ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (44)

Έχουμε Φοβερά Προβλήματα

 

PORFYRIOSeyxi

 

Τι σας είπε ο Γέροντας Πορφύριος για τα παιδιά;

— Να συμπεριφερόμαστε στα παιδιά μας με αγάπη και καλοσύνη και να κάνουμε προσευχή στο Θεό.

— Πόσα παιδιά έχετε;

— Τρεις γιούς.

Πήγαινα και του έλεγα: «Γέροντα, έχουμε προβλήματα με τα παιδιά»». «Θα λυθούνε», μου έλεγε: «Θα έρθει η ώρα που θα λυθούνε». Εσύ να κάνεις προσευχή και ο Θεός θα μιλήσει στη ψυχή τους και θα δεις πως όλοι θα γίνουνε πολύ καλοί».

— Τι είδους προσευχή σου έλεγε;

Μου έλεγε: «Να κάνεις προσευχή». Τον ρώτησα: «Τι να λέω;» Και μου είπε: «Δικά σου λόγια, ό,τι θέλεις. Θα του πεις αυτά που νομίζεις με δικά σου λόγια και Εκείνος ξέρει. Δε θέλει να του πεις ειδικά».

Άλλη φορά πάλι που πήγα, μου είπε: «Προσευχή θα κάνουμε τώρα». Ρώτησα: «Τι να πω Γέροντα; Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με;» «Ναι, αυτό, αυτό. Τώρα γονάτισε κάτω και θα λέω εγώ και θα λες και συ…»

Και την λέγαμε και οι δύο από μέσα μας.

Μέναμε εκεί κάμποση ώρα γονατιστοί και περίμενα να μου πει «εντάξει, φθάνει» και μου έλεγε «εντάξει, τώρα πήγαινε κι άλλη φορά πάλι».

— Όταν έκανες προσευχή με τον Γέροντα, Ξένια, ένιωθες κάτι το ξεχωριστό το ιδιαίτερο;

— Ναι, πάντα. Πάντα πήγαινα με στεναχώρια και έφευγα χαρούμενη. Λες και δεν είχα προβλήματα.

(Γέροντας Παΐσιος και Γέροντας Πορφύριος σελ.78,79)

Το θαύμα της πόρνης

pornh

Μιά πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ἕνα νοσοκομεῖο μέ τό δίχρονο παιδάκι της νά χαροπαλεύει ἀπό λευχαιμία. Ὁ πόνος της εἶναι μεγάλος, διότι ἤδη ἔχει χάσει ἄλλα δυό παιδιά, καί τώρα ἔβλεπε νά τῆς φεύγει καί τό τελευταῖο, τρίτο βλαστάρι της. Ὅσο περνοῦσαν οἱ ὧρες, τόσο καί πιό πολύ μεγάλωνε ἡ ἀπελπισία της.

Ἦταν ἤδη 2:00 μετά τά μεσάνυκτα, ὅταν ὅλως ἐκτάκτως πέρασε ἀπό τό θάλαμο ὁ διευθυντής τοῦ τμήματος, νά δεῖ ἕνα διπλανό κοριτσάκι «ἐπί πληρωμή» καί ἀπό παρόρμησι πρόσεξε καί τό δίχρονο παιδάκι τῆς χαροκαμένης ἐκείνης μάνας. Τό ἐξέτασε καί τῆς εἶπε:

– Λυπᾶμαι πολύ κυρία μου. Πάρε τό παιδάκι σου καί φύγε τώρα, γιά νά πεθάνη τουλάχιστον στήν ἀγκαλιά σου καί στό σπίτι σου.

Σάν τό ἄκουσε αὐτό ἡ δύστυχη μάνα ἀπό τό στόμα τοῦ γιατροῦ, μέ λυγμούς, τύλιξε τό παιδάκι της μέ μία κουβερτούλα, τό ἕσφιξε στήν ἀγκαλιά της καί ἔφυγε τρέχοντας. Βγῆκε στό δρόμο… Παντοῦ ἐπικρατοῦσε ἐρημιά καί ἡσυχία. Τίποτα δέν κυκλοφοροῦσε.

Σέ μία στροφή τοῦ δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά της μία νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ἐτῶν. Μόλις εἶχε τελειώσει τή «δουλειά της», ἦταν πόρνη.

Μόλις ἔφθασε ἡ μάνα μπροστά της, τήν σταμάτησε καί τῆς ἔβαλε μέ βία τό παιδάκι της μέσα στήν ἀγκαλιά της. Ταυτόχρονα, ἔπεσε στά πόδια της καί φώναξε:

– Σῶσε τό παιδί μου! Σῶσε τό παιδί μουουουου!!!

Τά ἔχασε αὐτή! Πόρνη ἦταν, ἁμαρτωλή ἦταν, βυθισμένη στό βοῦρκο τῆς ἀκολασίας! Τί νά κάνει; Στά πόδια της μία μάνα, στά χέρια της ἕνα παιδί πού ἔσβηνε. Τό εἶδε ὅτι ἔσβηνε. Σήκωσε τά μάτια της στόν οὐρανό καί εἶπε μέ δυνατή φωνή:

– Τί προσευχή νά κάνω τώρα Θεέ μου; Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή, ἐγώ εἶμαι πόρνη! Τώρα μόλις «τελείωσα» τήν δουλειά μου. Ἄν δέν μ’ ἀκοῦς ἐμένα –καί δέν θά μέ ἀκούσεις, βέβαια, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλή- ἄκουσε τουλάχιστον αὐτή τήν πονεμένη μάνα.

Ἐκείνη τή στιγμή ἔγινε τό θαῦμα!!! Κατέβηκε ἕνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό. Τό παιδί ἄνοιξε τά ματάκια του και φώναξε: «Μανούλα μου!» κι ἅπλωσε τά χεράκια του ἀγκαλιάζοντας τήν πόρνη, γιατί νόμισε ὅτι αὐτή ἦταν ἡ μανούλα του. Πάρ’ τό τῆς εἶπε. Ὁ Θεός ἔκανε τό θαῦμα Του!

Ὁ Θεός ἄκουσε τήν προσευχή μίας ἁμαρτωλῆς, μίας πόρνης καί ὄχι τῆς μάνας!

Αὐτό συντάραξε τά λιμνάζοντα «νερά» στή ψυχή τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ὥστε μέ συντριβή καί μετάνοια, καί μέ ἐξομολόγηση, ὁριστικά πλέον ἄλλαξε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας μέ τή νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Δόξα στό Ὄνομά σου, Κύριε!

Πηγή: π. Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου,
«Πνευματικές διαδρομές στούς μακαρισμούς» σελ.47

Χριστούγεννα στα Επείγοντα Περιστατικά του Νοσοκομείου

IHSOYSFILOS

H Εύα Γκόρντον το 1940 ήταν νοσοκόμα στα επείγοντα περιστατικά σε ένα νοσοκομείο στο Λονδίνο. Μια μέρα που εφημέρευε, παραμονή Χριστουγέννων, έφεραν ένα Γερμανό φοιτητή που σπούδαζε στο γειτονικό πανεπιστήμιο, σε κρίσιμη κατάσταση με βαριά πνευμονία.

Το ιατρικό συμβούλιο έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά δεν του έδινε περισσότερο από μερικές ώρες. Εκείνες τις τελευταίες ώρες της ζωής του ο Γερμανός φοιτητής παρακάλεσε θερμά τη νοσοκόμα Εύα Γκόρτον: «Ξέρω ότι αν κοιμηθώ, δεν θα ξυπνήσω. Γι’ αυτό σε παρακαλώ, τη νύχτα μη μ’ αφήσεις να με πάρει ο ύπνος και πεθάνω μέχρι να ξημερώσουν αύριο τα Χριστούγεννα».

Έτσι και έγινε. Η Εύα όλη τη νύχτα του διάβαζε τις ιστορίες για τη γέννηση του Χριστού, για τους βοσκούς, το άστρο της Βηθλεέμ, τους μάγους με τα δώρα, και πότε-πότε του τραγουδούσε την Άγια Νύχτα, το Έλατο, τον Μικρό τυμπανιστή και άλλα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Κι όταν έβλεπε ότι από την εξάντληση τον έπαιρνε ο ύπνος, ίσως για τελευταία φορά, τον σκουντούσε ελαφρά να συνέλθει και να μείνει ξύπνιος.

Ξημέρωσε έτσι η μέρα των Χριστουγέννων. Και τότε έγινε πραγματικά ένα θαύμα. Ο Γερμανός φοιτητής άρχισε να συνέρχεται και γιόρτασε τα Χριστούγεννα μαζί με τους άλλους ασθενείς και τους γιατρούς, που δεν πίστευαν στα μάτια τους για την ξαφνική βελτίωση της κατάστασής του. Σε μια βδομάδα μάλιστα του έδωσαν εξιτήριο.

Από τότε πέρασαν μερικά χρόνια. Η Αγγλία, όπως όλη η Ευρώπη, μπήκε στον πόλεμο με τη Γερμανία και η Εύα Γκόρντον επιστρατεύτηκε και στάλθηκε στην κατεχόμενη από Γερμανούς ναζί Νορβηγία να προσφέρει ιατρικές υπηρεσίες, επειδή ήξερε νορβηγικά και σκι.

Όμως, μια μέρα οι Γερμανοί την συνέλαβαν μαζί με άλλους Νορβηγούς. Κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και την οδήγησαν για εκτέλεση.

Εκείνη τη μέρα η Εύα προσευχήθηκε ο θάνατός της να είναι σύντομος και να μην τη βασανίσουν.

Όταν ήλθε η ώρα για την εκτέλεση, την έσπρωξαν σε ένα σκοτεινό ανακριτικό δωμάτιο. Εκεί την περίμενε ένας Γερμανός αξιωματικός, ο οποίος, όταν έμειναν μόνοι, έβγαλε το πιστόλι και τη σημάδεψε στο κεφάλι.

Την κοίταξε καλά στα μάτια για πολλή ώρα. Κατόπιν, χαμήλωσε το πιστόλι, έβγαλε το στρατιωτικό του πηλίκιο και της αποκαλύφθηκε. Ήταν ο παλιός φοιτητής που είχε νοσηλευτεί στο Λονδίνο.

Με έντονη συγκίνηση, αυτός ο σκληρός ναζί, με το πιστόλι στο χέρι της έδειξε μια μυστική πόρτα πίσω του, της χάρισε τη ζωή, και της είπε: «Σήκω, πήγαινε…Φύγε να σωθείς… Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα πιο όμορφα Χριστούγεννα που μου χάρισες στο Λονδίνο, εκεί στα επείγοντα στο νοσοκομείο…».

Γενναία Ψυχή

agiospaisios2

Όταν ήμουν στο στρατό, συχνά το πολυβολείο ήταν γεμάτο νερό, στον ασύρματο οι μπαταρίες ήθελαν αλλαγή, και ήταν πολύ δύσκολο, γιατί ήταν φορτωμένη η γραμμή. Προτιμούσα όμως να κάνω μόνος μου τη δουλειά, για να μην ταλαιπωρηθούν οι άλλοι και χαιρόμουν που το έκανα. Ο διοικητής μου έλεγε: «Είμαι αναπαυμένος και ήσυχος όταν κάνεις εσύ τη δουλειά, αλλά σε λυπάμαι. Πες σε κάποιον άλλον να πάει.» «Όχι, χαίρομαι, κύριε διοικητά», του έλεγα. Στη διλοχία ήταν ακόμη ένας ασυρματιστής, αλλά δεν τον άφηνα στις επιχειρήσεις να κουβαλήσει ούτε την μπαταρία ούτε τον ασύρματο, αν και ήταν βαριά, για να μη βρεθεί σε κίνδυνο. Με παρακαλούσε εκείνος: «Γιατί δεν μου τα δίνεις;» Εσύ έχεις γυναίκα και παιδιά», του έλεγα. Ο Θεός μας φύλαξε και τους δύο, δεν άφησε να σκοτωθεί, ούτε εκείνος ούτε εγώ.

Προτιμότερο είναι για έναν ευαίσθητο άνθρωπο να σκοτωθεί ο ίδιος μια φορά από αγάπη, για να προστατέψει τον πλησίον του, παρά να αμελήσει ή να δειλιάσει και ύστερα να σφάζεται συνέχεια από τη συνείδησή του σ’ όλη του τη ζωή. Μια φορά, στον ανταρτοπόλεμο, τότε με τις επιχειρήσεις, οι αντάρτες μας είχαν αποκλείσει έξω από ένα χωριό και οι στρατιώτες θα έριχναν κλήρο ποιος θα πάει στο χωριό για εφόδια. «Θα πάω εγώ», είπα. Αν πήγαινε κάποιος άπειρος ή απρόσεκτος, μπορεί και να σκοτωνόταν και θα με έτυπτε μετά η συνείδηση. «Καλύτερα, σκέφτηκα, να σκοτωθώ εγώ, παρά να σκοτωθεί ο άλλος και να με σκοτώνει η συνείδησή μου σε όλη μου τη ζωή. Πως θ’ αντέξω μετά; Θα μου λέει η συνείδησή μου, μπορούσες να τον γλιτώσεις, γιατί δεν το γλίτωσες;» «Νήστευα κιόλας και ήμουν νηστικός, τέλος πάντων.» Οπότε μου λέει ο διοικητής: «Και εγώ προτιμώ να πας εσύ που πιάνεις πουλιά στον αέρα, αλλά να τρως, για να έχεις αντοχή.» Πήρα το όπλο και ξεκίνησα. Οι αντάρτες με πέρασαν για δικό τους και με άφησαν να περάσω. Πήγα στο χωριό, ανέβηκα σε ένα διώροφο σπίτι. Μια γριά που ήταν εκεί μου έδωσε εφόδια και γύρισα πίσω στη διλοχία.

Γέροντας Παΐσιος, «Πως θα σώσουμε τα παιδιά μας», σελ. 297-299

Η Συγχώρηση Ενώνει

AgiosNikolaosPlanas17

Στο τέλος της ευαγγελικής περικοπής (Ματθαίος 18:23-35), ο Χριστός επισημαίνει ότι η συγχώρηση των άλλων πρέπει να γίνεται, όχι μόνο με το στόμα, αλλά «από των καρδιών» ημών. Αξίζει να δούμε πώς προσδιορίζει τα τεκμήρια της καρδιακής συγχωρήσεως ο έμπειρος ιατρός και ανατόμος των ανθρώπινων παθών, ο άγιος Νικόλαος Πλανάς, με το στόμα πνευματικής του θυγατέρας στο ακόλουθο περιστατικό: «Είχα συκοφαντηθεί από κάποιους συγγενείς. Δεν ανταλλάξαμε λόγια ούτε ύβρεις ούτε κόψαμε την καλημέρα. Εξομολογήθηκα στον Γέροντα την υπόθεση και του είπα ότι δεν ήθελα ανταλλαγή επισκέψεων. Πίστευα ότι δεν είχα τίποτα μαζί τους. Εκείνος όμως μου είπε: Όχι, παιδί μου. Αυτό δεν είναι αρκετό. Το πάθος μέσα σου ακόμη ζει. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να πας και να φιλοξενηθείς μια μέρα στο σπίτι της.»

Μου ήρθε κεραυνός. Πιο εύκολα θα έπινα το πιο πικρό φάρμακο, παρά να κάνω αυτό που μου είπε. Τότε κατάλαβα πόσο πάθος φώλιαζε μέσα μου. Όμως, έπρεπε να κάνω υπομονή. Με γόνατα που έτρεμαν πήγα στο σπίτι της. Η ευχή του Γέροντα τους φώτισε και με υποδέχθηκαν καλά, τόσο αυτή όσο και ο σύζυγός της και η μητέρα της. Στο τραπέζι έλεγα μέσα μου: «Διαβολική τριάδα! Εννοώντας τους φιλοξενούντες». Δεν περιγράφεται ο ψυχικός αγώνας εκείνης της ημέρας. Το μεσημέρι ξαπλώσαμε στο ίδιο δωμάτιο με τη συγγενή μου. Μόλις κοιμήθηκα, είδα τον σατανά δίπλα μου να μου λέει: «Εδώ ήρθες, ανόητη, να κοιμηθείς;» Ξύπνησα έντρομη και της λέω: «Είδα ένα κακό όνειρο.» Μου λέει κι αυτή: «Κι εγώ είδα ένα πολύ κακό όνειρο.» Ούτε της είπα τι είδα, ούτε τη ρώτησα τι είδε. Έλειπε ακόμα η οικειότητα. Σιγά - σιγά όμως επανήλθαμε στην προηγούμενη αδελφοσύνη και ξαναγίναμε, συν Θεώ, πολύ αγαπημένες.

Με τις ευχές του αγίου Νικολάου Πλανά ας ανεβαίνουμε σταθερά την ουρανοδρόμο κλίμακα της γνήσιας ανεξικακίας και της από καρδίας συγχωρήσεως των παραπτωμάτων των άλλων.

(Φωνή Κυρίου, 12 Αυγούστου 2018)

Σελίδα 1 από 9

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top