεχίζει να ζει μέσα στις τόσες δυσκολίες μαζί με τον Θεό.

Τους μιλούσε για το τόσο μεγάλο ενδιαφέρον του Θεού για τον άνθρωπο καθημερινά, σε όλη του τη ζωή. Για την αγάπη που έδειξε ο Θεός, στέλνοντας τον Χριστό, το μοναδικό παιδί Του, να σταυρωθεί για τις δικές μας τις αμαρτίες. Τον πόνο που υπέφερε πάνω στο Σταυρό για εμάς. Το αίμα που έχυσε πάνω στο Σταυρό. Το ακάνθινο στεφάνι που φόρεσε.

Ο Δημήτρης και η Σοφούλα, προσπαθούσαν να καταλάβουν γιατί ο Θεός έδειξε τόση αγάπη και αξία για τον άνθρωπο. Έτσι ρώτησαν τον παππού:

Γιατί αξίζουμε τόσο πολύ στα μάτια του Θεού; Δεν έχει ανάγκη από εμάς. Έχει τόσες χιλιάδες αγγέλους που Τον υπηρετούν. Επομένως δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρεται για εμάς τους ανθρώπους.

Έχεις δίκιο Δημήτρη. Δεν θα έπρεπε να μας αγαπάει, ούτε να ενδιαφέρεται για εμάς τους ανθρώπους. Αλλά Εκείνος μας αγαπάει, επειδή ο καθένας από εμάς είναι πολύτιμος γι’ Αυτόν – ο άρρωστος, ο γέρος, ο φτωχός, το κάθε αγόρι και κορίτσι – δεν έχει σημασία πόσο κακοί ή πόσο καλοί είμαστε. Ο Θεός μάς αγαπάει χωρίς να το αξίζουμε. Όλος ο κόσμος και οι ουρανοί είναι δικοί Του, όμως αγαπάει και ενδιαφέρεται ξεχωριστά για τον καθένα από εμάς. Δεν θέλει κανένας μας να χαθεί.

Καθώς άκουγαν ο Δημήτρης και η Σοφούλα τα λόγια του παππού, σιγά – σιγά κατάλαβαν την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Γονάτισαν, με τη βοήθεια του παππού, και ζήτησαν ο Χριστός να έρθει μέσα στην καρδιά τους. Έτσι έγιναν κι αυτοί παιδιά του Θεού.

«Σε όσους Τον δέχτηκαν και πίστεψαν σ’ Αυτόν,
έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του Θεού»
(Ιωάννης 1:12).

gourounaki

Ο Λεωνίδας ήταν ένα παιδί με φόβο Θεού. Πήγαινε στο κατηχητικό σχολείο και εκεί άκουσε ότι θα πρέπει να αλλάξει τον τρόπο της ζωής του. Ο καημένος ο Λεωνίδας προσπαθούσε να είναι καλός. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν τα κατάφερνε. Η κατάστασή του τον κούρασε και τον απογοήτεψε. Έτσι πλησίασε το δάσκαλο του Κατηχητικού Σχολείου και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ο δάσκαλος του διηγήθηκε τότε την ιστορία με το «καθαρό» γουρουνάκι.

Η κυρά – Φωτεινή είχε ένα γουρουνάκι. Το αγαπούσε και το καμάρωνε πολύ. Ήθελε να το διδάξει να συμπεριφέρεται αλλιώτικα από τ’ άλλα γουρουνάκια και να είναι πάντοτε καθαρό. Γέμισε λοιπόν μια λεκάνη με χλιαρό νερό. Το περιέχυσε με σαμπουάν και με μια βούρτσα άρχισε να τρίβει και να τρίβει, ώσπου το έκανε να λάμπει. Στο τέλος έδεσε στο λαιμό του μια γαλάζια κορδέλα. Τώρα με το κάτασπρο δέρμα, τη γαλάζια κορδέλα και τη ροζ μουσουδίτσα του, το γουρουνάκι φαινόταν πιο ωραίο.

Η κυρά – Φωτεινή ήταν πολύ χαρούμενη με το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της. Του έδεσε ένα λουράκι στο λαιμό του και αποφάσισε να το βγάλει περίπατο για νατο δουν οι φίλοι της.

Όλα πήγαιναν καλά, ώσπου το γουρουνάκι είδε μια γούρνα γεμάτη λασπόνερα. Τινάχτηκε απότομα, ξέφυγε από το χέρι της κυρίας του και πήγε στα λασπόνερα. Δίχως χρονοτριβή, χώθηκε στις λάσπες και με φανερή ευχαρίστηση κυλιόταν βαθύτερα και βαθύτερα.

tsagkarhsΠαραμονή Χριστουγέννων! Έξω έκανε κρύο. Στην πόλη ζούσε ένας τσαγκάρης που από χρόνια φύλαγε ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια, που τα είχε φτιάξει και τα καμάρωνε για την τέχνη του.

Μόλις τελείωσε τις τελευταίες παραγγελίες, κάθισε να διαβάσει την Αγία Γραφή. Τα μάτια του σταμάτησαν στα λόγια: «…Η Μαριάμ γέννησε τον πρωτότοκο γιο της. Τον σπαργάνωσε και τον ξάπλωσε σ’ ένα παχνί, γιατί δε βρήκαν μέρος στο πανδοχείο». Έβγαλε τα γυαλιά του, κοίταξε γύρω στο φτωχικό του και επανέλαβε:

- Δεν βρήκαν μέρος στο πανδοχείο! Αν ζούσα τότε που γεννήθηκε ο Ιησούς, εγώ θα τους παραχωρούσα το δικό μου δωμάτιο και το δικό μου κρεβάτι. Μακάρι να ερχόταν απόψε!

Πήρε τα παπουτσάκια στο χέρι του και ψιθύρισε:

- Οι Μάγοι Του πρόσφεραν χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εγώ δεν είμαι πλούσιος, αλλά έχω αυτά τα παπουτσάκια. Αυτά θα Του δώσω. Κι έτσι όπως σκεφτόταν, αποκοιμήθηκε. Τότε άκουσε κάποιον να του λέει:

- Είπες ότι θέλεις να με φιλοξενήσεις! Να με περιμένεις αύριο.

Πριν ακόμη χαράξει, σηκώθηκε γρήγορα και έτρεξε στην Εκκλησία. Τι υπέροχοι ύμνοι ήταν αυτοί.

Στο γυρισμό προς το σπίτι είχε συνεχώς στο μυαλό του την σκέψη ότι σήμερα θα τον επισκεφθεί ο Χριστός.

Φθάνοντας στο σπίτι, άρχισε γρήγορα να συγυρίζει το δωμάτιο, έριξε μπόλικα ξύλα στη φωτιά και ετοίμασε το πρωινό του.

- Χριστούγεννα! Σήμερα θα μ’ επισκεφτεί ο Ιησούς, είπε και χαμογέλασε χαρούμενος. Πήρε τη θέση του στο παράθυρο και περίμενε.

Σε λίγο είδε τον οδοκαθαριστή. Ο καημένος, σήμερα είναι αναγκασμένος να δουλεύει έξω στο κρύο.

- Έλα, κάτσε δίπλα στη σόμπα να ζεσταθείς, του είπε. Βιάστηκε να του προσφέρει ένα τσάι και ξαναπήρε τη θέση του στο παράθυρο.

- Ποιον περιμένεις; τον ρώτησε ο οδοκαθαριστής.

- Περιμένω τον Αφέντη μου, τον Ιησού Χριστό. Μου υποσχέθηκε πως σήμερα θα μ’ επισκεφτεί.

Ο οδοκαθαριστής τον ευχαρίστησε για όλα και φεύγοντας του είπε:

- Ίσως να μην τον δεις, όπως ακριβώς τον περιμένεις.

Ο τσαγκάρης επέστρεψε στο παράθυρο και συνέχισε να ψάχνει το Χριστό ανάμεσα στους περαστικούς. Σε λίγο πρόσεξε ένα κοριτσάκι που έκλαιγε. Έτρεξε, άνοιξε την πόρτα και το φώναξε μέσα.

- Έχασα τη μαμά μου, του λέει.

- Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω να πας σπίτι σου, έλα πρώτα να ζεσταθείς.

Σελίδα 1 από 8

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top