ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (41)

xristosΌταν ο πατέρας τακτοποίησε τα ξύλα στο τζάκι, κάθισε στην πολυθρόνα του και είπε στη γυναίκα του:

– Που πήγαν τα παιδιά με τέτοιο κρύο; Ο δάσκαλος στο Κατηχητικό θέλει να δώσει στα παιδιά τους ρόλους τους για το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα. Δεν μας αφήνει ήσυχους; Εμείς εδώ στο χωριό έχουμε αρκετή δουλειά και χρειάζομαι τη βοήθειά τους, είπε ο πατέρας άκεφος.

– Δεν χαίρεσαι που τα παιδιά με το δικό τους τον τρόπο θα παρουσιάσουν την αγάπη του Θεού και το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων; απάντησε η μητέρα.

– Σταμάτα τα κηρύγματά σου. Τα Χριστούγεννα είναι απλά μια ακόμη επινόηση των εμπόρων, που προσπαθούν να πουλήσουν πράγματα που δεν χρειάζονται.

– Ηρέμησε. Να, τους ακούω κι έρχονται. Προσπάθησε, σε παρακαλώ να είσαι πιο ευχάριστος, τον διέκοψε η γυναίκα του.

– Μαντέψτε τους ρόλους μας! είπαν ο Κώστας και η Κατερίνα με ενθουσιασμό.

– Δεν μπορούμε. Πείτε τους να τελειώνουμε, είπε ο πατέρας απότομα.

– Εγώ θα είμαι ο Ιωσήφ, είπε ο Κώστας. Εγώ θα είμαι ο άγγελος, είπε η Κατερίνα.

– Θα βάλετε όλη σας την τέχνη και πιστεύω ότι η παρουσίαση της ιστορίας των Χριστουγέννων θα γίνει ευλογία σε πολλούς, τους ενθάρρυνε η μητέρα.

– Μπαμπά, να έρθεις και συ για να παρακολουθήσεις το πρόγραμμα, είπε ο Κώστας ικετευτικά.

– Η Εκκλησία δεν είναι τόπος για μένα. Αφήστε με ήσυχο, απάντησε ο πατέρας.

– Μάλιστα μπαμπά, είπαν τα παιδιά και καθώς πήγαιναν στο δωμάτιό τους η Κατερίνα άρχισε να κλαίει.

Η μέρα για την παρουσίαση του προγράμματος έφτασε. Λίγο πριν φύγουν τα παιδιά, παρακάλεσαν την μητέρα τους να ακούσει για τελευταία φορά τους ρόλους τους.

Πρώτη άρχισε η Κατερίνα:

«Μην τρομάζετε! Να, σας φέρνω χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει με χαρά όλο τον κόσμο. Γιατί σήμερα στην πόλη του Δαυίδ γεννήθηκε για χάρη σας Σωτήρας κι αυτός είναι ο Χριστός, ο Κύριος» (Λουκάς 2: 10-11).

giagiaΤη φορά αυτή η ιστορία μας είναι αληθινή, γιατί την έζησε ένας ιεραπόστολος στην Ρωσία, στη δεκαετία του 1930.

Τον καιρό εκείνο, στην πρώην Σοβιετική Ένωση επικρατούσε το αθεϊστικό καθεστώς. Αρχηγός ήταν ο Στάλιν, ο οποίος κατηγορούσε τους Χριστιανούς ως εχθρούς του κομμουνισμού. Πολλούς από αυτούς τους συνέλαβαν και τους εξόρισαν στη Σιβηρία. Έκλεισαν τις εκκλησίες και κατάσχεσαν τις Άγιες Γραφές τους και τα Ιερά Ευαγγέλια. Πολλοί μαρτύρησαν με θάνατο για την πίστη τους. Ανάμεσά τους όμως ήταν και μια γιαγιά που κάθε μέρα προσευχόταν θερμά για την οικογένειά της, για τον εγγονό της και για τη χώρα της.

Τα χρόνια πέρασαν και το αθεϊστικό καθεστώς έπεσε. Τα σύνορα άνοιξαν και πολλοί ιεραπόστολοι έτρεξαν για να ξαναφέρουν το Χριστιανισμό. Με τη βοήθεια του Θεού και με τη δύναμή Του, παραμέρισαν τις στάχτες της αθεΐας και ξανάφεραν τις φλόγες της πίστης στις καρδιές αυτών που δέχτηκαν το Λόγο Του.

Οι ιεραπόστολοι όμως πληροφορήθηκαν ότι πολλές Άγιες Γραφές, που είχαν κατασχεθεί παλαιότερα, βρίσκονταν ακόμα κρυμμένες σε κάποια αποθήκη.

Ύστερα από πολλή προσευχή, οι ιεραπόστολοι τόλμησαν να πάνε στους υπεύθυνους για να τις ζητήσουν και για να τις διανείμουν στο λαό. Αφού πήραν την άδεια, μίσθωσαν κάποιους εργάτες και πήγαν για να τις παραλάβουν. Ανάμεσα στους Ρώσους εργάτες ήταν και ένας φτωχός νέος που η ψυχή του είχε δηλητηριαστεί με τις αθεϊστικές διδασκαλίες. Βρισκόταν εκεί για να βγάλει ένα μεροκάματο. Κάποια στιγμή, οι ιεραπόστολοι πρόσεξαν ότι ο νέος εκείνος έλειπε. Ύστερα από ώρα τον βρήκαν πίσω από την αποθήκη να κλαίει. Τον πλησίασαν και ανακάλυψαν ότι είχε πάρει κρυφά μια Αγία Γραφή και απομακρύνθηκε αθόρυβα για να την περιεργαστεί. Αυτό όμως που ανακάλυψε τον συγκλόνισε!

Στο εσωτερικό του εξωφύλλου ήταν το όνομα της γιαγιάς του, γραμμένο με τα ίδια της χέρια! Αυτή ήταν η προσωπική της Αγία Γραφή, την οποία είχαν κατάσχει, όταν την ίδια την είχαν εξορίσει. Τώρα ο νέος εκείνος έκλαιγε συντετριμμένος, γιατί εκείνη η Αγία Γραφή της γιαγιάς του, του έφερε στο νου όλες εκείνες τις αναμνήσεις που είχε από τα παιδικά του χρόνια. Θυμήθηκε όλα τα λόγια που είχε ακούσει, αλλά και όλη την άγια ζωή εκείνης της γυναίκας, που ήταν και η γιαγιά του.

Ο Θεός, παιδιά μου, εργάζεται με θαυμαστούς τρόπους και απαντάει στις προσευχές. Ανάμεσα στις χιλιάδες Γραφές που ήταν φυλαγμένες για τόσα πολλά χρόνια σ’ εκείνη την αποθήκη, ο Θεός οδήγησε εκείνο το νέο να πάρει στα χέρια του εκείνη τη συγκεκριμένη Αγία Γραφή, που είχε γραμμένο το όνομα της γιαγιάς του. Ο Θεός είναι αληθινός και ύστερα από τόσα χρόνια απάντησε στις προσευχές της γιαγιάς για τον εγγονό της.

Ο Χριστός μάς βεβαιώνει με τα δικά Του λόγια: «Σας λέω λοιπόν, ζητάτε και θα σας δοθεί, ψάχνετε και θα βρείτε, χτυπάτε την πόρτα και θα σας ανοιχτεί. Όποιος ζητάει παίρνει, όποιος ψάχνει βρίσκει κι όποιος χτυπάει του ανοίγεται» (Λουκάς 11:9-10). «Ο Λόγος του Θεού είναι ζωντανός και δραστικός, πιο κοφτερός από κάθε δίκοπο σπαθί. Εισχωρεί βαθιά……» (Εβραίους 4:12).

batraxakiaΤέσσερα βατραχάκια παίζανε γύρω από τη λίμνη. Σε λίγο ήρθε ένα βόδι να πιεί νερό. Το βόδι δίχως να το θέλει, πάτησε ένα από τα βατραχάκια και όπως ήταν βαρύ και μεγάλο το σκότωσε αμέσως. Τ’ άλλα τρία έφυγαν φοβισμένα και είπαν στον πατέρα τους:

– Την ώρα που παίζαμε, μπαμπά, ήρθε ένα μεγάλο ζώο και σκότωσε το αδελφάκι μας.

– Μεγάλο είπατε; Ήταν τόσο μεγάλο όσο είμαι εγώ; είπε ο γέρο-βάτραχος. Πήδηξε πάνω σε μια πέτρα και άρχισε να τεντώνεται και να φουσκώνει.

– Ω μπαμπά! Ήταν πολύ πιο μεγάλο από σένα, είπαν τα βατραχάκια με μια φωνή.

Όμως ο γέρο-βάτραχος ήθελε να δείξει στα μικρά του ότι κι αυτός μπορεί να γίνει μεγάλος. Άρχισε να γεμίζει το στήθος του με αέρα και να φουσκώνει ολοένα και πιο πολύ.

– Εγώ μπορώ να μεγαλώσω όσο θέλω. Κοιτάξτε με! Ήταν το ζώο που είδατε τόσο μεγάλο όσο είμαι εγώ τώρα; είπε επιδεικτικά γέρο-βάτραχος.

– Όχι μπαμπά. Το ζώο που σκότωσε το αδελφάκι μας ήταν πολύ πιο μεγάλο απ’ όσο φαίνεσαι εσύ τώρα. Ήταν ένα τόσο μεγάλο θηρίο, είπαν τα βατραχάκια και τέντωσαν τα χεράκια τους όσο πιο πολύ μπορούσαν.

Ο γέρο-βάτραχος τότε έβαλε όλη του τη δύναμη κι άρχισε να φουσκώνει και να φουσκώνει, ώσπου έσκασε σαν μπαλόνι!

Ένα ποιηματάκι λέει:

Ο καθένας που θελήσει –έτσι για να καυχηθεί- να τα βάλει με τη φύση, πάντοτε θα νικηθεί.

Παιδιά μου να θυμάστε ότι ο καθένας έχει τις δικές του ξεχωριστές ικανότητες. Αυτές που εσύ έχεις, προσπάθησε να τις ανακαλύψεις στη ζωή σου. Να είσαι ο εαυτός σου, για να μη γελοιοποιηθείς στην προσπάθειά σου να μιμηθείς κάποιον άλλο.

Ο απόστολος Παύλος μάς λέει: «Μη φρονείτε για τον εαυτό σας παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει να φρονείτε, αλλά να σας διακρίνει η μετριοφροσύνη και η σύνεση» (Ρωμαίους 12,3).

«Μην κάνετε τίποτα από ανταγωνισμό ή από ματαιοδοξία, αλλά με ταπεινοφροσύνη ας θεωρεί ο καθένας ανώτερό του τον άλλο» (Φιλιππησίους 2,3).

katagmaΌλα άρχισαν από ένα πείσμα. Ο Θωμάς και ο Χάρης χτυπούσαν με γροθιές ο ένας τον άλλον στη μύτη, στο στομάχι και όπου τύχαινε. Αν και πληγωμένοι δεν λέγανε να σταματήσουν.

Ξάφνου άκουσαν κάποιον να φωνάζει. «Ε! Εσείς οι δυο, σταματήστε επιτέλους!»

Έκπληκτα τότε τα δυο αγόρια είδαν το γνωστό σε όλους γέροντα της γειτονιάς. Τον κυρ-Νικόλα, που ήταν ένας καλόκαρδος παλιός καπετάνιος, με κουλό το ένα του χέρι.

Ο κυρ-Νικόλας, χαμογελαστός, τους ένευσε να καθίσουν σε μια αναποδογυρισμένη βάρκα. Τα αγόρια χαλάρωσαν και κάθισαν, βάζοντας τον κυρ-Νικόλα στη μέση.

«Θέλω να ακούσετε προσεχτικά αυτά που θα σας πω», είπε με την τραχιά φωνή του, καθώς κοίταζε μια τον ένα και μια τον άλλον κατάματα. Τότε ο Θωμάς και ο Χάρης έδειξαν ενδιαφέρον και τραβήχτηκαν πιο κοντά του. Ο κυρ-Νικόλας άρχισε:

«Πριν πολλά χρόνια όταν ή­μουν κι εγώ στη δικιά σας ηλικία καβγάδισα με το μεγαλύτερο αδερφό μου και ιδού τα αποτελέσματα», είπε, κι έδειξε το κουλό του χέρι. Τα δυο αγόρια τον κοίταξαν με συμπάθεια και απορία. Ο κυρ-Νικόλας εξήγησε:

«Τον καιρό εκείνο, εμείς τα αγόρια συνηθίζαμε να παίζουμε με τα σιδερένια στεφάνια των βαρελιών. Κάναμε συρμάτινους ή ξύλινους μοχλούς, που στην άκρη τους είχαν κάτι σαν άγκιστρο και μ’ αυτό σπρώχναμε και τσουλάγαμε το στεφάνι».

«Ωραία ιδέα», είπαν τα αγόρια ταυτόχρονα.

Ο κυρ-Νικόλας συνέχισε: «Μια μέρα, λοιπόν, ο μεγαλύτερος αδελφός μου έπαιζε με το στεφάνι του και εγώ του το ζήτησα να παίξω. Αυτός όμως μου το αρνήθηκε λέγοντας: “Είσαι μικρός και δεν ξέρεις να το κουμαντάρεις”. “Δεν είμαι μικρός, κι αν μου το δώσεις θα σου το αποδείξω”, του απάντησα πεισματωμένος. Αυτός όμως επέμεινε να μη μου δίνει το στεφάνι και τότε θυμωμένος του’ δωσα μια δυνατή γροθιά στο στομάχι. Αυτός άφησε το στεφάνι καταγής και μου ανταπέδωσε τη γροθιά. Εγώ όμως, μόλις είδα το στεφάνι καταγής έτρεξα να το αρπάξω. Ο αδερφός τότε μου έδωσε μια γερή σπρωξιά κι έπεσα με δύναμη πάνω στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και χτύπησα στον ώμο.

»Πόνεσα πολύ κι άρχισα να φωνάζω και να κλαίω. Κάποιος περαστικός με σήκωσε στην αγκαλιά του, ενώ ούρλιαζα από τον πόνο. Προσπάθησα να κουνήσω το χέρι μου, αλλά η κίνηση αυτή με έκανε να πονέσω περισσότερο. Ο αδερφός μου φοβήθηκε και προσπάθησε να με παρηγορήσει.

»Στο μεταξύ μαζεύτηκαν κι άλλοι πολλοί για να βοηθήσουν. Ένας απ’ αυτούς είδε το χέρι μου και φώναξε: «Αυτό είναι σπασμένο. Τρέξτε το παιδί αμέσως στο νοσοκομείο». Ο γιατρός εκεί ξέσχισε το πουκάμισό μου, με εξέτασε καλά και μ’ έστειλε για ακτίνες. Έτσι διαγνώστηκε ότι έπαθα εξάρθρωση του ώμου και πολλαπλά κατάγματα. Αφού ο γιατρός τακτοποίησε το τραύμα μου, μου βάλανε γύψο. Αργότερα χρειάστηκε να κάνω κι άλλες δυο διορθωτικές εγχειρήσεις. Από τότε όμως το ένα χέρι μου έμεινε κοντύτερο από το άλλο», κατέληξε ο κυρ-Νικόλας.

«Για αυτό σου έμεινε η αναπηρία», είπε ο Θωμάς στενοχωρημένος.

«Γι’ αυτό μπήκα ανάμεσά σας και σας χώρισα», απάντησε ο κυρ-Νικόλας. Όταν βλέπω παιδιά να καβγαδίζουν, φοβάμαι πολύ μην πάθουν κάποιο κακό. Δεν αξίζει παιδιά μου να μαλώνετε μεταξύ σας, γιατί ο καυγάς ποτέ δεν βγαίνει σε καλό. Ακούστε κι εμένα που έπαθα ζημιά».

Παιδιά μου, τα αποτελέσματα του καυγά είναι πάντοτε καταστρεπτικά. Καλύτερα είναι να υποχωρείς, γιατί η πραγματική νίκη είναι να γίνεις τελικά φίλος με τον άλλον, που δεν συμφωνείς μαζί του.

Ο σοφός Παροιμιαστής μας συμβουλεύει: «Όταν αρχίζεις μια φιλονικία είναι σαν να σπάζεις ένα φράγμα και τότε χυμάνε τα ορμητικά νερά. Γι’ αυτό, προτού ανάψει ο καυγάς, παραιτήσου».

alepouΣ’ ένα χαμηλό σπιτάκι, στην άκρη του χωριού, ζούσε ένας χωρικός. Δεν είχε γυναίκα και παιδιά και γι’ αυτό κρατούσε ένα σκύλο κι έναν πετεινό για συντροφιά. Ο σκύλος και ο πετεινός έγιναν πιστοί φίλοι και φρόντιζε ο ένας να βοηθάει και για να υπερασπίζεται τον άλλο.

Όταν ο αφέντης τους δούλευε στα χωράφια, ο σκύλος τού πήγαινε το ζεστό φαγητό του και όση ώρα έλειπε ο σκύλος, ο πετεινός πρόσεχε το σπίτι. Κάποιο μεσημέρι όμως, καθώς ο σκύλος πήγαινε το φαγητό στον αφέντη του, μια αλεπού τον είδε από μακριά και είπε μέσα της:

– Να η ευκαιρία! Τώρα ο πετεινός είναι μόνος του στο σπίτι. Θα μπορέσω εύκολα να τον ξεγελάσω και να τον φάω.

Με τη σκέψη αυτή έτρεξε γρήγορα στο χωριό, πριν προλάβει να επιστρέψει ο σκύλος. Μπήκε στην αυλή αθόρυβα και στάθηκε κάτω από το παράθυρο, πολύ κοντά στο τοίχο κι άρχισε να τραγουδάει:

– Σαν εσένα δεν είν΄ άλλος πετεινός τόσο μεγάλος. Έπρεπε όλα τα πουλιά να σε κάνουν βασιλιά. Φρόντισε γι΄ αυτό νωρίς την κορόνα να φορείς.

Η φωνή της αλεπούς αντήχησε βαθιά μέσα στο σπίτι. Ο πετεινός άκουσε το τραγούδι και κολακεύτηκε πολύ από τα λόγια του.

Ποιος είναι αυτός που με θαυμάζει τόσο και ήρθε να μου κάνει καντάδες; Είπε ο πετεινός και φούσκωσε την πουπουλένια φορεσιά του. Άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε να δει αυτόν που τον θαύμαζε και ήρθε να του το πει τραγουδώντας. Όπως ο πετεινός τέντωσε το λαιμό του κι έβγαλε το κεφάλι του έξω για να δει, η αλεπού τον άρπαξε στη στιγμή κι άρχισε να τρέχει προς τη φωλιά της. Ο πετεινός κατάλαβε ότι γρήγορα πλησίαζε το τέλος του.

– Αν μπορούσα να ειδοποιήσω το σύντροφό μου, το σκύλο, ότι κινδυνεύει η ζωή μου, είμαι σίγουρος πως θα ερχόταν να με γλιτώσει. Πρέπει να βρω τρόπο να του στείλω μήνυμα με τη λαλιά μου, στέναζε απελπισμένος. Έσκυψε τότε στο αυτί της αλεπούς και όσο πιο ευγενικά μπορούσε της είπε:

– Το τραγούδι σου μ’ ευχαρίστησε πολύ. Θέλω όμως τώρα κι εγώ να σου τραγουδήσω, αν μ’ αφήσεις για λίγο να σταθώ πάνω σ’ εκείνο το κλαδί!

Η αλεπού δεν πονηρεύτηκε και τον άφησε να πει το δικό του τραγούδι. Ο πετεινός τίναξε τα μουδιασμένα από το σφίξιμο φτερά του και φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Κικιρίκου! Κικιρίκου»! πολλές φορές. Η αλεπού συνεπαρμένη από τη μουσική δεν πρόσεξε τα λόγια του τραγουδιού: «Σύντροφε, άκουσέ με! Κινδυνεύω. Γλίτωσέ με!»

Ο σκύλος στο μεταξύ είχε αφήσει το φαγητό κι επέστρεφε στο σπίτι. Μόλις άκουσε την απελπισμένη λαλιά του πετεινού, κατάλαβε ότι βρισκόταν σε κίνδυνο. Σήκωσε το κεφάλι του, τέντωσε τα αφτιά του κι άρχισε να οσμίζεται τον αέρα. Έτσι σύντομα εντόπισε τον τόπο που βρισκόταν ο πετεινός. Άρχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη προς την κατεύθυνση εκείνη και τους πρόλαβε ακριβώς έξω από τη φωλιά της αλεπούς. Με ένα πήδημα άρπαξε την αλεπού από την ουρά. Της έδωσε αρκετές δαγκωματιές κι έτσι ελευθέρωσε το σύντροφό του τον πετεινό.

Μπράβο στον πιστό σκύλο! Όμως ο πετεινός, παιδιά μου, δεν θα έμπλεκε σ’ όλη αυτή την περιπέτεια, που παρά λίγο να του στοιχίσει τη ζωή, αν δεν ξεγελιόταν από τις ύπουλες κολακείες της αλεπούς. Προσοχή λοιπόν στα κολακευτικά λόγια.

Πολύ σοφά μας προειδοποιούν τα λόγια του Θεού: «Ο άνθρωπος που τον άλλον κολακεύει, απλώνει δίχτυ μπρος στα πόδια του» (Παροιμίες 29:5).

 

Σελίδα 4 από 9

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top