ΠΑΙΔΙΚΗ ΓΩΝΙΑ (40)

little_girl_sep-oktΟυφ Μαμά, παραπονιόταν η Κατερίνα, βαρέθηκα συνέχεια ν’ ακούω τα ίδια και τα ίδια…«ετοιμάσου για το σχολείο, πλύνε τα πιάτα, στρώσε το κρεβάτι σου, φτιάξε το δωμάτιό σου»...

Κοίταξε τότε η μαμά της τη μικρή Κατερίνα και της θύμισε τα λόγια που άκουσε στο σχολείο από τη δασκάλα της στο κατηχητικό: «Ο Χριστός θέλει να ευχαριστούμε πάντοτε και για όλα τον Θεό».

– Πάντοτε και για όλα; ρώτησε με απορία η Κατερίνα.

– Μάλιστα. Ακριβώς αυτό μας λένε τα λόγια του Θεού στην Αγία Γραφή: «Να ευχαριστείτε πάντοτε και για όλα τον Θεό».

– Μα πώς μπορώ να ευχαριστήσω τον Θεό μαμά, είπε η Κατερίνα, που πρέπει να στρώσω το κρεβάτι μου, να φτιάξω το δωμάτιό μου και να πλύνω τα πιάτα;

– Θα σε βοηθήσω αυτό να το καταλάβεις, είπε η μητέρα της και συνέχισε: Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι στη γειτονιά μας, αλλά και σε όλο τον κόσμο που δεν έχουν πιάτα να πλύνουν, γιατί δεν έχουν φαγητό να φάνε. Υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ τους δεν φτιάχνουν το δωμάτιό τους και δεν στρώνουν το κρεβάτι τους για να κοιμηθούν, γιατί δεν έχουν σπίτι, ούτε κρεβάτι για να κοιμηθούν. Εμείς έχουμε νοστιμότατα φαγητά για να φάμε και μαλακό κρεβάτι για να κοιμηθούμε… και παραπονιόμαστε. Μπορείς να καταλάβεις πόσο λυπούμε τον Θεό με τα παράπονα και τη γκρίνια μας;

Η Κατερίνα τότε χαμήλωσε το κεφαλάκι της και ψιθυριστά είπε στη μαμά της.

– Έχεις δίκιο μαμά, θα προσπαθήσω να μην παραπονιέμαι όταν πρέπει να μαζέψω και να πλύνω τα λερωμένα πιάτα. Και όταν στρώνω το κρεβάτι μου, αντί να γκρινιάζω, θα ευχαριστώ τον Θεό για το αναπαυτικό κρεβάτι που έχω και με ξεκουράζει όλη τη νύχτα.

– Αυτό ακριβώς εννοώ καλή μου, συνέχισε η μαμά της Κατερίνας. Υπάρχουν εκατοντάδες παρόμοια πράγματα για τα οποία θα πρέπει κάθε μέρα να ευχαριστούμε τον Θεό. Άκου μια ιστορία: Ένα κοριτσάκι περπατούσε κρατώντας από το χέρι τη μητέρα της. Σε όλο το δρόμο όμως παραπονιόταν γιατί τα παπούτσια της είχαν παλιώσει και δεν ήταν σαν τα καινούργια παπούτσια που φορούσαν οι άλλες φίλες της.

Σε κάποια στιγμή όμως πέρασε από δίπλα της ένα άλλο κοριτσάκι πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι που το κρατούσε η μητέρα της. Το κοριτσάκι αυτό δεν είχε πόδια……

Προσευχήθηκε τότε το κοριτσάκι που προηγουμένως γκρίνιαζε : «Ω Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ για τα γερά πόδια που μου έδωσες. Δεν με νοιάζει που δεν έχω καινούργια παπούτσια για να φορέσω»! Η Κατερίνα τότε αγκάλιασε τη μητέρατης για να την ευχαριστήσει μ’ αυτόντον τρόπο, που τη βοήθησε να ξεφύγειαπό τη γκρινιάρικη διάθεση που είχε.Τον γκρινιάρη και τον αχάριστο παιδιά μου, κανένας δεν θέλει να τον έχει για φίλο καικανένας δεν θέλει να κάνει παρέα μαζί του.

Με τη βοήθεια του Θεού λοιπόν, ας πάρουμε την απόφαση στη ζωή μας: «Πάντοτε και για όλα να λέμε στον Θεό ευχαριστώ» (Εφεσίους 5:20).

GaidarosΉταν μια ζεστή μέρα του Ιούλη και ο κυρ-Μήτσος ξεκίνησε για το ετήσιο πανηγύρι στο χωριό. Μαζί του πήρε το γιο του, το Στάθη, και τον Κίτσο, το πιστό του γαϊδουράκι. Στο δρόμο συναντούσαν πολλούς συγχωριανούς που κατευθύνονταν στο πανηγύρι. Ένας περαστικός τότε πρόσεξε τον κυρ-Μήτσο που προχωρούσε πεζός με το γιο του και το γαϊδουράκι του και του είπε : «Γιατί τρέφεις αυτό το ζώο εφόσον δεν το καβαλάς; Εγώ φίλε μου εάν ήμουν στη θέση σου, δε θα έκανα την ανοησία αυτή».

 

Σκέφτηκε ο κυρ-Μήτσος και συμφώνησε. Έβαλε λοιπόν το γιο του πάνω στο γαϊδουράκι και προχωρούσε δίπλα καμαρωτός. Δεν προχώρησαν όμως πολύ και συνάντησαν μια παρέα αντρών που κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Ο ένας από αυτούς πρόσεξε το παιδί πάνω στο γαϊδουράκι και είπε : «Για δέστε ένα τεμπέλη γιο, που καβαλάει αυτός, ενώ ο φουκαράς ο πατέρας πάει πεζός». Ο κυρ-Μήτσος, αφού σκέφτηκε λίγο, είπε στο γιο του να κατέβει για να καβαλήσει αυτός τον γάιδαρο. Ύστερα από λίγο, όπως προχωρούσαν, συναντήθηκαν με δυο γυναίκες, που κάθονταν στην αυλή και σχολίαζαν τον κάθε περαστικό. Είδαν τον κυρ-Μήτσο καβάλα στο γάιδαρο και είπαν : «Δες έναν άσπλαχνο πατέρα! Πώς του κάνει καρδιά να καβαλάει αυτός και το καημένο το παιδί να περπατά»;

 

Ο κυρ-Μήτσος τότε ντροπιάστηκε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε τότε για λίγο και ανέβασε και το γιο του στο γάιδαρο. Έτσι προχωρούσαν για το πανηγύρι. Όσο όμως πλησίαζαν, τόσο συναντούσαν περισσότερους, που τους κοιτούσαν παράξενα και κάτι έλεγαν μεταξύ τους. Στο τέλος κάποιος τόλμησε να μιλήσει: «Δεν ντρέπεστε εσείς δυο γάιδαροι να παραφορτώνετε έτσι το καημένο το ζώο»;

 

Ο κυρ-Μήτσος τότε με το γιο του πήδηξαν κάτω, τράβηξαν το ζώο στην άκρη και αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία. Τι έπρεπε να κάνουν επιτέλους, για να τους ευχαριστήσουν όλους και να μην τους δίνουν αφορμή να τους περιγελούν; Σκέφτηκαν τότε και μετά από αρκετή σκέψη, τους ήρθε μια ιδέα. Κόψανε ένα πάσαλο δέσανε τα πόδια του Κίτσου και αφού στήριξαν τον πάσαλο στους ώμους τους προχωρούσαν με το γάιδαρο να κρέμεται ανάποδα.

 

Το θέαμα ήταν αρκετά αστείο και όλοι όσοι τους έβλεπαν ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Σε κάποια στιγμή λοιπόν φτάσανε στη γέφυρα που οδηγούσε στο τόπο του πανηγυριού και με κάποιο τρόπο ο γάιδαρος κατάφερε να ελευθερώσει τα δυο μπροστινά του πόδια. Άρχισε τότε να κλωτσάει και να τινάζεται. Ο Στάθης έτσι παράτησε τον πάσαλο και ο καημένος ο γάιδαρος βρέθηκε στο ποτάμι. Έτσι που ήταν δεμένος δε μπορούσε να κολυμπήσει, και εάν δε μαζεύονταν όλοι να βοηθήσουν ο φουκαράς ο Κίτσος σίγουρα θα πνιγόταν.

 

Αυτός λοιπόν, που προσπαθεί παιδιά μου, να τους ευχαριστήσει όλους, στο τέλος δεν μπορεί να ευχαριστήσει κανέναν.

Την αλήθεια αυτή ο απόστολος Παύλος ξεκάθαρα τη διατυπώνει: «Τι νομίζετε; Των ανθρώπων την εύνοια επιδιώκω τώρα ή του Θεού; Ή μήπως ζητώ να αρέσω στους ανθρώπους; Όχι γιατί αν πράγματι ζητούσα να αρέσω στους ανθρώπους, δεν θα ήμουν υπηρέτης του Χριστού» (Γαλάτας 1:10).

 

Γι’ αυτό φροντίστε παιδιά μου, πρώτα τον Θεό να ευαρεστήσετε και το δικό Του το θέλημα να κάνετε στη ζωή σας. Μη σας μέλει για τους ανθρώπους, γιατί είναι αδύνατον να μπορέσετε όλους να τους ευχαριστήσετε!

 

red-bicycleΟ Γιώργος έβλεπε με νοσταλγία τ’ άλλα παιδιά που κυκλοφορούσαν με τα ποδήλατά τους. Οι γονείς του όμως, επειδή δεν τους περίσσευαν χρήματα για να του αγοράσουν, του απέκλεισαν κάθε ενδεχόμενο.

Ο Γιώργος κάθε φορά περνούσε από το ποδηλατάδικο και καμάρωνε το κόκκινο γυαλιστερό ποδήλατο που ήταν στη βιτρίνα. Ήταν πολύ ωραίο, με το φως και το κουδούνι του. Είχε και ένα καλαθάκι για να κουβαλάει τα βιβλία του. Μάλιστα πρόσεξε ότι ο ποδηλατάς κατέβασε την τιμή, γιατί ήταν περίοδος εκπτώσεων και το είπε στη μητέρα του. Εκείνη όμως το απέκλειε.

-          Μα είναι φτηνό και είναι ευκαιρία, επέμενε ο Γιώργος.

-          Ο Θεός αν θέλει και όταν θέλει, Εκείνος μπορεί να σου δώσει ένα ποδήλατο, είπε η μητέρα του με πεποίθηση.

-          Αχ και να ήμουν μεγαλύτερος, θα δούλευα και θα το αγόραζα δίχως να ρωτήσω κανέναν, μουρμούρισε ο Γιώργος και κλότσησε με θυμό τα στοιβαγμένα φύλλα στο πεζοδρόμιο. Τότε ένοιωσε στο παπούτσι του κάτι σκληρό και έσκυψε στα μουσκεμένα φύλλα. Με έκπληξη είδε να ξεπροβάλλει ένα μαύρο δερμάτινο πορτοφόλι. Δεν πίστευε στα μάτια του! Το έψαξε και είδε ότι μέσα υπήρχαν αρκετά χαρτονομίσματα! Ο Γιώργος τα μέτρησε… και ήταν τόσα όσα χρειαζόταν για ν’ αγοράσει το ποδήλατο που λαχταρούσε. Όνομα και διεύθυνση ευτυχώς δεν βρήκε. «Ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο θέλει ο Θεός να μου δώσει το ποδήλατο! Εφόσον δεν ξέρω σε ποιον ανήκει, θα το κρατήσω για δικό μου»,σκέφτηκε.

Τώρα έπρεπε να βιαστεί για να προλάβει πριν κλείσει το κατάστημα. Έβαλε το πορτοφόλι στην τσέπη κι άρχισε να τρέχει χαμογελαστός και χαρούμενος, καθώς φανταζόταν τον εαυτό του πάνω στο καινούργιο κόκκινο ποδήλατο.

Στο δρόμο τον συνάντησε, ξαφνικά, ο φίλος του ο Κώστας και τον ρώτησε. «Πού πηγαίνεις έτσι αλαφιασμένος;»

-          Πηγαίνω ν’ αγοράσω εκείνο το κόκκινο ποδήλατο που είναι στη βιτρίνα, απάντησε με ύφος μεγάλου άντρα, ο Γιώργος.

-          Ποιος σου έδωσε χρήματα; θέλησε να μάθει ο Κώστας.

-          Ο Θεός μου τα έστειλε, είπε ο Γιώργος, δίχως να σταματήσει να τρέχει. Ο Κώστας που δεν κατάλαβε τι ακριβώς εννοούσε, συνέχισε να τον ακολουθεί.

-          Μπορώ να ’ρθω κι εγώ μαζί σου; τον ρώτησε

-          Έλα και κάνε γρήγορα, για να προλάβουμε, του είπε ο Γιώργος λαχανιασμένος. Όταν όμως φτάσανε στο κατάστημα το βρήκαν κλειστό και ο Γιώργος έσπρωξε την πόρτα με μανία για να βεβαιωθεί.

-          Τώρα θα πρέπει να περιμένω μέχρι αύριο, είπε θυμωμένος.

-          Δεν πειράζει, το αύριο θα έρθει γρήγορα, τον παρηγόρησε ο φίλος του. Έμειναν εκεί για λίγη ώρα σιωπηλοί και καμάρωσαν το ποδήλατο. Ύστερα από λίγο ο Κώστας διέκοψε τη σιωπή λέγοντας.

-          Είσαι σίγουρος ότι έχεις όλο το ποσό για να αγοράσεις το ποδήλατο; Ο Γιώργος έβγαλε με καμάρι το δερμάτινο πορτοφόλι από την τσέπη και του έδειξε τα χαρτονομίσματα. Ο Κώστας έμεινε έκπληκτος.

-          Μα αυτά είναι πολλά λεφτά! Ποιος σου τα έδωσε;

-          Τα βρήκα, είπε κοφτά ο Γιώργος.

-          Και δεν σκέφτηκες να παραδώσεις το πορτοφόλι; τον ξάφνιασε ο Κώστας.

-          Όχι, βέβαια. Αφού δεν έχει όνομα και δεν ξέρω σε ποιον ανήκει. Μετά από λίγο όμως ο Γιώργος χαμήλωσε τη φωνή του και συνέχισε. Να σου πω την αλήθεια, αυτό ούτε που μου πέρασε από το νου.

-          Είναι σαν να τα κλέβεις τα χρήματα, αν τα κρατήσεις δίχως να κάνεις κάποια προσπάθεια για να βρεις τον κάτοχό τους, τον μάλωσε ο Κώστας.

-          Ο Γιώργος κατάλαβε ότι η επίμονη επιθυμία του να αποκτήσει το ποδήλατο τον είχε κυριέψει και άρχισε να νιώθει άβολα. Έτσι ο Κώστας του πρότεινε:

-          Θέλεις να πάμε μαζί στο Αστυνομικό Τμήμα να το αναφέρουμε; Και αν δεν βρεθεί ο κάτοχός του, τότε θα γίνουν τα λεφτά δικά σου.

Ο Γιώργος συμφώνησε, ενώ από μέσα του, ευχόταν να μην υπάρχει κάτοχος. Απογοητεύτηκε όμως όταν ο αστυνομικός της υπηρεσίας τον βεβαίωσε πως μια φτωχιά γιαγιούλα, που ζούσε μόνη της, δήλωσε ότι έχασε ένα πορτοφόλι σαν κι αυτό.

-          Θέλεις να πάμε μαζί στο σπίτι της για να της το παραδώσεις εσύ ο ίδιος; ρώτησε ο αστυνόμος το Γιώργο που δεν φαινόταν και πολύ πρόθυμος. Ο Κώστας πήρε το λόγο:

-          Μάλιστα κύριε. Θα έρθουμε μαζί σας. Ύστερα από λίγο το αμάξι σταμάτησε μπροστά σ’ ένα χαμόσπιτο. Η ηλικιωμένη γυναίκα που έμενε εκεί αναγνώρισε το πορτοφόλι και είπε φανερά συγκινημένη:

-          Ο γιος μου έστειλε τα χρήματα αυτά για να πληρώσω τους λογαριασμούς μου. Ήμουν πολύ στενοχωρημένη που τα έχασα. Πόσο χαίρομαι που τα βρήκες αγόρι μου. Θέλω κι εγώ να σου δώσω κάτι για την αμοιβή σου, είπε και κοίταξε γύρω. Και τότε της ήρθε μια ιδέα:

-          Έχεις ποδήλατο; Τον ρώτησε.

-          Όχι, αλλά πολύ θα ήθελα να είχα ένα, είπε με προσδοκία ο Γιώργος. Η γυναίκα είπε να την ακολουθήσουν και τους έδειξε ένα ποδήλατο, που ο εγγονός της το άφησε πριν μερικά χρόνια. Μπορείς να το πάρεις αν το θέλεις, είπε στο Γιώργο.

-          Α! Είναι πολύ καλό, φώναξε χαρούμενος. Θ’ αγοράσουμε κόκκινη μπογιά και θα το βάψουμε μαζί με τον Κώστα. Θα γίνει σαν καινούργιο. Τα παιδιά χάρηκαν κι ευχαρίστησαν τη γυναίκα.

Καθώς ο Γιώργος έβγαινε από την αποθήκη τσουλώντας το ποδήλατο, θυμήθηκε τα λόγια της μητέρας του και σκέφτηκε ότι πραγματικά ο Θεός έχει τους δικούς του τρόπους για να εκπληρώνει τις ανάγκες των παιδιών του.

Ο Θεός παιδιά μου είναι Εκείνος που μας υπόσχεται: «Όλες τις ανάγκες μας θα τις καλύψει σύμφωνα με τον πλούτο Του, που μας χαρίζει δια του Ιησού Χριστού, για να δοξάζεται η αγαθότητά Του» (Φιλιππησίους 4:19) και Εκείνος πάντοτε έχει το δικό Του τρόπο για να πραγματοποιεί την κάθε υπόσχεσή Του.

girl-watering-rosesΑπέναντι από το σπίτι της Μαργαρίτας ήταν μια βίλα με ένα πανέμορφο κήπο γεμάτο λουλούδια. Ένας κηπουρός πάντα φρόντιζε τον κήπο. Η Μαργαρίτα ήθελε πολύ να δει τον κήπο από κοντά και έτσι μια μέρα πήρε την αδελφούλα της, τη Ράνια, και στάθηκε όσο μπορούσε πιο κοντά για να θαυμάσει τα πολύχρωμα λουλούδια. Ο κηπουρός πρόσεξε τα δυο κοριτσάκια και χαμογέλασε. Έτσι η Μαργαρίτα πήρε θάρρος και τον ρώτησε: «Μπορούμε να μπούμε μέσα για να χαρούμε τον όμορφο κήπο που τον φροντίζετε»;

 Πρόθυμος ο κηπουρός τούς άνοιξε την πόρτα για να περάσουν και τους εξήγησε: «Ακολουθήστε τους διαδρόμους και προσοχή, μην κόψετε τα λουλούδια».

 Το πρόσωπο της Μαργαρίτας έλαμψε από χαρά και χαμογελαστή είπε στο κηπουρό: «Σας ευχαριστούμε και σας υποσχόμαστε ότι δεν θα κόψουμε κανένα λουλούδι».

 Η Μαργαρίτα πήρε τη Ράνια από το χέρι και έτσι τα δυο κοριτσάκια περπατούσαν και θαύμαζαν τα λουλούδια. Σε κάποια στιγμή όμως η Ράνια βαρέθηκε, άφησε το χέρι της Μαργαρίτας και ανέβηκε στα πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στις τριανταφυλλιές. Ξαφνικά η Μαργαρίτα άκουσε τη Ράνια να κλαίει και αμέσως τρέχοντας ανέβηκε τα σκαλιά. Όταν έφτασε κοντά στην αδελφούλα της την είδε κλαμένη, ενώ μια στοίβα από ροδοπέταλα ήταν γύρω της σκορπισμένα. Αμέσως τις έβαλε τις φωνές:

-          Ράνια τι είναι αυτό που έκανες; Η Ράνια κλαμένη της έδειξε το δακτυλάκι της που ήταν πληγωμένο.

-          «Ένα αγκάθι με τσίμπησε» προσπάθησε να τις εξηγήσει. Η Μαργαρίτα όμως, που ίσως δεν κατάλαβε, συνέχιζε να μαλώνει την αδελφούλα της.

-          «Δες τι ζημιά έκανες και ξέχασε το δάκτυλό σου».

 Η Ράνια δε μπορούσε να καταλάβει για πιο λόγο γινόταν όλη η φασαρία. Η Μαργαρίτα όμως ήταν σίγουρη ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο κηπουρός τις άφησε στον ανθόκηπο και έτσι της ήρθε μια ιδέα. Αν έφευγαν κρυφά, ίσως ο κηπουρός θα νόμιζε ότι κάποιο άλλο παιδάκι μάδησε τα τριαντάφυλλα. Άρπαξε λοιπόν τη Ράνια από το χέρι και άρχισε να τρέχει προς την έξοδο. Ο κηπουρός ήταν σκυμμένος. Έτσι η Μαργαρίτα ψιθύρισε στην αδελφή της:

 -        «Έλα, κάνε γρήγορα τώρα που κανείς δεν μας βλέπει». Τη στιγμή όμως εκείνη θυμήθηκε ότι κάποιος τη βλέπει. «Κάποιος τα βλέπει όλα και τα ξέρει όλα», της έλεγε ο παππούς της, που τον άκουγε και τον αγαπούσε. Η Μαργαρίτα λοιπόν κοντοστάθηκε και δειλά-δειλά πλησίασε τον κηπουρό. «Κύριε κηπουρέ, λυπάμαι πάρα πολύ γι’ αυτό που έγινε», του είπε κοφτά.

-        Γιατί τι έγινε; είπε ο κηπουρός και κοίταξε γύρω.

-        Να, η Ράνια είναι ακόμα μικρή και φοβάμαι επειδή δε σας κατάλαβε, έκοψε τα τριαντάφυλλά σας.

-        Έλα δείξε μου ποια, είπε ο κηπουρός και την ακολούθησε.

 Η Μαργαρίτα του έδειξε τη στοίβα από τα πολύχρωμα ροδοπέταλα και γύρισε, κοιτάζοντάς τον φοβισμένη. Ο κηπουρός όμως δεν φαινόταν θυμωμένος, αντίθετα της χαμογέλασε και της εξήγησε:

 -            Αυτά δεν τα έκοψε η αδελφούλα σου. Εγώ τα κλάδεψα το πρωί για να κάνω χώρο στα μπουμπούκια. Πάντως χαίρομαι για το θάρρος σου, μικρή μου δεσποινιδούλα, και επειδή ήσουν ειλικρινής. Εσύ και η αδελφούλα σου μπορείτε όποτε θέλετε να έρχεστε για να απολαμβάνετε τον ωραίο μου κήπο.

-            Σας ευχαριστώ, απάντησε η Μαργαρίτα και χαρούμενη σκέφτηκε: «Αξίζει να λέω πάντα την αλήθεια και να θυμάμαι ότι ο Θεός πάντοτε με βλέπει».

 Κάθε φορά λοιπόν, παιδιά μου, που έχομε τον πειρασμό να πούμε ή να κάνομε κάτι κρυφό και πονηρό, να θυμόμαστε ότι ο Θεός πάντοτε μας βλέπει.

 «Κύριε, με διερεύνησες και με γνωρίζεις … από μακριά τις διαθέσεις μου διακρίνεις, το κάθε βήμα μου που κάνω το κατέχεις» (Ψαλμός 139 : 1-3 ).

 


rodakiniaΟ Γιάννης και ο Θωμάς ήταν καλοί φίλοι. Κάνανε πολλά πράγματα μαζί και καμιά φορά ο ένας παρέσυρε τον άλλο σε διάφορες ζαβολιές. Μια μέρα τα παιδιά πήγαν στον τσαγκάρη, γιατί ο Γιάννης χρειαζόταν καινούργιες σόλες στα παπούτσια του. Καθώς όμως επέστρεφαν ο Θωμάς είπε στο Γιάννη… τι ανακάλυψε:

- Είδα μια ροδακινιά στην πίσω αυλή του τσαγκάρη. Είναι φορτωμένη με ώριμα γλυκά ροδάκινα. Τι λες, πάμε να κάνουμε κρούση;

-Δεν το βρίσκω σωστό να κλέψουμε τα ροδάκινα του κυρ-Πέτρου, απάντησε ο Γιάννης, που το στόμα του γέμισε σάλιο από τη λιγούρα.

-Δεν θα πάρουμε πολλά, μόνο όσα φτάνουν για να φάμε οι δυο μας. Έχω ένα καλαθάκι και όταν βραδιάσει θα το γεμίσουμε, του πρότεινε ο Θωμάς.

-Εάν όμως μας πιάσουν; ρώτησε ο Γιάννης.

-Είσαι ένας φοβητσιάρης. Θα σου πω εγώ τον τρόπο που δε θα μας πιάσουν, επέμεινε ο Θωμάς.

Ο πειρασμός ήταν πολύ γλυκός και έτσι ο Γιάννης δε μπόρεσε να αντισταθεί. Έτσι, όταν σκοτείνιασε, τα δυο παιδιά σύρθηκαν ανάμεσα στις καλαμιές και πλησίασαν το δένδρο. Ο Γιάννης κρατούσε το καλαθάκι, καθώς ο Θωμάς έριχνε τα ροδάκινα και, όταν το γέμισαν, απομακρύνθηκαν αθόρυβα και προσεκτικά.

Παρόλο όμως που κανένας δεν τους είδε, ο Γιάννης ένιωθε ενοχή και σε κάποια στιγμή λέει στο Θωμά: «Είμαστε κλέφτες το ξέρεις»;

- Αφού κανένας δε μας είδε, είπε ψιθυριστά ο Θωμάς.

- Αυτό δεν μας δικαιολογεί, εμείς ξέρουμε ότι είμαστε κλέφτες, απάντησε ο Γιάννης.

- Εντάξει, τι θα κάνεις τώρα, είπε ο Θωμάς αρκετά θυμωμένος.

- Θα επιστρέψω τη δική μου τη μερίδα αύριο το πρωί στον κυρ-Πέτρο και θα του ζητήσω συγνώμη, απάντησε ο Γιάννης.

Ο Θωμάς δεν άλλαξε την απόφασή του, ο Γιάννης όμως την επόμενη μέρα πήγε στο τσαγκαράδικο με μια σακούλα γεμάτη κάτω από τη μασχάλη του.

-  Γεια σου, νεαρέ μου, είπε ο κυρ-Πέτρος, χαμογελαστός, πως μπορώ να σε βοηθήσω;

-  Έχω εδώ μερικά…. είπε ο Γιάννης και κόμπιασε.

-  Ναι το ξέρω, απάντησε ο κυρ-Πέτρος, με το ίδιο χαμόγελο. Που είναι όμως ο φίλος σου ο Θωμάς; Ο Γιάννης έμεινε τότε με το στόμα ανοιχτό.

- Δηλαδή μας είδατε, ρώτησε.

Ο κυρ-Πέτρος τότε πήγε μαζί με το Γιάννη στη ροδακινιά, έσκυψε κάτω και του έδειξε κάποιες πατημασιές που έμειναν πάνω στο μαλακό χώμα.

- Απλά σύγκρινα αυτές τις πατημασιές με τις καινούργιες σόλες που σου έβαλα χθες και με τις σόλες του Θωμά, που τις έβαλα πριν από λίγες μέρες. Οι σόλες λοιπόν σας μαρτύρησαν. Χαίρομαι όμως που ήρθες. Μπορείς όμως να φωνάξεις και το Θωμά; Θέλω κάτι να σας πω, είπε ο κυρ-Πέτρος, κλείνοντάς του το μάτι.

Ο Γιάννης δε δυσκολεύτηκε να βρει το Θωμά και σε λίγο, αρκετά ντροπιασμένοι, οι δυο φίλοι κάθισαν να ακούσουν τον κυρ-Πέτρο.

-Παιδιά μου, η δουλειά του διαβόλου είναι να παγιδεύει τους ανθρώπους. Παρουσιάζει λοιπόν την αμαρτία δελεαστική και ωραία, γι αυτό πρέπει από τώρα να προσέξετε. Η Αγία Γραφή ξεκαθαρίζει ότι «όλοι αμάρτησαν και βρίσκονται μακριά από τον Θεό» (Ρωμαίους 2:23). Ο διάβολος όμως μας καθησυχάζει και μας ψιθυρίζει: «Δεν είσαι τόσο κακός, προσπάθησε και θα τα καταφέρεις». Ο Θεός όμως που ξέρει ότι μόνοι δε μπορούμε, έστειλε το Γιό Του, τον Ιησού Χριστό, να πάρει Εκείνος τη δική μας ενοχή. Εκείνος με το θάνατο και την ανάστασή Του μας άνοιξε ένα καινούργιο δρόμο για τον ουρανό. Με τα λόγια Του μας βεβαιώνει: «Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή. Κανείς δεν πάει κοντά στον Πατέρα, παρά μόνο αν περάσει από μένα» (Ιωάννης 14:46).

Ο κυρ-Πέτρος κοίταξε με καλοσύνη τα δυο παιδιά και πρόσθεσε: «Μόνοι σας θα πρέπει να διαλέξετε το δρόμο της ζωής σας». Ένας όμως ύμνος λέει ότι του Θεού ο δρόμος είναι ο πιο καλός. Εύχομαι λοιπόν και προσεύχομαι να διαλέξετε αυτόν το δρόμο, γιατί έχει ένα χαρούμενο και ένδοξο τέρμα: Τον ουρανό!

Σελίδα 7 από 8

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top