ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (48)

Η Ιστορία Ενός Μολυβιού...

(Δίδαγμα)

molybi

Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:

- Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;

Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:

- Όντως γράφω για σένα. Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.

Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.

- Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!

- Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.

Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.

Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες, γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.

Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.

Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.

ΠΗΓΗ: http://www.piperies.gr

Η Παράξενη Σούπα

Bird

Ένα πρωί, στην αγορά μιας ινδικής πόλης, συναντήθηκαν τέσσερεις ζητιάνοι. Ήταν γνωστοί ο ένας στον άλλο, γιατί ζούσαν στην ίδια γειτονιά και έκαναν την ίδια δουλειά. Αποφάσισαν λοιπόν να συνεργαστούν. Όταν θα βράδιαζε, συμφώνησαν να συναντηθούν στο ίδιο μέρος, να ενώσουν αυτά που θα μάζευαν και να τα μοιραστούν. Όταν έφτασε το βράδυ, οι τέσσερις ζητιάνοι συναντήθηκαν στο ίδιο μέρος κι έδειξε ο καθένας τι είχε μαζέψει. Κάθισαν σε μια γωνιά, έβγαλαν τα φαγώσιμά τους και είπαν να μαγειρέψουν για να φάνε. Ο ένας είχε ένα κομμάτι κρέας, ο δεύτερος αλάτι και λίγο πιπέρι, ο τρίτος λίγα λαχανικά και ο τέταρτος λίγο ρύζι. Σούπα θα ’βραζαν. Άναψαν φωτιά, έβαλαν πάνω την κατσαρόλα και λίγο νερό και κάθισαν γύρω-γύρω ευχαριστημένοι για την ωραία σούπα που θα γινόταν.

Όταν άρχισε να βράζει το νερό, έπρεπε να ρίξουν ό,τι είχε ο καθένας.

Ο πρώτος όμως που είχε το κρέας, είχε πάρει την απόφασή του. Θα έκανε πως θα το έριχνε, ενώ θα το έριχνε στην τσέπη του. «Γιατί να μοιραστώ το κρέας μου με τους άλλους; Μπορώ να φάω σούπα απ’ αυτά που θα ρίξουν οι άλλοι και ν’ αφήσω το κρέας μου να το φάω αύριο». Ήταν μισοσκότεινα, κι έτσι εύκολα μπόρεσε να εφαρμόσει το σχέδιό του. Δεν το υποψιάστηκαν οι άλλοι και κάθισε στη θέση του ικανοποιημένος.

Όμως, δεν ήταν ο μόνος που σκέφτηκε έτσι. Την ίδια σκέψη έκαναν και οι άλλοι. Κάθισαν γύρω-γύρω, περιμένοντας να φάνε ό,τι οι άλλοι θα έβαζαν, κρατώντας για τον εαυτό τους τα δικά τους.

Καταλαβαίνετε λοιπόν τι σούπα έγινε. Σκέτο ζεστό, βραστό νερό ήταν το δείπνο τους εκείνο το βράδυ. Θα πείτε: «Καλά να πάθουν».

Θα πρέπει όμως να μας απασχολήσει κι εμάς για λίγο αυτό το παραμύθι. Δεν μοιάζουμε κι εμείς μ’ αυτούς τους ζητιάνους; Ζητάμε να φάμε από το φαγητό που οι άλλοι προσέφεραν τα υλικά για να γίνει. Ζητάμε να κρύβουμε ό,τι μας αρέσει και δεν θέλουμε να μοιραστούμε τίποτε με τους άλλους. Θέλουμε πολλή αγάπη από τους γονείς μας και από τους άλλους ανθρώπους, εμείς όμως δίνουμε λίγη ή, καμιά φορά, καθόλου αγάπη.

Ο Χριστός όμως μας δίδαξε πως η χαρά βρίσκεται στο να δίνει κανείς, να μοιράζεται με τους άλλους αυτό που έχει. Τότε μόνο η χαρά μας θα είναι αληθινή και η καρδιά μας γεμάτη από αγάπη. Τότε μόνο θα βαδίσουμε στα ίχνη του Κυρίου μας, που μοιράστηκε τα πάντα μαζί μας όταν ήταν εδώ κάτω στη γη, αλλά και την αιώνια κληρονομιά Του στον ουρανό, δίπλα στον Πατέρα Θεό. «Αφού είμαστε παιδιά Του, είμαστε και κληρονόμοι. Κληρονόμοι του Θεού, που θα μετάσχουμε μαζί με τον Χριστό στη θεϊκή δωρεά» (Ρωμ. 8:17).

Ο Επιμένων Νικά

anthrwposbiblio

Ένας Ινδός Χριστιανός είχε τη συνήθεια, κάθε Κυριακή απόγευμα να βγαίνει από το σπίτι του και να μοιράζει στις γύρω γειτονιές φακέλους, που είχαν μέσα διάφορα εκκλησιαστικά περιοδικά και έντυπα με περικοπές από την Αγία Γραφή.

Μια Κυριακή όμως που έβρεχε δυνατά, αποφάσισε να μείνει στο σπίτι του. Ο δεκάχρονος γιος του όμως σκέφτηκε να πάρει τη θέση του. Φόρεσε το αδιάβροχό του και βγήκε έξω με δέκα φακέλους. Είχε μοιράσει τους εννιά, όταν σταμάτησε και προσευχήθηκε ο Θεός να τον φωτίσει πού να διαθέσει το φάκελο που του έμεινε. Κατευθύνθηκε σ’ ένα σπίτι όπου η πόρτα ήταν κλειστή. Κτύπησε και δεν πήρε απάντηση. Κτύπησε ξανά, αλλά και πάλι δεν πήρε απάντηση. Τελικά, τράνταξε την πόρτα.

Μια ηλικιωμένη κυρία άνοιξε την πόρτα και τον ρώτησε τι θέλει. Το παιδί έβαλε γρήγορα το δέμα στα χέρια της και έτρεξε μακριά, γιατί το παρουσιαστικό της το τρόμαξε πολύ.

Λίγες μέρες αργότερα, σε μια δημόσια χριστιανική εκδήλωση όπου το αγόρι και ο πατέρας του παρευρίσκονταν, ο υπεύθυνος ζήτησε από τους ανθρώπους που ήταν εκεί να διηγηθούν ένα περιστατικό, που να δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός τους ευλόγησε κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που πέρασε. Μια ηλικιωμένη κυρία σηκώθηκε και είπε: «Κύριε, εγώ ήμουν τόσο απελπισμένη την τελευταία εβδομάδα, που ήθελα να αυτοκτονήσω. Ανακάτευα το δηλητήριο σ’ ένα φλιτζάνι, όταν κτύπησε η πόρτα. Δεν άνοιξα, αλλά πρόσθεσα περισσότερο δηλητήριο. Πάλι κτύπησε η πόρτα, αλλά ήμουν τόσο αποφασισμένη να αυτοκτονήσω, που την αγνόησα. Καθώς ήμουν έτοιμη να πιω το δηλητήριο, ακούστηκε ένα τράνταγμα στην πόρτα μου. Άνοιξα και είδα ένα μικρό αγόρι. Αυτό έσπρωξε κάτι μέσα στα χέρια μου και έτρεξε μακριά. Αυτό που μου έδωσε ήταν ένας φάκελος με περικοπές από την Αγία Γραφή, που μιλούσαν για την αγάπη του Θεού για μένα. Μια περικοπή παρουσίαζε μια εικόνα του Ιησού που άπλωνε τα χέρια Του και έλεγε: «Έλα σ’ εμένα και θα σου δώσω ανάπαυση». Αποφάσισα να πάω σ’ Αυτόν τον Θεό και να Τον παρακαλέσω να με βοηθήσει. Αυτός απάντησε και σήκωσε το φορτίο μου και μια γλυκιά γαλήνη γέμισε την καρδιά μου. Σήμερα βρίσκομαι εδώ εξαιτίας της επιμονής εκείνου του μικρού παιδιού που μου έδωσε τις περικοπές».

Η χαρά όλων ήταν μεγάλη. Ιδιαίτερη όμως χαρά ένιωσε το παιδί εκείνο που έγινε η αιτία για να σωθεί η γυναίκα αυτή από τον αιώνιο θάνατο.

Κανείς μας, λοιπόν, δεν πρέπει να σκέφτεται πως είναι πολύ μικρός για να υπηρετήσει τον Θεό. Όποια ηλικία κι αν έχουμε, πρέπει με αγάπη και προθυμία να υπηρετούμε τον Χριστό και ο Θεός θα ευλογήσει το έργο μας.

Προσευχή

PROSEYXH

Η Μαρία και ο Γιάννης κάθε πρωί, πριν ξεκινήσουν για το σχολείο, έλεγαν αυτή την προσευχή: «Χριστέ σαν τα παιδάκια, που στη γη όταν ζούσες στοργικά τ’ αγαπούσες, έτσι θέλω κι εμένα, να με έχεις κοντά Σου, στη θερμή Σου αγκαλιά».

Τι λέτε παιδιά, δεν είναι ωραία αυτά τα λόγια; Τι θα λέγατε να τα μάθετε κι εσείς; Προσέξτε όμως. Η Μαρία και ο Γιάννης ήταν παιδιά του Χριστού. Κάποτε η μητέρα τους, τους μίλησε για τον Χριστό. Τους είπε τότε: «Ο Θεός σας αγαπά, παιδιά μου, πιο πολύ από εμένα που είμαι μητέρα σας. Εκείνος είχε ένα Γιο, τον Χριστό, που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία μέσα σε μια φάτνη ταπεινή, μεγάλωσε απλά και φτωχικά. Δίδαξε στους ανθρώπους αυτά που του είπε ο Πατέρας Του, ο Θεός, έκανε πολλά θαύματα, θεράπευσε πολλούς αρρώστους και όταν τέλειωσε την αποστολή Του, πήρε επάνω Του τις δικές μας αμαρτίες (ψέμα, κλοπή, φθόνο, φόνο, ανυπακοή κ.λπ.) και πέθανε σαν άνθρωπος επάνω στο σταυρό. Έτσι, με το σταυρικό Του θάνατο, εμείς σωθήκαμε. Το αίμα Του καθαρίζει τη βρώμικη καρδιά μας».

Μετά από αυτή την αληθινή ιστορία, η Μαρία και ο Γιάννης ζήτησαν από τον Χριστό να καθαρίσει και τη δική τους καρδιά. Είπαν: «Χριστέ, έλα μέσα στην καρδιά μας και κάνε μας δικά Σου παιδιά. Να ζούμε για πάντα στη θερμή Σου αγκαλιά».

Ξέρετε, ο Χριστός αγαπά ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά. Ιδιαίτερα αγαπά εσένα. Τώρα που είσαι μικρός, θέλει να σ’ έχει στην αγκαλιά Του. Να σε προστατεύει μέσα στον κόσμο. Να σε κρατάει μακριά από την αμαρτία και το κακό. Σ’ αγαπά! Πίστεψέ το! Λοιπόν, μην αργήσεις να πεις και συ τα παραπάνω λόγια του Γιάννη και της Μαρίας. Τότε θα δεις πόσο θα αλλάξεις. Μην το αμελείς. Πήγαινε στον Χριστό τώρα και ζήτησέ Του να σε κάνει κι εσένα δικό Του παιδί!

Η Ταπείνωση Οδηγεί Στη Φάτνη

fatni1

Η δεκάχρονη Ανθούλα, καθισμένη πάνω στο χαλί δίπλα στο στολισμένο δέντρο, προσπαθούσε να φτιάξει τη φάτνη. Ο πατέρας της όμως ήταν άκεφος. Η μελαγχολική του διάθεση ήταν αταίριαχτη με το χαρούμενο πνεύμα των Χριστουγέννων. Η μητέρα της επίσης σιωπηλή.

Σε κάποια στιγμή η μικρή Ανθούλα έσπασε τη σιωπή και ρώτησε με ενθουσιασμό:

- Μπαμπά, έλα να δεις τη φάτνη. Είναι ωραία έτσι που την έφτιαξα;

Ο πατέρας της, που δεν φαινόταν να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό της κόρης του, της είπε αφηρημένα:

- Ναι, καλή είναι, αλλά δεν βλέπω τον μικρό Ιησού.

- Πρέπει να σκύψεις πολύ, να γονατίσεις για να μπορέσεις να τον δεις, απάντησε η Ανθούλα, κι έδειξε στο μπαμπά της το Χριστό που ήταν ξαπλωμένος στο παχνί, μέσα βαθιά στο στάβλο.

- Ναι, έχεις δίκιο, είπε ο πατέρας, ενώ στεκόταν δίπλα, βυθισμένος στις σκέψεις του.

Η μητέρα αναστέναξε με πόνο και καθώς γύρισε είπε στον πατέρα:

- Ο Θεός δεν μας άφησε μέχρι τώρα, γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν θα μας αφήσει. Θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε και τις καινούργιες δυσκολίες.

- Ναι βέβαια, διέκοψε απότομα ο πατέρας, εύκολα είναι τα λόγια. Όμως εγώ τώρα είμαι δίχως δουλειά και δίχως χρήματα.

Η Ανθούλα, που αμέριμνη σιγοτραγουδούσε, σταμάτησε για να ακούσει τη συζήτηση. Ύστερα από λίγο ξάφνιασε τον πατέρα της και τον ερώτησε:

- Μπαμπά με αγαπάς;

- Βέβαια σε αγαπώ γλυκιά μου. Σε αγαπώ πολύ. Μα γιατί με ρωτάς;

- Να, σκέφτηκα ότι η αγάπη είναι το καλύτερο δώρο, είπε η Ανθούλα με έμφαση. Ύστερα από λίγο, πριν πάει για ύπνο φίλησε τον πατέρα της, λέγοντάς του ικετευτικά:

- Σε παρακαλώ μπαμπά, αύριο θα απαγγείλω το ποίημά μου στο κατηχητικό στη γιορτή μας και θέλω να είσαι εκεί μπροστά, για να σε βλέπω και να παίρνω θάρρος.

- Μέχρι αύριο, έχουμε καιρό για να σκεφτούμε μικρή μου. Τώρα πήγαινε για να κοιμηθείς, την καθησύχασε ο πατέρας.

Ύστερα από λίγο η Ανθούλα, που ακόμη δεν είχε αποκοιμηθεί, άκουσε τον πατέρα της να λέει:

- Ο Θεός με ξέχασε αυτά τα Χριστούγεννα, κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεση.

Όταν η Ανθούλα άκουσε τον πατέρα της, στεναχωρήθηκε πολύ. Δακρυσμένη γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι της και προσευχήθηκε ψιθυρίζοντας:

- To ξέρω Χριστέ μου ότι Εσύ δεν μας ξέχασες. Ήρθες και φέτος στο σπίτι μας και εγώ σε είδα μέσα στο παχνί. Βοήθησε και το μπαμπά μου για μπορέσει να Σε δει.

Το βράδυ εκείνο, ενώ η Ανθούλα κοιμόταν, η μαμά της πήρε την παλιά της κούκλα και της έφτιαξε ένα καινούργιο φορεματάκι. Ο μπαμπάς της μεταμόρφωσε το ξύλινο σκαμπό σε κρεβατάκι και τα έβαλαν κάτω από το δέντρο. Όταν το πρωί η Ανθούλα ξύπνησε χαρούμενη έφτιαξε μόνη της ένα δωράκι για τους γονείς της και τους το πρόσφερε. Όλοι ήταν χαρούμενοι με τα δώρα που αντάλλαξαν. Δώρα που δεν κόστισαν τίποτα, αλλά έδειχναν πολλή αγάπη.

Η Ανθούλα φόρεσε χαρούμενη το καινούργιο φόρεμα, που της έφτιαξε η μητέρα της. Ήταν πολύ πιο όμορφο από αυτά που έβλεπε στις βιτρίνες. Ο πατέρας της με χαρούμενη διάθεση ετοιμάστηκε για να πάνε όλοι μαζί στη γιορτή. Έτσι, η Ανθούλα απήγγειλε το ποίημα και πήρε θάρρος, καθώς έβλεπε τον πατέρα της. Ο πατέρας της είχε ακούσει πολλές φορές τα λόγια στο ποίημα, για πρώτη φορά όμως σκέφτηκε αυτά τα λόγια. Ο Ιησούς ήρθε στη γη για να φανερωθεί η αγάπη Του. Αυτή όμως την αγάπη Του μπορούσε να τη δει, μονάχα εάν έσκυβε ταπεινά, για να γονατίσει μπροστά στη φάτνη, όπως τόσο απλά του είπε η μικρή Ανθούλα.

Ο Ιησούς, με το δικό Του παράδειγμα, μας φανέρωσε πόσο σημαντική είναι η ταπεινοφροσύνη. Εάν κι εμείς ακολουθήσομε το δρόμο της ταπείνωσης, αυτός ο δρόμος θα οδηγήσει για να γνωρίσουμε στη δική μας τη ζωή τον Ιησού Χριστό της φάτνης, του Γολγοθά και της Ανάστασης.

Ας υπάρχει, λοιπόν μεταξύ μας το ίδιο φρόνημα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος και όντας πραγματικός άνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικά, υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού” (Φιλιππησίους 2: 5-8).

Σελίδα 1 από 10

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top