ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (39)

Ο Καλός ΠαππούςPAPPOYSEGGONIA

Ο Δημήτρης και η Σοφούλα κάθε μέρα με αγωνία περίμεναν εκείνη την ώρα που ο καλός παππούς τους θα τους φώναζε κοντά στην πολυθρόνα του, για να τους πει τις όμορφες ιστορίες του. Τους έλεγε πώς ζούσε όταν ήταν μικρό παιδί κι αυτός, πώς σπούδασε όταν ήταν νέος και πώς δούλευε ταυτόχρονα, για να στηρίζει την οικογένειά του και τα ορφανά αδέλφια του. Προπαντός τους έλεγε πώς έζησε και συνεχίζει να ζει μέσα στις τόσες δυσκολίες μαζί με τον Θεό.

Τους μιλούσε για το τόσο μεγάλο ενδιαφέρον του Θεού για τον άνθρωπο καθημερινά, σε όλη του τη ζωή. Για την αγάπη που έδειξε ο Θεός, στέλνοντας τον Χριστό, το μοναδικό παιδί Του, να σταυρωθεί για τις δικές μας τις αμαρτίες. Τον πόνο που υπέφερε πάνω στο Σταυρό για εμάς. Το αίμα που έχυσε πάνω στο Σταυρό. Το ακάνθινο στεφάνι που φόρεσε.

Ο Δημήτρης και η Σοφούλα, προσπαθούσαν να καταλάβουν γιατί ο Θεός έδειξε τόση αγάπη και αξία για τον άνθρωπο. Έτσι ρώτησαν τον παππού:

Γιατί αξίζουμε τόσο πολύ στα μάτια του Θεού; Δεν έχει ανάγκη από εμάς. Έχει τόσες χιλιάδες αγγέλους που Τον υπηρετούν. Επομένως δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρεται για εμάς τους ανθρώπους.

Έχεις δίκιο Δημήτρη. Δεν θα έπρεπε να μας αγαπάει, ούτε να ενδιαφέρεται για εμάς τους ανθρώπους. Αλλά Εκείνος μας αγαπάει, επειδή ο καθένας από εμάς είναι πολύτιμος γι’ Αυτόν – ο άρρωστος, ο γέρος, ο φτωχός, το κάθε αγόρι και κορίτσι – δεν έχει σημασία πόσο κακοί ή πόσο καλοί είμαστε. Ο Θεός μάς αγαπάει χωρίς να το αξίζουμε. Όλος ο κόσμος και οι ουρανοί είναι δικοί Του, όμως αγαπάει και ενδιαφέρεται ξεχωριστά για τον καθένα από εμάς. Δεν θέλει κανένας μας να χαθεί.

Καθώς άκουγαν ο Δημήτρης και η Σοφούλα τα λόγια του παππού, σιγά – σιγά κατάλαβαν την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Γονάτισαν, με τη βοήθεια του παππού, και ζήτησαν ο Χριστός να έρθει μέσα στην καρδιά τους. Έτσι έγιναν κι αυτοί παιδιά του Θεού.

«Σε όσους Τον δέχτηκαν και πίστεψαν σ’ Αυτόν,
έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του Θεού»
(Ιωάννης 1:12).

gourounakiΤο Καθαρό Γουρουνάκι με τη Βρώμικη Καρδιά

Ο Λεωνίδας ήταν ένα παιδί με φόβο Θεού. Πήγαινε στο κατηχητικό σχολείο και εκεί άκουσε ότι θα πρέπει να αλλάξει τον τρόπο της ζωής του. Ο καημένος ο Λεωνίδας προσπαθούσε να είναι καλός. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν τα κατάφερνε. Η κατάστασή του τον κούρασε και τον απογοήτεψε. Έτσι πλησίασε το δάσκαλο του Κατηχητικού Σχολείου και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ο δάσκαλος του διηγήθηκε τότε την ιστορία με το «καθαρό» γουρουνάκι.

Η κυρά – Φωτεινή είχε ένα γουρουνάκι. Το αγαπούσε και το καμάρωνε πολύ. Ήθελε να το διδάξει να συμπεριφέρεται αλλιώτικα από τ’ άλλα γουρουνάκια και να είναι πάντοτε καθαρό. Γέμισε λοιπόν μια λεκάνη με χλιαρό νερό. Το περιέχυσε με σαμπουάν και με μια βούρτσα άρχισε να τρίβει και να τρίβει, ώσπου το έκανε να λάμπει. Στο τέλος έδεσε στο λαιμό του μια γαλάζια κορδέλα. Τώρα με το κάτασπρο δέρμα, τη γαλάζια κορδέλα και τη ροζ μουσουδίτσα του, το γουρουνάκι φαινόταν πιο ωραίο.

Η κυρά – Φωτεινή ήταν πολύ χαρούμενη με το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της. Του έδεσε ένα λουράκι στο λαιμό του και αποφάσισε να το βγάλει περίπατο για νατο δουν οι φίλοι της.

Όλα πήγαιναν καλά, ώσπου το γουρουνάκι είδε μια γούρνα γεμάτη λασπόνερα. Τινάχτηκε απότομα, ξέφυγε από το χέρι της κυρίας του και πήγε στα λασπόνερα. Δίχως χρονοτριβή, χώθηκε στις λάσπες και με φανερή ευχαρίστηση κυλιόταν βαθύτερα και βαθύτερα.

tsagkarhsΠαραμονή Χριστουγέννων! Έξω έκανε κρύο. Στην πόλη ζούσε ένας τσαγκάρης που από χρόνια φύλαγε ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια, που τα είχε φτιάξει και τα καμάρωνε για την τέχνη του.

Μόλις τελείωσε τις τελευταίες παραγγελίες, κάθισε να διαβάσει την Αγία Γραφή. Τα μάτια του σταμάτησαν στα λόγια: «…Η Μαριάμ γέννησε τον πρωτότοκο γιο της. Τον σπαργάνωσε και τον ξάπλωσε σ’ ένα παχνί, γιατί δε βρήκαν μέρος στο πανδοχείο». Έβγαλε τα γυαλιά του, κοίταξε γύρω στο φτωχικό του και επανέλαβε:

- Δεν βρήκαν μέρος στο πανδοχείο! Αν ζούσα τότε που γεννήθηκε ο Ιησούς, εγώ θα τους παραχωρούσα το δικό μου δωμάτιο και το δικό μου κρεβάτι. Μακάρι να ερχόταν απόψε!

Πήρε τα παπουτσάκια στο χέρι του και ψιθύρισε:

- Οι Μάγοι Του πρόσφεραν χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εγώ δεν είμαι πλούσιος, αλλά έχω αυτά τα παπουτσάκια. Αυτά θα Του δώσω. Κι έτσι όπως σκεφτόταν, αποκοιμήθηκε. Τότε άκουσε κάποιον να του λέει:

- Είπες ότι θέλεις να με φιλοξενήσεις! Να με περιμένεις αύριο.

Πριν ακόμη χαράξει, σηκώθηκε γρήγορα και έτρεξε στην Εκκλησία. Τι υπέροχοι ύμνοι ήταν αυτοί.

Στο γυρισμό προς το σπίτι είχε συνεχώς στο μυαλό του την σκέψη ότι σήμερα θα τον επισκεφθεί ο Χριστός.

Φθάνοντας στο σπίτι, άρχισε γρήγορα να συγυρίζει το δωμάτιο, έριξε μπόλικα ξύλα στη φωτιά και ετοίμασε το πρωινό του.

- Χριστούγεννα! Σήμερα θα μ’ επισκεφτεί ο Ιησούς, είπε και χαμογέλασε χαρούμενος. Πήρε τη θέση του στο παράθυρο και περίμενε.

Σε λίγο είδε τον οδοκαθαριστή. Ο καημένος, σήμερα είναι αναγκασμένος να δουλεύει έξω στο κρύο.

- Έλα, κάτσε δίπλα στη σόμπα να ζεσταθείς, του είπε. Βιάστηκε να του προσφέρει ένα τσάι και ξαναπήρε τη θέση του στο παράθυρο.

- Ποιον περιμένεις; τον ρώτησε ο οδοκαθαριστής.

- Περιμένω τον Αφέντη μου, τον Ιησού Χριστό. Μου υποσχέθηκε πως σήμερα θα μ’ επισκεφτεί.

Ο οδοκαθαριστής τον ευχαρίστησε για όλα και φεύγοντας του είπε:

- Ίσως να μην τον δεις, όπως ακριβώς τον περιμένεις.

Ο τσαγκάρης επέστρεψε στο παράθυρο και συνέχισε να ψάχνει το Χριστό ανάμεσα στους περαστικούς. Σε λίγο πρόσεξε ένα κοριτσάκι που έκλαιγε. Έτρεξε, άνοιξε την πόρτα και το φώναξε μέσα.

- Έχασα τη μαμά μου, του λέει.

- Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω να πας σπίτι σου, έλα πρώτα να ζεσταθείς.

romaiospolemistis

«Μπράβο, τέλεια πάσα», φώναξαν τα παιδιά απ’ τις κερκίδες. Ο Νίκος φούσκωσε από υπερηφάνεια. Όμως, καθώς έκανε να κλωτσήσει τη μπάλα πρόσεξε τα πόδια του, είδε ότι ήταν ξυπόλυτος και φορούσε τις πιτζάμες του. Μάταια τότε προσπάθησε να φύγει τρέχοντας από το γήπεδο, γιατί γύρω του στέκονταν τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας, που τον έδειχναν με το δάχτυλο και τον περιγελούσαν. Κρύος ιδρώτας τον περίλουσε. Φόβος και τρόμος τον κυρίεψαν και ανάπνεε με δυσκολία.

Τη στιγμή εκείνη όμως κάτι έγινε και ο Νίκος ξύπνησε και διηγήθηκε στην μητέρα του το φοβερό όνειρο μουρμουρίζοντας: «Ευτυχώς που ήταν όνειρο, γιατί το πραγματικό μας παιχνίδι θα γίνει το Σάββατο. Πρέπει να προπονηθώ και να φοράω και τη στολή μου».

Η μητέρα του, που καθόταν δίπλα του και διάβαζε την Καινή Διαθήκη, του διάβασε κάτι για να τον βοηθήσει. «Ντυθείτε με την πανοπλία που ο Θεός μας τη δίνει, για να μπορέσετε ν’ αντιμετωπίσετε τα τεχνάσματα του διαβόλου» και μετά του εξήγησε: «Πόσο γελοίος και ανόητος φαίνεται ένας παίχτης μέσα στο γήπεδο όταν μπει ξυπόλυτος με τις πιτζάμες του. Πριν αρχίσει το παιχνίδι φοράει πάντοτε την κατάλληλη στολή. Έτσι ακριβώς και ο κάθε πιστός Χριστιανός, πριν μπει στο στάδιο του αγώνα της ζωής, θα πρέπει να ντυθεί την κατάλληλη στολή, ώστε να μπορέσει να αντισταθεί όταν έρθει η ώρα της σατανικής επίθεσης».

girlΗ Βίκυ το έβρισκε δύσκολο ν’ αναγνωρίσει και να ομολογήσει τα σφάλματά της. Κάθε φορά που έκανε κάτι κακό, αντί να το ομολογήσει, προσπαθούσε να σκαρφιστεί μια ψεύτικη δικαιολογία για να καλύψει το σφάλμα της. Φυσικά, το ψέμα της στο τέλος αποκαλυπτόταν και η μητέρα της την τιμωρούσε.

Το καλοκαίρι οι γονείς της Βίκυς της χάρισαν ένα ρολόι. Ήταν πολύ όμορφο και όλα τα παιδιά θα το ζήλευαν.

Οι γονείς της της είπαν ότι αν το πρόσεχε, θα το είχε για πολλά χρόνια. Ακόμη της θύμισαν ότι θα πρέπει να το βγάζει κάθε φορά που κάνει μπάνιο στη θάλασσα.

Μια μέρα, ενώ έκανε μπάνιο στη θάλασσα, με τρόμο πρόσεξε ότι το ωραίο της ρολόι το είχε ακόμη στο χέρι της. Πετάχτηκε αμέσως έξω, το έβγαλε γρήγορα, το σκούπισε με την πετσέτα και το έφερε στο αφτί της. Το ρολόι όμως δεν δούλευε!

Ωχ, το αγαπημένο μου ρολόι, κλαψούρισε. Το κατέστρεψα και τώρα τι θα πω στους γονείς μου; Η Βίκυ δεν είχε το θάρρος να τους πει την αλήθεια.

Η Βίκυ φύλαγε το μυστικό της για τρεις, τέσσερεις μέρες, ώσπου ένα πρωινό ο πατέρας της τη ρώτησε:

– Βίκυ τι ώρα είναι;

Η Βίκυ τότε άλλαξε χρώμα.

– Δεν ξέρω. Το ρολόι μου σταμάτησε.

– Γιατί; είπε ο πατέρας της και το πήρε στα χέρια του. Παράξενο! Πώς δημιουργήθηκε αυτή η υγρασία κάτω από το γυαλί; αναρωτήθηκε ο πατέρας της.

– Δεν ξέρω ….Ίσως από τη χθεσινή βροχή, είπε η Βίκυ μπερδεύοντας τα λόγια της.

– Όχι Βίκυ. Χθες δεν έβρεξε καθόλου, είπε η μητέρα της που άκουγε παραδίπλα.

– Πες μου την αλήθεια, Βίκυ. Μήπως έκανες μπάνιο φορώντας το ρολόι σου;

Η Βίκυ που πιέστηκε για να πει την αλήθεια, τελικά ομολόγησε :

– Ναι, το ξέχασα στο χέρι μου.

– Γιατί δεν μου το είπες από την αρχή και προτίμησες να μου πεις ψέματα;

– Αν μας το έλεγες αμέσως, θα πηγαίναμε στο ρολογά. Φοβάμαι πως αχρηστεύθηκε.

– Αχρηστεύθηκε; Είπε η Βίκυ κλαίγοντας.

– Ποτέ, ποτέ πια ψέματα, μανούλα.

Τα ψέματα παιδιά μου είναι μια πολύ κακιά συνήθεια, που θα πρέπει να την εξομολογηθούμε στον Θεό, για να ζητήσουμε τη βοήθειά Του, ώστε να την αποβάλλουμε και να μη μας γίνει πάθος.

Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε: «Η αλήθεια μένει ζωντανή για πάντα, ενώ το ψέμα διαρκεί μονάχα μια στιγμή». «Ο Κύριος απεχθάνεται τους ψεύτες, μα Του είναι ευχάριστοι αυτοί που ζουν με την αλήθεια» (Παροιμίες 12: 19,22).

Σελίδα 2 από 8

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top