ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (40)

Η Πέμπτη Εντολή

MAMA

Στην Ελβετία, παιδιά, τη χώρα με τα χιόνια και τα ψηλά βουνά, έγινε η ιστορία που θα σας διηγηθώ. Και είναι αληθινή.

Πριν μερικά χρόνια, σ’ ένα χωριουδάκι σκαρφαλωμένο στα 1.300 μέτρα, ζούσε ο Πέτρος με τη μητέρα του. Ήταν φτωχός κι ορφανός κι έτσι έπρεπε να βοηθάει όσο μπορούσε για να ζήσουν. Το καλοκαίρι, κάθε πρωί ανέβαζε τις κατσίκες του χωριού ψηλά στα όμορφα δροσερά λιβάδια για να βοσκήσουν. Εκεί πάνω, χαιρόταν ξένοιαστα τη φύση και είχε μάθει ν’ αγαπάει τον Θεό που τη δημιούργησε. Πόσο όμορφα τα είχε κάνει όλα, τον απέραντο ουρανό, τα σύννεφα, τα πανύψηλα έλατα και τα πολύχρωμα αγριολούλουδα!

Το χειμώνα, όταν το χιόνι σκέπαζε τα σπίτια και τις πλαγιές, τα ζώα έμεναν μέσα και ο Πέτρος έβρισκε τον καιρό να πάει στο σχολείο. Αγαπούσε τα γράμματα και διάβαζε πολύ για να φτάσει τα άλλα παιδιά. Ήταν υπάκουος κι ευγενικός με όλους και οι δάσκαλοι του φερόντουσαν με καλοσύνη.

Μια μέρα, στο σχολείο του μικρού χωριού έφτασε ο επιθεωρητής. Μπήκε και στην τάξη του Πέτρου. Ζήτησε από τα παιδιά να κάνουν ανάγνωση, τους ρώτησε ιστορία και αριθμητική και τέλος έφτασε και στα θρησκευτικά.

- Ποιος ξέρει να μου πει, παιδιά την πέμπτη εντολή;

Σώπασαν τα παιδιά, αλληλοκοιτάχτηκαν και κατέβασαν το κεφάλι.

Δειλά ο Πέτρος σήκωσε το χέρι του.

- Κύριε, εγώ δεν ξέρω να πω την πέμπτη εντολή όπως είναι γραμμένη, αλλά μπορώ να την πω όπως την καταλαβαίνω.

- Πες την όπως μπορείς, τον ενθάρρυνε ο επιθεωρητής.

- Μια φορά, άρχισε ο Πέτρος, είχαν έρθει στο χωριό δύο ξένοι ορειβάτες. Ήθελαν ν’ ανέβουν σε μια δύσκολη κορυφή, αλλά δεν ήξεραν το δρόμο. Ζήτησαν λοιπόν κάποιον οδηγό και τότε εγώ, επειδή ξέρω εκείνα τα μονοπάτια, προθυμοποιήθηκα να τους πάω. Όταν φτάσαμε στην κορυφή, οι ξένοι πρόσεξαν πως τα πόδια μου ήσαν γυμνά και πληγωμένα.

- Γιατί μικρέ δεν φοράς παπούτσια; με ρώτησαν.

- Δεν έχω παπούτσια, κύριε, είμαστε φτωχοί.

Οι ξένοι τότε μου έδωσαν αρκετά χρήματα για να πάρω παπούτσια. Αλλά εγώ, επειδή ήξερα ότι η μητέρα μου δεν είχε παπούτσια, αγόρασα για εκείνη παπούτσια και όχι για μένα.

Συγκινημένος ο επιθεωρητής είπε:

- Μπράβο παιδί μου, έτσι θέλει ο Θεός να εφαρμόζουμε την πέμπτη εντολή: «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, για να ευτυχήσεις και να ζήσεις πολλά χρόνια πάνω στη γη».

Το Μάθημα του Θωμά

teenagerangry

Σ’ ένα μικρό χωριό ζούσε ο Θωμάς με την οικογένειά του. Οι δουλειές στο χωριό τελευταία δεν πήγαιναν καλά. Έτσι ο πατέρας του αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του και να φύγει στη μεγάλη πολιτεία, για να ζήσει την οικογένειά του. Όσο κι αν προσπάθησαν να βρουν διαφορετική λύση δεν τα κατάφεραν.

Η ημέρα που ο πατέρας θα έφευγε δεν άργησε να έρθει και ήταν η χειρότερη μέρα για το Θωμά. Ήταν πολύ στενοχωρημένος, γιατί σκεφτόταν ότι τώρα θα έβλεπε τον πατέρα του μόνο στις γιορτές ή μια φορά το μήνα. Όμως ήταν πια μεγάλος, δεν έκλαψε και αποφάσισε να είναι δυνατός και σκληρός. Αποχαιρέτησε τον πατέρα του ψύχραιμα σαν μεγάλος άντρας και κλείστηκε στο δωμάτιό του για ώρες, προσπαθώντας να μην κλαίει. Το βράδυ όμως κάθε μέρα έκλαιγε συνέχεια. Μόνο όταν ήταν δίπλα του η μητέρα του σταματούσαν τα δάκρυά του.

Οι επόμενες μέρες κυλούσαν ήσυχα, όμως η καρδιά του Θωμά ήταν γεμάτη πίκρα και απογοήτευση. Απορούσε για όλα αυτά που συνέβησαν. Γιατί ο καλός Θεός που, όπως του έλεγαν, αγαπάει όλους τους ανθρώπους, τους άφησε έτσι, χωρίς να τους βοηθήσει; Οι σκέψεις του αυτές τον έκαναν να θυμώνει με τον Θεό και στο σχολείο άρχισε να φέρεται απότομα σε όλους. Ήταν συνέχεια αφηρημένος και μοναχικός. Δεν διάβαζε τα μαθήματά του, η βαθμολογία του έπεσε και η δασκάλα αποφάσισε να καλέσει τη μητέρα του για να συζητήσουν το πρόβλημα.

Το ίδιο βράδυ στο σπίτι, η μητέρα με το Θωμά συζήτησαν «όπως οι μεγάλοι». Μερικές φορές τα πράγματα δεν έρχονται όπως μας αρέσουν, όχι επειδή ο Θεός είναι κακός και θέλει να μας βλέπει να στενοχωριόμαστε. Θέλει όμως να μάθουμε να Τον αγαπούμε, όχι από συμφέρον ή μόνο για να μας δίνει. Θέλει ακόμη να μάθουμε να υπομένουμε για να μπορούμε έτσι να βοηθάμε και άλλους ανθρώπους που έχουν προβλήματα, ίσως μεγαλύτερα από τα δικά μας.

«Κάνε υπομονή καλέ μου Θωμά και θα δεις ότι κάτι καλό θα βγει από αυτή την περιπέτεια», είπε η μητέρα του τελειώνοντας.

Πραγματικά, μετά από μερικούς μήνες ο πατέρας επέστρεψε, έχοντας βγάλει αρκετά χρήματα, ώστε να ανοίξει πάλι το μαγαζάκι του. Όλους αυτούς τους μήνες όμως ο Θωμάς δεν έπαψε να κάνει υπομονή και να προσεύχεται, γιατί αυτά είναι τα δυο κλειδιά που ανοίγουν την πόρτα της χαράς και της ευτυχίας.

* * * *

Σ΄όλα τα παιδιά ευχόμαστε χαρούμενη χρονιά

με αγάπη και πίστη στο Χριστό

Πού Είναι ο Χριστός;

GENISI

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και ο μικρός Ανδρέας μπήκε με τη μητέρα του στο πολυκατάστημα, για να κάνουν τα τελευταία ψώνια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι κόσμο και στα ταμεία οι ουρές ήταν ατέλειωτες.

Ο Ανδρέας όμως πρόσεξε ότι οι τρεις τελευταίοι διάδρομοι ήταν γεμάτοι από χριστουγεννιάτικα δώρα και στολίδια. Τρέχοντας προς τα εκεί παρακάλεσε τη μητέρα του να περιμένει ακόμη λίγο. Καθώς περπατούσαν στους διαδρόμους, η μητέρα πρόσεξε ότι αν και ήταν τελευταία μέρα για τα χριστουγεννιάτικα ψώνια, υπήρχαν ακόμα στα ράφια ένα σωρό δώρα. Κλαδιά από γκι, γιρλάντες, μπαλάκια, φωτάκια, πολύχρωμα περιτυλίγματα και άλλα χριστουγεννιάτικα στολίδια.

Ο Ανδρέας κοιτούσε γύρω του θαμπωμένος. Ήθελε όλα να τα αγγίξει, να τα περιεργαστεί να τα χαρεί. Τελικά φτάσανε στο ράφι με τις διάφορες φιγούρες. Ο Ανδρέας τα είχε χαμένα… Πιο πέρα ήταν μια φάτνη μισογκρεμισμένη. Όμως ο μικρός Ιησούς έλειπε από το παχνί. Δύο αγελάδες, ένα προβατάκι που του έλειπε το ένα πόδι, δύο βοσκοί, που του ενός του έλειπε η μαγκούρα. Και πιο πέρα, η Παναγία και ο Ιωσήφ. Αλλά ο Χριστός που ήταν; Έτσι σε κάποια στιγμή ο Ανδρέας γύρισε στη μητέρα του και κάπως απογοητευμένος τη ρώτησε:

Πού είναι μαμά ο Χριστός;

Φοβάμαι, απάντησε τότε η μητέρα του, ότι και φέτος θα γιορτάσουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό και του έσφιξε το χεράκι του. Σκεπτόταν πόσο αντιπροσωπευτική ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν τα ράφια του πολυκαταστήματος. Όλα υπήρχαν εκεί, εκτός από τον Χριστό!

Ο Χριστός λείπει από τα ράφια των καταστημάτων. Λείπει ακόμη και από τις περισσότερες γιορταστικές εκδηλώσεις αυτές τις μέρες. Το πιο σημαντικό όμως είναι να μη λείψει από τη δική σου την καρδιά.

Διαβάζουμε ότι, «αφού γεννήθηκε ο Ιησούς στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, στις μέρες του Βασιλιά Ηρώδη, έφθασαν στα Ιεροσόλυμα σοφοί μάγοι, από την Ανατολή, ρωτώντας: Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων; Γιατί είδαμε το αστέρι Του στην Ανατολή και ήρθαμε να Τον προσκυνήσουμε» (Ματθαίος 2: 1-2).

Οι σοφοί άνθρωποι, όπως τότε έτσι και σήμερα, αναζητούν τον Ιησού και τον βρίσκουν. Ο Ιησούς γεννήθηκε ως ένα μικρό βρέφος και έζησε ως άνθρωπος ανάμεσά μας, ώστε ο καθένας μας να μπορεί να Τον βρει και να Τον ανακαλύψει στη ζωή του, για να γίνει ο Σωτήρας του και ο Λυτρωτής του.

Η Αγάπη και η Υπομονή Νίκησαν

atakta paidia 760x551

Ο κύριος Καλοσυνάτος ζούσε με την οικογένειά του στη μεγάλη πολιτεία. Στην πολυκατοικία του, την περασμένη εβδομάδα, εγκαταστάθηκε ένας καινούργιος γείτονας, ο κύριος Κατσούφης με τη γυναίκα του, την κυρία Γκρίνια και τα παιδιά τους, τον Αταχτούλη και τη Σκανταλιάρα.

Από την πρώτη μέρα που ήρθαν, η ζωή της πολυκατοικίας άλλαξε τελείως. Φωνές ακούγονταν και καυγάδες όλη την ημέρα και τη νύχτα αργούσαν να ησυχάσουν. Όλοι είχαν παράπονα και κανένας δεν τους ήθελε, ούτε τους δεχόταν. Μάλιστα, μετά από μερικούς μήνες, αποφάσισαν να καλέσουν την αστυνομία. Ο μόνος που έφερε αντίρρηση ήταν ο κύριος Καλοσυνάτος. Αυτός αποφάσισε να τους καλέσει μια μέρα στο σπίτι του, για να γνωριστούν καλύτερα.

Η πολυπόθητη βραδιά έφτασε και, όταν η οικογένεια εισέβαλε στο σπίτι του κυρίου Καλοσυνάτου, οι καταστροφές διαδέχονταν η μια την άλλη. Τα παιδιά δεν ήξεραν να παίζουν με ηρεμία, με αποτέλεσμα τα παιχνίδια να διαλύονται και οι κραυγές τους να συμπληρώνουν αυτή την καταστροφική τους μανία. Οι γονείς τους διαρκώς διαφωνούσαν και έτσι κάθε συζήτηση κατέληγε σε καβγά.

Η οικογένεια όμως του κυρίου Καλοσυνάτου με υπομονή και αγάπη τους περιποιήθηκε, χωρίς να σχολιάσει τη συμπεριφορά τους. Στο τέλος της βραδιάς, καθώς έφευγαν τους ξανακάλεσαν.

Ο κύριος Κατσούφης, απόρησε και δειλά – δειλά τους ευχαρίστησε για όλα και εκείνο το βράδυ δεν ακούστηκαν φωνές στο σπίτι του κυρίου Κατσούφη.

Από εκείνο το βράδυ άρχισε ν’ ακούγεται λιγότερο η οικογένεια εκείνη. Οι επισκέψεις στο σπίτι του κυρίου Καλοσυνάτου έγιναν πιο συχνές και έτσι, τελικά η αγάπη και η καλοσύνη νίκησαν.

Το Δίλημμα της Γεωργίας

paidiekklhsia

Με μεγάλη χαρά η Γεωργία περίμενε το μεγάλο πανηγύρι για τη γιορτή της Παναγίας. Έκανε σχέδια στο νου της για το πώς θα περάσει, τι θ’ αγοράσει από τους διάφορους πάγκους, μετά τη Λειτουργία.

Το βράδυ της παραμονής, στο σπίτι με τη μητέρα της συζητούν κι ενώ η Γεωργία μ’ ενθουσιασμό τής περιγράφει τα σχέδιά της για την αυριανή μέρα, εκείνη όλο σοβαρότητα της λέει:

- Ξέρεις παιδί μου, έπεσε πολύ δουλειά και πρέπει να εργαστώ στο κατάστημα. Έτσι, δεν θα μπορέσουμε να πάμε μαζί στο πανηγύρι. Μπορείς όμως, αν θέλεις, να πας μόνη σου.

- Μόνη μου;

- Ναι, όπως άκουσες, μόνη σου. Νομίζω ότι είσαι αρκετά μεγάλη, ώστε να μπορείς να το κάνεις αυτό.

- Πολύ καλά μητέρα.

Η επόμενη μέρα δεν άργησε να έρθει. Ενθουσιασμένη η Γεωργία ετοιμάζεται από νωρίς, γιατί θέλει να προλάβει και τη Λειτουργία. Λίγο πριν φύγει, η μητέρα της Γεωργίας της έδωσε κάποια λιγοστά χρήματα.

- Αυτά για την εκκλησία και για ν’ αγοράσεις κάτι, ό,τι εσύ θέλεις. Μοίρασέ τα όπως εσύ νομίζεις.

Η Γεωργία τα έβαλε στην τσέπη της, χωρίς να κοιτάξει πόσα ήταν. Μόνο όταν πλησίασε στην εκκλησία, θέλησε να τα μετρήσει, για να μπορέσει να τα ξεχωρίσει. «Αυτό είναι το πιο δίκαιο» σκέφτηκε, «μισά για μένα και μισά για τον Θεό».

Όταν όμως έβαλε το χέρι στην τσέπη της και είδε ότι είχε μόνο δύο κέρματα, ένα μικρότερης αξίας και ένα μεγαλύτερης, βρέθηκε σε δίλημμα. Ποιο να κρατούσε και ποιο να έδινε; Ποιο ήταν το πιο σωστό;

Σκεπτόμενη αυτά, έφτασε στην εκκλησία και τότε, χωρίς καμιά αμφιβολία, τα έδωσε όλα, άναψε το κεράκι της και κάθισε ήσυχα για να παρακολουθήσει τη Λειτουργία. Όταν τέλειωσε, έκανε μια ωραία βόλτα στους διάφορους πάγκους και το βραδάκι νωρίς επέστρεψε στο σπίτι, αρκετά πεινασμένη.

Όταν ζήτησε από τη μητέρα της να φάει κάτι, εκείνη όλο απορία την ρώτησε:

– Μα με τα χρήματα που είχες δεν πήρες τίποτα;

– Όχι μητέρα, προτίμησα να τα δώσω όλα στην εκκλησία.

– Μπράβο κόρη μου. Να θυμάσαι ότι ο Θεός δεν ξεχνά και, όταν εμείς προσφέρουμε ένα, Εκείνος μας χαρίζει εκατό.

Σελίδα 1 από 8

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top