ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (39)

Πάντα είχα την απορία, γιατί πρέπει, ως Ορθόδοξος Χριστιανός, να συνδέω  την προσφορά προς τον συνάνθρωπο και τον εθελοντισμό με το Ευαγγέλιο; Υπάρχουν χιλιάδες εθελοντικές οργανώσεις  που προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες  προς τον συνάνθρωπο μας και οι οποίες κινούνται από  υποχρέωση και καθήκον προσφοράς, χωρίς να γίνεται σύνδεσή τους με κάποια θρησκεία. Η απορία μου αυτή έμενε μετέωρη για πολλά χρόνια, μέχρι που ο Κύριος μου την έλυσε  με το εξής περιστατικό:

Βρίσκομαι στο νοσοκομείο για να κρατήσω συντροφιά σε έναν εγκαταλειμμένο ασθενή, που βρίσκεται εκεί για πολλές ημέρες. Παιδιά δεν έχει και η σύζυγός του δυστυχώς είναι κατάκοιτη από άλτσχάϊμερ. Η μοναξιά τού πληγώνει την ψυχή αφάνταστα, περισσότερο από τον σωματικό του πόνο. Κάθομαι δίπλα του, κουβεντιάζω  και  τον ενθαρρύνω. Εκείνος μιλά μαζί μου για την ζωή του, αλλά κάποιες στιγμές παθαίνει παραισθήσεις και μου δείχνει  πρόσωπα που δεν υπάρχουν στο δωμάτιο. Τα δάχτυλα των χεριών του κρατάνε την άκρη του σεντονιού και κινούνται νευρικά, ακατάπαυστα, σαν να θέλει να το σκίσει.

Ο ορθολογισμός μου, κινούμενος από καθήκον να του καλύψω την μοναξιά του και να του γλυκάνω τον ψυχικό του πόνο επί μιάμιση ώρα, δεν τον απάλλαξε από τη νευρική κίνηση των δακτύλων επάνω στο σεντόνι. Η ταραχή και ανησυχία του ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του. Κάποια στιγμή στοργικά του λέω: «Ηρεμήστε», τον σκεπάζω  με το σεντόνι, του χαϊδεύω το στήθος και μετά το μέτωπο.

Τότε ακούω από τον ασθενή ένα «ευχαριστώ». Τα δάχτυλα του χεριού του ηρεμούν, το νευρικό του πρόσωπο γαληνεύει και βυθίζεται στον ύπνο. Τότε συνειδητοποιώ πως ό,τι δεν κατάφερα σε μιάμιση ώρα, το κατάφερα μέσα σε λίγα λεπτά.

Άλλο πράγμα το καθήκον και άλλο πράγμα η αγάπη. Το καθήκον, ο ανθρωπισμός, είναι προϊόντα του νου, ενώ η αγάπη είναι προϊόν της καρδιάς. Δύο κινήσεις  της ψυχοσωματικής οντότητας του ανθρώπου, η πρώτη έχει όρια τη λογική, ενώ η δεύτερη δεν έχει κανένα όριο, διότι μπορεί να φτάσει  μέχρι την αυτοθυσία. Να γιατί ο Χριστός επιπλήττει τη Μάρθα που «μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά» ενώ για την αδελφή της λέει ότι «την αγαθή μερίδα εξελέξατο» (Λουκ. 10:41-42). Ο Χριστός δεν θέλει τους ανθρώπους του καθήκοντος, αλλά εκείνους της αυτοθυσίας, όπως και ο ίδιος θυσιάστηκε για τη δική μας σωτηρία.

(Ανώνυμο)

Ο Αρσένιος (π. Παΐσιος) προσπαθούσε να συνηθίσει τις συνθήκες της μοναχικής ζωής. Προτιμούσε τα άνοστα φαγητά. Δεν έβαζε αλάτι στο φαγητό, για να μην πίνει πολύ νερό. Έπλενε τα ρούχα του ο ίδιος. Δεν άφηνε την μητέρα και τις αδελφές του να τα πλένουν.

Μία περίοδο που πήγαινε με τα αδέλφια του και εργαζόταν στα χωράφια, σε ένα σημείο τους άφησε να προχωρήσουν και αυτός παρέμεινε πίσω. Από περιέργεια τον παρατήρησαν κρυφά και τι να δουν! Έβγαζε τα παπούτσια του και ξυπόλυτος περνούσε τρέχοντας ένα χωράφι με κομμένο τριφύλλι. Ήταν σαν να έτρεχε πάνω σε λεπτά καρφιά. Το κομμένο τριφύλλι τρυπούσε τα πόδια του και έμπαινε μέσα στις σάρκες. Αιμάτωναν τα πέλματα των ποδιών του. Υπέμενε όμως με χαρά τον πόνο μιμούμενος τους Μάρτυρες, όπως διάβαζε στα Συναξάρια, προσπαθώντας να γίνει και αυτός συγκοινωνός και συμμέτοχος των παθημάτων τους. Με τέτοιο μαρτυρικό φρόνημα και θείο έρωτα ήταν πυρακτωμένη η παιδική του ψυχή.

Είχε συνήθεια μια ημέρα την εβδομάδα να ανεβαίνει στο βουνό. Εκεί στην ησυχία περνούσε με νηστεία, προσευχή, μελέτη και μετάνοιες. Τον είλκυε η ησυχία και επιθυμούσε να αξιωθεί να ζήσει όπως οι ασκητές και οι ερημίτες. Μαζί του κρατούσε τον Σταυρό. «Είχα τέτοια πίστη τότε, που ανέβαινα στο βουνό με τον Σταυρό, που δεν φοβόμουν τίποτε».

Ο Ραφαήλ, ο μεγαλύτερός του αδερφός, βλέποντάς τον να επιδίδεται σε μεγάλους αγώνες, προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Αλλά, ενώ μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε ετών δεχόταν σιωπηλά την κηδεμονία του, τώρα «ύψωσε ανάστημα» και αντέδρασε. Έκτοτε δεν τόλμησε να τον εμποδίσει. Αργότερα, όταν τον συνάντησε ως μοναχό, του ζήτησε συγχώρεση. Οι γονείς όμως χαίρονταν και καμάρωναν τον Αρσένιο. Επειδή είχαν ευλάβεια, καταλάβαιναν τους αγώνες του και δεν ανησυχούσαν.

Ο Αρσένιος δεν αγωνιζόταν μόνο με νεανικό ενθουσιασμό, αλλά και με γεροντική σύνεση. Συνόδευε τις ασκήσεις του με πολλή προσοχή και αυτοέλεγχο. Κάθε ημέρα εξέταζε τον εαυτό του τι έκανε, πώς μίλησε, αν πλήγωσε κάποιον με την συμπεριφορά του.

(Γέροντας Παΐσιος, Ενωμένη Ρωμιοσύνη, σελ. 34,35)

Σε μια πόλη της Καππαδοκίας, υπήρχε ένας ενάρετος ιερεύς ονομαζόμενος Αναστάσιος, που περιέθαλπε στο σπίτι του ένα λεπρό, χωρίς κανένας να το γνωρίζει.

Κάποτε ο Μ. Βασίλειος ήρθε στο σπίτι τους και συνάντησε την άγνωστή του πρεσβυτέρα. Την χαιρέτισε με το όνομά της! Εκείνη απόρησε πολύ γι’ αυτό. Στην συνέχεια τη ρώτησε.

Πού είναι ο π. Αναστάσιος;

Δεύτερη έκπληξη για την πρεσβυτέρα! Ακολούθησε όμως και τρίτη και τέταρτη και πέμπτη. Όταν του είπε ότι ο σύζυγός της πήγε στο χωράφι, ο άγιος της απήντησε:

Ξέρεις; Έχει ήδη γυρίσει από το χωράφι και είναι μέσα στο σπίτι.

Η πρεσβυτέρα τότε, αναγνωρίζοντας την αγιότητα του αρχιεπισκόπου, έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να προσευχηθεί γι’ αυτήν.

Στον πρεσβύτερο Αναστάσιο ο Μ. Βασίλειος είπε:

Μην την ονομάζεις σύζυγο, αλλά αδελφή, εφ’ όσον ζείτε σαν αδέλφια.

Έπειτα τον ρώτησε ποια άλλη αρετή καλλιεργεί. Εκείνος δήλωσε κατηγορηματικά:

Καμιά αρετή δεν έχω, δέσποτά μου και δεν έχω κανένα καλό.

Ώστε έτσι; είπε ο άγιος. Για να δούμε αυτό το δωμάτιο.

Του έδειξαν το δωμάτιο, που είχε κλεισμένο τον λεπρό.

Άνοιξε την πόρτα, τον διέταξε.

Άγιε δέσποτα, να μην ανοίξουμε. Ο τόπος είναι μολυσμένος.

Μα κι εγώ, τέτοιο τόπο χρειάζομαι.

Η πόρτα άνοιξε και εμφανίσθηκε ο λεπρός. Ο Μ. Βασίλειος είπε στον ιερέα:

Γιατί μου κρύβεις αυτόν τον θησαυρό;… Αγωνίσθηκες γι’ αυτόν τόσα χρόνια. Άφησέ με αυτήν την νύχτα να τον υπηρετήσω κι εγώ.

Έμεινε ο άγιος στο κελί του λεπρού όλη την νύχτα, προσευχόμενος θερμά στον Θεό! Το πρωί τον έβγαλε έξω εντελώς υγιή. Όλα τα σημάδια της φοβερής ασθενείας είχαν εξαφανισθεί.

(Συναξαριστής Α΄)

Κάποτε ο Όσιος Πορφύριος ξεκίνησε μαζί με τρία πνευματικά του τέκνα να πάνε σ’ ένα μοναστήρι. Ξεκίνησαν με τα πόδια, αλλά κουράστηκαν και τότε φάνηκε ένα ταξί. Λέει ο γέροντας: «Αυτό το ταξί θα σταματήσει μόνο του να μας πάρει, δεν θα μιλήστε στον ταξιτζή σ’ αυτά που θα λέει, μόνον εγώ θα μιλήσω».

Όταν μπήκαν στο ταξί άρχισε ο ταξιτζής να κατηγορεί τους παπάδες και ρωτούσε τους λαϊκούς: «Έτσι δεν είναι βρε παιδιά; Εσείς τι λέτε»; Εκείνοι δεν μιλούσαν οπότε λέει στον Όσιο Πορφύριο: «Έτσι δεν είναι παππούλη»; Εκείνος απαντά: «Παιδί μου θα σου πω μια ιστορία, δεν θα χρειαστεί να την πω δεύτερη φορά.

Ήταν ένας άνθρωπος που είχε έναν ηλικιωμένο γείτονα ο οποίος είχε ένα μεγάλο κτήμα. Μια νύχτα τον σκότωσε και τον έθαψε. Με διάφορα πλαστά χαρτιά πήρε το κτήμα του γείτονά του και το πούλησε. Και ξέρεις τι αγόρασε με τα χρήματα που πήρε από το κτήμα; Αγόρασε ένα ταξί».

Μόλις άκουσε αυτά ο ταξιτζής, συγκλονίστηκε και σταμάτησε το ταξί στην άκρη του δρόμου. «Μην πεις τίποτα παππούλη, μόνο εγώ το ξέρω αυτό και εσύ». «Το ξέρει κι ο Θεός», του απάντησε ο γέροντας. «Εκείνος μου το είπε για να σου το πω. Και να φροντίσεις απ’ εδώ και μπρος να αλλάξεις ζωή».

Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ’ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία, εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του, κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών. Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη. Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του, τώρα αναλύθηκε σε δάκρυα. «Γιατί Θεέ μου», άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή.

Κι ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου. Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία. «Πώς με βρήκατε σε τούτη την ερημιά;» τους ρώτησε. «Είδαμε, του είπαν, το σινιάλο του καπνού απ’ την φωτιά που άναψες»!

Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι. Περίμενε και θα προβάλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού. Γιατί στ’ αλήθεια: «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. 8, 28).

Και μην πεις στο τέλος ότι ήταν τυχαίο!

Πηγή: http://istologio.org

Σελίδα 1 από 8

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top