ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (40)

SPITIΤο σπίτι στο δάσος ήταν πολύ βρώμικο. Αράχνες κρέμονταν παντού. Τα τζάμια ήταν σε πολλές μεριές σπασμένα. Το πάτωμα ήταν σκεπασμένο από κουρέλια και σκουπίδια.

Σ’ αυτό το βρώμικο σπίτι του δάσους, όμως, ζούσε ένα αγόρι. Κανένας δεν ενδιαφερόταν να μάθει πώς ζούσε, τι έτρωγε, αν είχε ρούχα να ντυθεί, αν ήταν άρρωστο. Ζούσε μόνος, κουρελής, βρώμικος και εγκαταλειμμένος.

Ένα βράδυ στη βαρυχειμωνιά, το αγόρι εκείνο έστρωσε τα κουρέλια για σκεπάσματα, κούρνιασε σε μια γωνιά και κοιμήθηκε. Ονειρεύτηκε, μάλιστα, ότι άκουσε ένα απαλό χτύπο στην πόρτα.

– Ποιος είναι; ρώτησε το αγόρι και περίμενε να ακούσει απάντηση.

– Άνοιξέ μου την πόρτα. Θέλω να μπω μέσα, απάντησε κάποιος με γλυκιά φωνή.

– Μα ποιος είστε; Δεν σας ξέρω, απάντησε το αγόρι.

– Θέλω να γίνω φίλος σου. Άκουσα ότι είσαι μόνος, είπε ο ξένος με καλοσύνη.

– Ναι. Ο πατέρας μου είναι στη φυλακή και η μητέρα μου με εγκατέλειψε. Είμαι μόνος. Πολύ μόνος και θα ήθελα κάποιον φίλο, σκέφτηκε το αγόρι και προχώρησε προς την πόρτα για να δει τον ξένο. Ο ξένος είπε διακριτικά:

– Αν πραγματικά με θέλεις να έρθω σπίτι σου και να γίνω φίλος σου, πρέπει πρώτα να με αφήσεις να το καθαρίσω. Εγώ δεν μπορώ να έρθω και να μείνω μαζί σου μέσα σε αυτό το βρώμικο σπίτι.

– Αν είναι έτσι, τότε δεν μπορείς να έρθεις μέσα. Εγώ έτσι συνήθισα και μου αρέσει, είπε το αγόρι και του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.

Ο ξένος δεν επέμεινε. Όμως καθώς το αγόρι άκουγε τα βήματά του να απομακρύνονται, ένας κόμπος στο λαιμό το έπνιγε. Μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του και από τα αναφιλητά του ξύπνησε. Τότε διαπίστωσε ότι ήταν και πάλι μόνος. Πολύ μόνος.

Κοίταξε γύρω του και για πρώτη φορά πρόσεξε όλη τη βρωμιά και την ακαταστασία που υπήρχε. Κοίταξε ακόμη τα χέρια του, τα ρούχα του και σιχάθηκε τον εαυτό του.

Άραγε θα ξανάρθει; Θα ξανάρθει; μονολόγησε το αγόρι θλιμμένα.

Όλη εκείνη τη μέρα το όμορφο όνειρο της προηγούμενης νύχτας τον συντρόφευε. Έτσι ήρθε και πάλι η μελαγχολική νύχτα και έπεσε να κοιμηθεί ψιθυρίζοντας με προσδοκία:

– Θα σε περιμένω καλέ μου φίλε. Καλέ μου φίλε...

Σε λίγο άκουσε βήματα έξω από την πόρτα. Τέντωσε το αφτί του να ακούσει και ..Ναι! Αυτός ήταν. Τον αναγνώρισε από την τρυφερή φωνή του.

– Μπορώ να μπω μέσα; ρώτησε και το αγόρι πετάχτηκε αμέσως όρθιο. Παραμέρισε τα κουρέλια του και του άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Με λαχτάρα άπλωσε τα χέρια του και του είπε:

– Παρακαλώ! Ορίστε, περάστε μέσα! Συγνώμη. Ντρέπομαι για τα χάλια μου και θέλω να έρθεις να καθαρίσεις την κάθε γωνιά του σπιτιού μου. Ο ξένος μπήκε μέσα. Τον αγκάλιασε τρυφερά και του είπε:

– Θα το καθαρίσουμε. Ναι ...θα το καθαρίσουμε μαζί.

Το αγόρι ξύπνησε! Η καρδιά του ήταν γεμάτη χαρά. Δεν αισθανόταν πια μόνος. Ήξερε ότι ο Ιησούς, ο φίλος ο καλός, τον επισκέφτηκε και του καθάρισε την καρδιά.

Παιδιά μου, η ιστορία αυτή παραβολικά διδάσκει μια μεγάλη αλήθεια. Ο Χριστός στέκεται έξω από την πόρτα της καρδιάς μας. Η άγια παρουσία Του φανερώνει τη βρωμιά και την ακαταστασία που υπάρχει στο σπίτι της καρδιάς μας, όπως σκέψεις πονηρές, μνησικακίες, κακές επιθυμίες, ζήλια, εγωισμός, υπερηφάνεια, που κάνουν τη καρδιά μας ένα τόπο βρώμικο και ακατάλληλο για να ζει εκεί μέσα ο Χριστός. Αν θέλουμε τη συντροφιά και τη φιλία του Ιησού Χριστού, πρέπει να Τον αφήσουμε πρώτα να μπει μέσα στην καρδιά μας και να την καθαρίσει. Ο ίδιος λέει: “Δες με, στέκομαι στην πόρτα και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και μου ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του, και αυτός μαζί μου” (Αποκάλυψη 3:20).

fatnhΉταν παραμονή Χριστουγέννων και η μητέρα πήρε το μικρό Δημητράκη από το χέρι για να μπουν στο πολυκατάστημα. Ήθελε να κάνουν τα τελευταία τους ψώνια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι κόσμο και στα ταμεία οι ουρές ήταν ατέλειωτες. Ο Δημητράκης, όταν είδε τους τρεις τελευταίους διαδρόμους γεμάτους από χριστουγεννιάτικα δώρα και στολίδια, έτρεξε προς τα κει. Αν και η μητέρα του βιαζόταν πολύ, δεν θέλησε να του στερήσει τη χαρά αυτή.

Καθώς περπατούσαν στους διαδρόμους, η μητέρα πρόσεξε ότι, παρόλο που ήταν η τελευταία μέρα για τα χριστουγεννιάτικα ψώνια, υπήρχαν ακόμα στα ράφια πολλά κλαδιά από γκι, γιρλάντες, μπαλάκια, φωτάκια, πολύχρωμα περιτυλίγματα και διάφορα άλλα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ο Δημητράκης κοιτούσε γύρω ζαλισμένος. Ήθελε όλα να τα αγγίξει, να τα περιεργαστεί και να τα χαρεί. Στο τέλος φτάσανε στο ράφι με τις φιγούρες.

Ο Δημητράκης τα είχε χαμένα… Εκεί στέκονταν οι Αη-Βασίληδες σε διάφορες στάσεις. Ελάφια, χιονάνθρωποι, αγγελάκια, μικροί τυμπανιστές. Τα ράφια ήταν γεμάτα και πανέτοιμα να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του κάθε πελάτη.

Όμως, ο Δημητράκης σε κάποια στιγμή γυρνώντας στη μαμά του, τη ρώτησε: «Πού είναι μαμά ο μικρός Ιησούς»; Και συνέχισε απογοητευμένος: «Το κατάστημα έχει απ’ όλα, εκτός από τον Ιησού»

Λίγο πιο κάτω σε κάποια στιγμή, παρατήρησαν μια μισογκρεμισμένη φάτνη. Όμως ο μικρός Ιησούς έλειπε από το παχνί. Γύρω στέκονταν κάποιες φιγούρες που φαίνονταν σαν να ψάχνανε και αυτές για το μωρό που έλειπε από το παχνί. Δύο αγελάδες, ένα προβατάκι που του έλειπε το ένα πόδι, ένας μάγος με σπασμένη την κορώνα, δύο βοσκοί που του ενός του έλειπε η μαγκούρα! Και πιο πέρα ο Ιωσήφ και η Μαρία. Αλλά ο μικρός Ιησούς που ήταν;

- Φοβάμαι ότι και φέτος θα γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα χωρίς το μικρό Ιησού, είπε η μητέρα στο Δημητράκη και του έσφιξε το χέρι. Σκέφτηκε λυπημένη πόσο τραγικά αντιπροσωπευτική ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν εκείνα τα ράφια του καταστήματος. Όλα ήταν εκεί, εκτός από τον Ιησού!

Είναι αλήθεια παιδί μου αγαπημένο, ότι συχνά ο Ιησούς λείπει από τα ράφια των καταστημάτων, όπως και από τις περισσότερες γιορταστικές εκδηλώσεις. Είναι όμως πολύ σημαντικό ο Χριστός αυτά τα Χριστούγεννα να μη λείψει από τη δική σου την καρδιά.

«Αφού λοιπόν γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, στις μέρες του βασιλιά Ηρώδη, κατέφθασαν στα Ιεροσόλυμα σοφοί μάγοι, από την Ανατολή, ρωτώντας: Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων; Γιατί είδαμε το αστέρι Του στην Ανατολή και ήρθαμε για να Τον προσκυνήσουμε» (Ματθαίος 2: 1-2).

Οι σοφοί άνθρωποι, όπως τότε, έτσι και σήμερα, ψάχνουν και βρίσκουν τον Ιησού!

demenaxeriaO Νίκος αγαπούσε και του άρεσε να πηγαίνει στο κατηχητικό σχολείο. Η δασκάλα ήταν πολύ καλή και τους έκανε το μάθημα πολύ παραστατικά. Για να διδάξει κάποιες αλήθειες, χρησιμοποιούσε πολλά παραδείγματα και έτσι οι εικόνες του έμεναν στο νου.

Μια μέρα πήρε μια καρέκλα, την έβαλε στη μέση της τάξης και ζήτησε από το Νίκο να καθίσει. Κατόπιν πήρε ένα καρούλι και, καθώς μιλούσε στα παιδιά, τύλιξε την κλωστή γύρω από το Νίκο και την καρέκλα.

Η κλωστή αυτή είναι σαν τις κακές μας συνήθειες και την αμαρτία, είπε στα παιδιά. Αν ο Νίκος κάνει ή πει κάτι κακό, ο διάβολος τον τυλίγει με αυτή του την αμαρτία. Όταν ο Νίκος ήταν μικρός, ίσως οι κλωστές της αμαρτίας να ήταν λιγότερες, όπως αυτές με τις οποίες τον τύλιξα τώρα.

«Για προσπάθησε Νίκο να σπάσεις τις κλωστές», του είπε και όλα τα παιδιά περίμεναν να δουν αν ο Νίκος θα μπορέσει. Ο Νίκος τινάχτηκε, τεντώθηκε και με αρκετή ευκολία έσπασε τις κλωστές. Η δασκάλα ξανάρχισε να τους μιλάει και συγχρόνως να ξαναδένει το Νίκο στην καρέκλα. Αυτή τη φορά όμως με περισσότερες κλωστές.

«Για να δούμε τώρα παιδιά», είπε, «θα μπορέσει ο Νίκος να ελευθερωθεί»; Ο Νίκος έβαλε τα δυνατά του. Ήταν πιο δύσκολο να σπάσει τις κλωστές, τελικά όμως τα κατάφερε. Η δασκάλα αμέσως άρχισε να τον ξαναδένει λέγοντας:

«Είδατε παιδιά, την πρώτη φορά πόσο εύκολα ο Νίκος ελευθερώθηκε; Έτσι γίνεται και με τις κακές σας συνήθειες. Όταν είστε μικροί, μπορείτε πιο εύκολα να τις κόψετε. Όσο μεγαλώνετε όμως και τις αφήνετε, τόσο ο διάβολος σας δένει με αυτές, ώστε να σας είναι πολύ πιο δύσκολο να ελευθερωθείτε από αυτές. Δείτε τώρα που τύλιξα το Νίκο με όλο το καρούλι. Θα τα καταφέρει να κόψει τις κλωστές»;

Ο Νίκος αγωνίστηκε, φούσκωσε, κοκκίνισε, αλλά του ήταν αδύνατο να ελευθερωθεί. Η δασκάλα πήρε τότε ένα ψαλίδι, έκοψε τις κλωστές και συνέχισε το μάθημά της.

«Η μια κλωστή δεν είναι αρκετά δυνατή να σας κρατήσει δεμένους. Όμως καθώς μεγαλώνετε, προστίθενται και άλλες αμαρτίες στη ζωή σας και τότε είναι πιο δύσκολο να απαλλαγείτε. Γι’ αυτό στα λόγια του Θεού διαβάζουμε: «Θυμήσου τον δημιουργό σου στης νιότης σου τις μέρες, πριν έρθουνε οι μέρες οι κακές και φτάσουνε τα χρόνια εκείνα που δε θα μπορείς να τα απολαύσεις» (Εκκλησιαστής 12:1).

Μη σκέπτεστε, παιδιά μου, ότι ακόμα είστε μικρά κι έχετε καιρό. Αυτή τη σκέψη τη χρησιμοποιεί ο πονηρός για να κάνει καλά τη δουλειά του. Θέλει να σας δέσει σφιχτά με τις αμαρτίες και να σας ρίξει στη φυλακή της ντροπής, του φόβου, της ενοχής, του μίσους, του φθόνου και της κακίας».

Παιδί μου, ο Χριστός θέλει να σε ελευθερώσει. Θέλει να είσαι χαρούμενο. Πες λοιπόν ένα πεισματικό ΟΧΙ στον πονηρό και ένα πρόθυμο ΝΑΙ στον Χριστό. Ο Χριστός σε αγαπάει. Θέλει να σε συγχωρήσει και να σε ελευθερώσει. «Αν λοιπόν, σας ελευθερώσει ο Χριστός, τότε θα είστε πραγματικά ελεύθεροι» (Ιωάννης 8:36).

kids-party

-         Γιατί μαμά δε μ’ αφήνεις να πάω στο αποκριάτικο πάρτι; Όλα τα παιδιά της τάξης μου θα είναι εκεί, είπε η Βίκη με παράπονο στη μητέρα της.

-         Επειδή άκουσα ότι στο περσινό πάρτι οι γονείς του Μίμη άφησαν τα παιδιά μόνα τους και αυτά κάνανε ένα σωρό ανοησίες, απάντησε η μαμά της. Εγώ Βίκη μου σε αγαπώ και δε θέλω να βρεθείς σε ένα τέτοιο περιβάλλον που μολύνει την ψυχούλα σου.

Η Βίκη επέμενε.

-         Εγώ θέλω να πάω μαμά και σου υπόσχομαι ότι θα προσέχω.

Τελικά, αν και η μητέρα της δε συμφωνούσε, η Βίκη προτίμησε να κάνει το χατίρι των φιλενάδων της και δεν άκουσε τη μητέρα της.

Το πάρτι άρχισε με κέφι. Τα παιδιά φορούσαν διάφορες στολές, άλλες ήταν αστείες και άλλες ήτανε τρομακτικές. Η Βίκη κάθισε σε μιαν άκρη και τους χάζευε. Σε κάποια στιγμή, δυο από τα μεγαλύτερα αγόρια που φορούσαν μάσκες, άρχισαν να πειράζουν και να φοβερίζουν τα άλλα παιδιά και μερικά αντέδρασαν. Πριν η Βίκη καταλάβει τι ακριβώς γίνεται, τους είδε να χτυπιούνται, να κλοτσάνε και να βρίζουν ο ένας τον άλλον. Οι καυγάδες πήραν τέτοιες διαστάσεις που δε μπορούσαν να σταματήσουν. Τελικά ήρθε η αστυνομία για να επιβάλει την τάξη και τα οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα για να δώσει ένα καλό μάθημα στα παιδιά,.

Την επόμενη μέρα η Βίκη φοβισμένη και ντροπιασμένη και φοβισμένη, παρακάλεσε τη μητέρα της να έρθει για να την πάρει από το αστυνομικό τμήμα και αποφάσισε στο εξής να ακούει προσεκτικά τη μητέρα της.

Είναι αλήθεια παιδιά μου, ότι έρχονται στιγμές στη ζωή μας που αγανακτούμε και αντιδρούμε για τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις στη ζωή μας. Να είστε σίγουροι όμως ότι οι γονείς σας δε θέλουν να σας στερήσουν τις χαρές από τη ζωή, αλλά να σας προστατεύσουν από τις παγίδες.

Κάποτε ένας σπουργίτης είπε στα μικρά τα σπουργιτάκια του:

Εγώ πηγαίνω να βρω σκουληκάκια για φάτε, εσείς μείνετε στη φωλιά. Σας αγαπάω και δε θέλω να πάθετε κανένα κακό. Μόλις όμως έφυγε η μητέρα τους, το ένα από τα μικρά αποφάσισε να συρθεί προς την άκρη της φωλιάς, για να εξερευνήσει το γύρω περιβάλλον. Τέντωσε το λαιμό του και κοίταξε γύρω. Ο κόσμος γύρω του ήτανε όμορφος. Θέλησε να δει προς τα κάτω. Έγειρε το κεφαλάκι του αρκετά προς τα έξω και ξαφνικά βρέθηκε έξω από τη φωλιά, στον αέρα. Ήταν πολύ μικρό και ακόμα δε μπορούσε να πετάξει. Έτσι προσγειώθηκε πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής και τραυματίστηκε άσχημα.

Στα λόγια του Θεού διαβάζουμε σε πολλές περιπτώσεις τις συνέπειες της ανυπακοής. Ο βασιλιάς Σαούλ δεν υπάκουσε και περιφρόνησε το θέλημα του Θεού, γι’ αυτό ο Θεός τον απέρριψε από το να είναι βασιλιάς. Έστειλε τον προφήτη Σαμουήλ και όπως διαβάζουμε στο Α΄ Σαμουήλ, κεφάλαιο 15, του είπε: «Ο Θεός πήρε τη βασιλεία από τον Σαούλ και την έδωσε στο Δαβίδ.»

Η υπακοή είναι καλύτερη από τη θυσία και η υποταγή είναι καλύτερη από τα παχιά λόγια. Η ανυπακοή είναι αμαρτία.

fatniΗ δεκάχρονη Ανθούλα, καθισμένη πάνω στο χαλί δίπλα στο στολισμένο δέντρο, προσπαθούσε να φτιάξει τη φάτνη. Ο πατέρας της όμως ήταν άκεφος. Η μελαγχολική του διάθεση ήταν αταίριαχτη με το χαρούμενο πνεύμα των Χριστουγέννων. Η μητέρα της επίσης σιωπηλή.

Σε κάποια στιγμή η μικρή Ανθούλα έσπασε τη σιωπή και ρώτησε με ενθουσιασμό: «Μπαμπά, έλα να δεις τη φάτνη. Είναι ωραία έτσι που την έφτιαξα;» «Ο πατέρας της, που δε φαινόταν να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό της κόρης του, της είπε αφηρημένα, “Ναι καλή είναι, αλλά δεν βλέπω τον μικρό Ιησού.»

Πρέπει να σκύψεις πολύ, να γονατίσεις για να μπορέσεις να τον δεις, απάντησε η Ανθούλα, κι έδειξε στο μπαμπά της το Χριστό που ήταν ξαπλωμένος στο παχνί, μέσα βαθειά στο στάβλο.

«Ναι, έχεις δίκιο,» είπε ο πατέρας, ενώ στεκόταν δίπλα βυθισμένος στις σκέψεις του.

Η μητέρα αναστέναξε με πόνο και καθώς γύρισε είπε στον πατέρα:

-Ο Θεός δε μας άφησε μέχρι τώρα, γι’ αυτό πιστεύω ότι δε θα μας αφήσει. Θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε και τις καινούργιες δυσκολίες.”

-Ναι βέβαια, διέκοψε απότομα ο πατέρας, εύκολα είναι τα λόγια. Όμως εγώ τώρα είμαι δίχως δουλειά και δίχως χρήματα.”

Η Ανθούλα, που αμέριμνη σιγοτραγουδούσε, σταμάτησε για να ακούσει τη συζήτηση. Ύστερα από λίγο ξάφνιασε τον πατέρα της και τον ερώτησε:

-Μπαμπά με αγαπάς;

-Βέβαια σε αγαπώ γλυκιά μου. Σε αγαπώ πολύ. Μα γιατί με ρωτάς;

-Να, σκέφτηκα ότι η αγάπη είναι το καλύτερο δώρο, είπε η Ανθούλα με έμφαση. Ύστερα από λίγο, πριν πάει για ύπνο φίλησε τον πατέρα της, λέγοντας του ικετευτικά:

-Σε παρακαλώ μπαμπά, αύριο θα απαγγείλω το ποίημά μου στο κατηχητικό στη γιορτή μας και θέλω να είσαι εκεί μπροστά, για να σε βλέπω και να παίρνω θάρρος.

-Μέχρι αύριο, έχουμε καιρό για να σκεφτούμε μικρή μου. Τώρα πήγαινε για να κοιμηθείς, την καθησύχασε ο πατέρας.

Ύστερα από λίγο η Ανθούλα, που ακόμη δεν είχε αποκοιμηθεί, άκουσε τον πατέρα της να λέει :

-Ο Θεός με ξέχασε αυτά τα Χριστούγεννα, κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεση.

Όταν η Ανθούλα άκουσε τον πατέρα της, στεναχωρήθηκε πολύ. Δακρυσμένη γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι της και προσευχήθηκε ψιθυρίζοντας:

-To ξέρω Χριστέ μου ότι Εσύ δε μας ξέχασες. Ήρθες και φέτος στο σπίτι μας και εγώ σε είδα μέσα στο παχνί. Βοήθησε και το μπαμπά μου να μπορέσει να σε δει.

Το βράδυ εκείνο, ενώ η Ανθούλα κοιμόταν, η μαμά της πήρε την παλιά της κούκλα και της έφτιαξε ένα καινούργιο φορεματάκι. Ο μπαμπάς της μεταμόρφωσε το ξύλινο σκαμπό σε κρεβατάκι και τα έβαλαν κάτω από το δέντρο. Όταν το πρωί η Ανθούλα ξύπνησε χαρούμενη, έφτιαξε μόνη της ένα δωράκι για τους γονείς της και τους το πρόσφερε. Όλοι ήταν χαρούμενοι με τα δώρα που αντάλλαξαν. Δώρα που δεν κόστισαν τίποτα, αλλά έδειχναν πολλή αγάπη.

Η Ανθούλα φόρεσε χαρούμενη το καινούργιο φόρεμα, που της έφτιαξε η μητέρα της. Ήταν πολύ πιο όμορφο από αυτά που έβλεπε στις βιτρίνες. Ο πατέρας της με χαρούμενη διάθεση ετοιμάστηκε για να πάνε όλοι μαζί στη γιορτή. Έτσι η Ανθούλα απήγγειλε το ποίημα και πήρε θάρρος, καθώς έβλεπε τον πατέρα της. Ο πατέρας της είχε ακούσει πολλές φορές τα λόγια στο ποίημα, για πρώτη φορά όμως σκέφτηκε αυτά τα λόγια. Ο Ιησούς ήρθε στη γη για να φανερωθεί η αγάπη Του. Αυτή όμως την αγάπη Του μπορούσε να τη δει, μονάχα εάν έσκυβε ταπεινά, για να γονατίσει μπροστά στη φάτνη, όπως τόσο απλά του είπε η μικρή Ανθούλα.

Ο Ιησούς με το δικό Του παράδειγμα, μας φανέρωσε πόσο σημαντική είναι η ταπεινοφροσύνη. Εάν κι εμείς ακολουθήσομε το δρόμο της ταπείνωσης, αυτός ο δρόμος θα μας οδηγήσει να γνωρίσουμε στη δική μας τη ζωή τον Ιησού Χριστό της φάτνης, του Γολγοθά και της Ανάστασης.

“Ας υπάρχει λοιπόν μεταξύ μας το ίδιο φρόνημα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός …τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος και όντας πραγματικός άνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου και μάλιστα θανάτου σταυρικού” (Φιλιππησίους 2: 5-8).

 

Σελίδα 6 από 8

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top