ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (45)

Προσευχή

PROSEYXH

Η Μαρία και ο Γιάννης κάθε πρωί, πριν ξεκινήσουν για το σχολείο, έλεγαν αυτή την προσευχή: «Χριστέ σαν τα παιδάκια, που στη γη όταν ζούσες στοργικά τ’ αγαπούσες, έτσι θέλω κι εμένα, να με έχεις κοντά Σου, στη θερμή Σου αγκαλιά».

Τι λέτε παιδιά, δεν είναι ωραία αυτά τα λόγια; Τι θα λέγατε να τα μάθετε κι εσείς; Προσέξτε όμως. Η Μαρία και ο Γιάννης ήταν παιδιά του Χριστού. Κάποτε η μητέρα τους, τους μίλησε για τον Χριστό. Τους είπε τότε: «Ο Θεός σας αγαπά, παιδιά μου, πιο πολύ από εμένα που είμαι μητέρα σας. Εκείνος είχε ένα Γιο, τον Χριστό, που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία μέσα σε μια φάτνη ταπεινή, μεγάλωσε απλά και φτωχικά. Δίδαξε στους ανθρώπους αυτά που του είπε ο Πατέρας Του, ο Θεός, έκανε πολλά θαύματα, θεράπευσε πολλούς αρρώστους και όταν τέλειωσε την αποστολή Του, πήρε επάνω Του τις δικές μας αμαρτίες (ψέμα, κλοπή, φθόνο, φόνο, ανυπακοή κ.λπ.) και πέθανε σαν άνθρωπος επάνω στο σταυρό. Έτσι, με το σταυρικό Του θάνατο, εμείς σωθήκαμε. Το αίμα Του καθαρίζει τη βρώμικη καρδιά μας».

Μετά από αυτή την αληθινή ιστορία, η Μαρία και ο Γιάννης ζήτησαν από τον Χριστό να καθαρίσει και τη δική τους καρδιά. Είπαν: «Χριστέ, έλα μέσα στην καρδιά μας και κάνε μας δικά Σου παιδιά. Να ζούμε για πάντα στη θερμή Σου αγκαλιά».

Ξέρετε, ο Χριστός αγαπά ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά. Ιδιαίτερα αγαπά εσένα. Τώρα που είσαι μικρός, θέλει να σ’ έχει στην αγκαλιά Του. Να σε προστατεύει μέσα στον κόσμο. Να σε κρατάει μακριά από την αμαρτία και το κακό. Σ’ αγαπά! Πίστεψέ το! Λοιπόν, μην αργήσεις να πεις και συ τα παραπάνω λόγια του Γιάννη και της Μαρίας. Τότε θα δεις πόσο θα αλλάξεις. Μην το αμελείς. Πήγαινε στον Χριστό τώρα και ζήτησέ Του να σε κάνει κι εσένα δικό Του παιδί!

Η Ταπείνωση Οδηγεί Στη Φάτνη

fatni1

Η δεκάχρονη Ανθούλα, καθισμένη πάνω στο χαλί δίπλα στο στολισμένο δέντρο, προσπαθούσε να φτιάξει τη φάτνη. Ο πατέρας της όμως ήταν άκεφος. Η μελαγχολική του διάθεση ήταν αταίριαχτη με το χαρούμενο πνεύμα των Χριστουγέννων. Η μητέρα της επίσης σιωπηλή.

Σε κάποια στιγμή η μικρή Ανθούλα έσπασε τη σιωπή και ρώτησε με ενθουσιασμό:

- Μπαμπά, έλα να δεις τη φάτνη. Είναι ωραία έτσι που την έφτιαξα;

Ο πατέρας της, που δεν φαινόταν να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό της κόρης του, της είπε αφηρημένα:

- Ναι, καλή είναι, αλλά δεν βλέπω τον μικρό Ιησού.

- Πρέπει να σκύψεις πολύ, να γονατίσεις για να μπορέσεις να τον δεις, απάντησε η Ανθούλα, κι έδειξε στο μπαμπά της το Χριστό που ήταν ξαπλωμένος στο παχνί, μέσα βαθιά στο στάβλο.

- Ναι, έχεις δίκιο, είπε ο πατέρας, ενώ στεκόταν δίπλα, βυθισμένος στις σκέψεις του.

Η μητέρα αναστέναξε με πόνο και καθώς γύρισε είπε στον πατέρα:

- Ο Θεός δεν μας άφησε μέχρι τώρα, γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν θα μας αφήσει. Θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε και τις καινούργιες δυσκολίες.

- Ναι βέβαια, διέκοψε απότομα ο πατέρας, εύκολα είναι τα λόγια. Όμως εγώ τώρα είμαι δίχως δουλειά και δίχως χρήματα.

Η Ανθούλα, που αμέριμνη σιγοτραγουδούσε, σταμάτησε για να ακούσει τη συζήτηση. Ύστερα από λίγο ξάφνιασε τον πατέρα της και τον ερώτησε:

- Μπαμπά με αγαπάς;

- Βέβαια σε αγαπώ γλυκιά μου. Σε αγαπώ πολύ. Μα γιατί με ρωτάς;

- Να, σκέφτηκα ότι η αγάπη είναι το καλύτερο δώρο, είπε η Ανθούλα με έμφαση. Ύστερα από λίγο, πριν πάει για ύπνο φίλησε τον πατέρα της, λέγοντάς του ικετευτικά:

- Σε παρακαλώ μπαμπά, αύριο θα απαγγείλω το ποίημά μου στο κατηχητικό στη γιορτή μας και θέλω να είσαι εκεί μπροστά, για να σε βλέπω και να παίρνω θάρρος.

- Μέχρι αύριο, έχουμε καιρό για να σκεφτούμε μικρή μου. Τώρα πήγαινε για να κοιμηθείς, την καθησύχασε ο πατέρας.

Ύστερα από λίγο η Ανθούλα, που ακόμη δεν είχε αποκοιμηθεί, άκουσε τον πατέρα της να λέει:

- Ο Θεός με ξέχασε αυτά τα Χριστούγεννα, κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεση.

Όταν η Ανθούλα άκουσε τον πατέρα της, στεναχωρήθηκε πολύ. Δακρυσμένη γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι της και προσευχήθηκε ψιθυρίζοντας:

- To ξέρω Χριστέ μου ότι Εσύ δεν μας ξέχασες. Ήρθες και φέτος στο σπίτι μας και εγώ σε είδα μέσα στο παχνί. Βοήθησε και το μπαμπά μου για μπορέσει να Σε δει.

Το βράδυ εκείνο, ενώ η Ανθούλα κοιμόταν, η μαμά της πήρε την παλιά της κούκλα και της έφτιαξε ένα καινούργιο φορεματάκι. Ο μπαμπάς της μεταμόρφωσε το ξύλινο σκαμπό σε κρεβατάκι και τα έβαλαν κάτω από το δέντρο. Όταν το πρωί η Ανθούλα ξύπνησε χαρούμενη έφτιαξε μόνη της ένα δωράκι για τους γονείς της και τους το πρόσφερε. Όλοι ήταν χαρούμενοι με τα δώρα που αντάλλαξαν. Δώρα που δεν κόστισαν τίποτα, αλλά έδειχναν πολλή αγάπη.

Η Ανθούλα φόρεσε χαρούμενη το καινούργιο φόρεμα, που της έφτιαξε η μητέρα της. Ήταν πολύ πιο όμορφο από αυτά που έβλεπε στις βιτρίνες. Ο πατέρας της με χαρούμενη διάθεση ετοιμάστηκε για να πάνε όλοι μαζί στη γιορτή. Έτσι, η Ανθούλα απήγγειλε το ποίημα και πήρε θάρρος, καθώς έβλεπε τον πατέρα της. Ο πατέρας της είχε ακούσει πολλές φορές τα λόγια στο ποίημα, για πρώτη φορά όμως σκέφτηκε αυτά τα λόγια. Ο Ιησούς ήρθε στη γη για να φανερωθεί η αγάπη Του. Αυτή όμως την αγάπη Του μπορούσε να τη δει, μονάχα εάν έσκυβε ταπεινά, για να γονατίσει μπροστά στη φάτνη, όπως τόσο απλά του είπε η μικρή Ανθούλα.

Ο Ιησούς, με το δικό Του παράδειγμα, μας φανέρωσε πόσο σημαντική είναι η ταπεινοφροσύνη. Εάν κι εμείς ακολουθήσομε το δρόμο της ταπείνωσης, αυτός ο δρόμος θα οδηγήσει για να γνωρίσουμε στη δική μας τη ζωή τον Ιησού Χριστό της φάτνης, του Γολγοθά και της Ανάστασης.

Ας υπάρχει, λοιπόν μεταξύ μας το ίδιο φρόνημα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος και όντας πραγματικός άνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικά, υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού” (Φιλιππησίους 2: 5-8).

Η Πίστη Ανταμείβεται

pisthskylos

Ο Σπότ ίσως να ήταν για όλους ένα συνηθισμένο σκυλάκι, όχι όμως και για τον Δήμο. Από τότε που ο πατέρας του το έφερε στο σπίτι, ο Δήμος τον αγάπησε και οι δυο τους έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Ο Δήμος δεν είχε άλλα αδέλφια για να μοιράζεται την αγάπη του και έτσι ο Σπότ του έκλεψε όλη του την καρδιά.

Μια μέρα όμως ο Σπότ εξαφανίστηκε. Ο Δήμος γύρισε από το σχολείο και όταν το κατάλαβε, λυπήθηκε πάρα πολύ. Κοίταζε το αδειανό σπιτάκι του και τα ματάκια του βούρκωναν. Ανησυχούσε και άσχημες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Έτσι ο Δήμος βγήκε στις γειτονιές και άρχισε να ψάχνει και να ρωτάει, αλλά κανένας δεν του έδινε σημασία.

Αργά το βράδυ ο Δήμος γύρισε στο σπίτι κουρασμένος και απογοητευμένος, έτοιμος να κλάψει. Άδικα προσπάθησε η μητέρα του να τον παρηγορήσει. Έτσι, κοιμήθηκε κατάκοπος με μια κρυφή ελπίδα, ότι μόλις θα ξημέρωνε ο Σπότ θα γύριζε στο σπιτάκι του.

Η νύκτα πέρασε και το επόμενο πρωινό το σπιτάκι ήτανε άδειο. Αποφασισμένος για όλα ρώτησε τη μητέρα του: «Τι άλλο μπορώ να κάνω για τον αγαπημένο μου φίλο;». Η μητέρα του, αφού σκέφθηκε για λίγο, του απάντησε: «Από τη δική σου την πλευρά εσύ έκανες ό,τι μπορούσες. Ένα όμως δεν έκανες. Δεν προσευχήθηκες. Ο Θεός μπορεί να κάνει αυτό που εσύ δεν μπόρεσες».

Ο Δήμος γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι του και προσευχήθηκε. Αφού τελείωσε την προσευχή του, πήρε όσα χρήματα είχε στον κουμπαρά του, έτρεξε στα μαγαζιά και αγόρασε μια ωραία αλυσίδα με κολάρο.

Όταν τον ρώτησε η μητέρα του με απλότητα της απάντησε: «Αφού εμείς προσευχηθήκαμε στο Θεό να μας φέρει πίσω τον Σπότ, αγόρασα αυτήν την αλυσίδα, γιατί πιστεύω ότι ο φίλος μου ο Σπότ θα γυρίσει πίσω». Η μητέρα του συγκινημένη αγκάλιασε το μικρό παιδάκι, λέγοντάς του: «Και βέβαια. Ο Θεός θα μας τον φέρει πίσω».

Μερικές μέρες αναμονής πέρασαν, που ήταν αρκετές για να δοκιμαστεί η απλή παιδική πίστη. Έτσι, ένα πρωινό ο Δήμος ξύπνησε από τα γνώριμα γαυγίσματα του Σπότ. Επιτέλους ο Σπότ γύρισε στην αγκαλιά του μικρού αφέντη του. Φυσικά ο Σπότ, ποτέ δε μπόρεσε να διηγηθεί στο Δήμο την περιπέτειά του, ούτε ο Δήμος να εξηγήσει στον Σπότ την αγωνία του και τα δάκρυά του. Για να είναι όμως σίγουρος ο Δήμος ότι δεν θα ξανασυμβεί το ίδιο, του πέρασε στο λαιμό του καινούργιο κολάρο και την αλυσίδα.

Ο Θεός είναι αλήθεια ότι χρησιμοποιεί το καθετί που συμβαίνει στη ζωή μας, για να μας διδάξει να Τον αγαπάμε, να Τον εμπιστευόμαστε και να στηριζόμαστε στην υπόσχεσή Του: «Αφήστε όλες σας τις μέριμνες στο Θεό, γιατί αυτός φροντίζει για σάς» (Α΄ Πέτρου 5: 7).

Μην Προσπαθείς να Ευαρεστήσεις τους Ανθρώπους

MylonasGaidaros

Ήταν μια ζεστή μέρα του Ιούλη και ο κυρ-Μήτσος ξεκίνησε για το ετήσιο πανηγύρι στο χωριό. Μαζί του πήρε το γιο του, το Στάθη και τον Κίτσο, το πιστό του γαϊδουράκι. Στο δρόμο συναντούσαν πολλούς συγχωριανούς που κατευθύνονταν στο πανηγύρι. Ένας περαστικός τότε πρόσεξε τον κυρ-Μήτσο που προχωρούσε πεζός με το γιο του και το γαϊδουράκι του και του είπε: «Γιατί τρέφεις αυτό το ζώο εφόσον δεν το καβαλάς; Εγώ φίλε μου εάν ήμουν στη θέση σου, δεν θα έκανα την ανοησία αυτή».

Σκέφτηκε ο κυρ-Μήτσος και συμφώνησε. Έβαλε λοιπόν το γιο του πάνω στο γαϊδουράκι και προχωρούσε δίπλα καμαρωτός. Δεν προχώρησαν όμως πολύ και συνάντησαν μια παρέα αντρών που κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Ο ένας από αυτούς πρόσεξε το παιδί πάνω στο γαϊδουράκι και είπε: «Για δέστε ένα τεμπέλη γιο, που καβαλάει αυτός, ενώ ο φουκαράς ο πατέρας πάει πεζός». Ο κυρ-Μήτσος, αφού σκέφτηκε λίγο, είπε στο γιο του να κατέβει για να καβαλήσει αυτός τον γάιδαρο. Ύστερα από λίγο, όπως προχωρούσαν, συναντήθηκαν με δυο γυναίκες, που κάθονταν στην αυλή και σχολίαζαν τον κάθε περαστικό. Είδαν τον κυρ-Μήτσο καβάλα στο γάιδαρο και είπαν: «Δες έναν άσπλαχνο πατέρα! Πώς του κάνει καρδιά να καβαλάει αυτός και το καημένο το παιδί να περπατά;».

Ο κυρ-Μήτσος τότε ντροπιάστηκε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε τότε για λίγο και ανέβασε και το γιο του στο γάιδαρο. Έτσι προχωρούσαν για το πανηγύρι. Όσο όμως πλησίαζαν, τόσο συναντούσαν περισσότερους, που τους κοιτούσαν παράξενα και κάτι έλεγαν μεταξύ τους. Στο τέλος κάποιος τόλμησε να μιλήσει: «Δεν ντρέπεστε εσείς δυο γάιδαροι να παραφορτώνετε έτσι το καημένο το ζώο;».

Ο κυρ-Μήτσος τότε με το γιο του πήδηξαν κάτω, τράβηξαν το ζώο στην άκρη και αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία. Τι έπρεπε να κάνουν επιτέλους, για να τους ευχαριστήσουν όλους και να μην τους δίνουν αφορμή να τους περιγελούν;

Αυτός λοιπόν, που προσπαθεί παιδιά μου, να τους ευχαριστήσει όλους, στο τέλος δεν μπορεί να ευχαριστήσει κανέναν. Την αλήθεια αυτή ο απόστολος Παύλος ξεκάθαρα τη διατυπώνει: «Τι νομίζετε; Των ανθρώπων την εύνοια επιδιώκω τώρα ή του Θεού; Ή μήπως ζητώ να αρέσω στους ανθρώπους; Όχι, γιατί αν πράγματι ζητούσα να αρέσω στους ανθρώπους, δεν θα ήμουν υπηρέτης του Χριστού» (Γαλάτας 1:10).

Γι’ αυτό φροντίστε παιδιά μου, πρώτα τον Θεό να ευαρεστήσετε και το δικό Του το θέλημα να κάνετε στη ζωή σας. Μη σας μέλει για τους ανθρώπους, γιατί είναι αδύνατον να μπορέσετε όλους να τους ευχαριστήσετε.

Ο Θεός Ακούει Τις Προσευχές Των Παιδιών

 

PaidiKeri

 

Ο Θεός ακούει τις προσευχές των μεγάλων, καθώς και των μικρών. Ο θείος Θωμάς ήταν άρρωστος. Υπέφερε από μια πολύ άσχημη αρρώστια. Πολλές φορές έπεφτε στο πάτωμα αναίσθητος. Είχε επιληψία. Μια μέρα ο θείος Θωμάς έμεινε στο σπίτι για κάτι δουλειές. Ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι της πόρτας και, πριν προλάβει καλά-καλά ν’ ανοίξει, μπήκαν μέσα χαρούμενα τ’ ανήψια του, ο Κώστας και η Λένα. Ο θείος Θωμάς αγαπούσε πολύ τα μικρά ανηψάκια του και χάρηκε ιδιαίτερα με την επίσκεψή τους. Πέρασαν λίγες ώρες ευχάριστα μαζί. Ξαφνικά, ο θείος Θωμάς ένιωσε άσχημα και έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Η Λένα κι ο Κώστας όμως δεν τρόμαξαν, γιατί πολλές φορές είχαν δει τον αγαπημένο τους θείο σ’ αυτή την κατάσταση. Τα παιδιά είχαν διαβάσει στην Αγία Γραφή ότι ο Χριστός θεράπευε όσους πήγαιναν κοντά Του κι ακόμη ότι ο Θεός ακούει τις προσευχές των παιδιών Του. Έτσι, τα παιδιά ύψωσαν τη φωνή τους στον Θεό και προσευχήθηκαν με πίστη σ’ Εκείνον, να θεραπεύσει το θείο τους. Ξέρετε παιδιά ποιο ήταν το αποτέλεσμα της προσευχής; Ο θείος Θωμάς ποτέ πια δεν αρρώστησε από τότε. Ο Θεός τον θεράπευσε τέλεια και οριστικά. Ο Θεός άκουσε την προσευχή του Κώστα και της Λένας, όπως ακούει και σήμερα τις προσευχές όλων των παιδιών Του.

Όσοι πιστεύουν στον Ιησού Χριστό έχουν το δικαίωμα να προσεύχονται, ζητώντας από τον Θεό ό,τι έχουν ανάγκη, κι Εκείνος, επειδή είναι γεμάτος έλεος και καλοσύνη, ακούει και απαντά στην κάθε προσευχή τους.

Σελίδα 1 από 9

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top