Μάιος - Ιούνιος 2018
Προετοιμασία για τη Μοναστική Ζωή

Ο Αρσένιος (π. Παΐσιος) προσπαθούσε να συνηθίσει τις συνθήκες της μοναχικής ζωής. Προτιμούσε τα άνοστα φαγητά. Δεν έβαζε αλάτι στο φαγητό, για να μην πίνει πολύ νερό. Έπλενε τα ρούχα του ο ίδιος. Δεν άφηνε την μητέρα και τις αδελφές του να τα πλένουν.
Μία περίοδο που πήγαινε με τα αδέλφια του και εργαζόταν στα χωράφια, σε ένα σημείο τους άφησε να προχωρήσουν και αυτός παρέμεινε πίσω. Από περιέργεια τον παρατήρησαν κρυφά και τι να δουν! Έβγαζε τα παπούτσια του και ξυπόλυτος περνούσε τρέχοντας ένα χωράφι με κομμένο τριφύλλι. Ήταν σαν να έτρεχε πάνω σε λεπτά καρφιά. Το κομμένο τριφύλλι τρυπούσε τα πόδια του και έμπαινε μέσα στις σάρκες. Αιμάτωναν τα πέλματα των ποδιών του. Υπέμενε όμως με χαρά τον πόνο μιμούμενος τους Μάρτυρες, όπως διάβαζε στα Συναξάρια, προσπαθώντας να γίνει και αυτός συγκοινωνός και συμμέτοχος των παθημάτων τους. Με τέτοιο μαρτυρικό φρόνημα και θείο έρωτα ήταν πυρακτωμένη η παιδική του ψυχή.
Είχε συνήθεια μια ημέρα την εβδομάδα να ανεβαίνει στο βουνό. Εκεί στην ησυχία περνούσε με νηστεία, προσευχή, μελέτη και μετάνοιες. Τον είλκυε η ησυχία και επιθυμούσε να αξιωθεί να ζήσει όπως οι ασκητές και οι ερημίτες. Μαζί του κρατούσε τον Σταυρό. «Είχα τέτοια πίστη τότε, που ανέβαινα στο βουνό με τον Σταυρό, που δεν φοβόμουν τίποτε».
Ο Ραφαήλ, ο μεγαλύτερός του αδερφός, βλέποντάς τον να επιδίδεται σε μεγάλους αγώνες, προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Αλλά, ενώ μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε ετών δεχόταν σιωπηλά την κηδεμονία του, τώρα «ύψωσε ανάστημα» και αντέδρασε. Έκτοτε δεν τόλμησε να τον εμποδίσει. Αργότερα, όταν τον συνάντησε ως μοναχό, του ζήτησε συγχώρεση. Οι γονείς όμως χαίρονταν και καμάρωναν τον Αρσένιο. Επειδή είχαν ευλάβεια, καταλάβαιναν τους αγώνες του και δεν ανησυχούσαν.
Ο Αρσένιος δεν αγωνιζόταν μόνο με νεανικό ενθουσιασμό, αλλά και με γεροντική σύνεση. Συνόδευε τις ασκήσεις του με πολλή προσοχή και αυτοέλεγχο. Κάθε ημέρα εξέταζε τον εαυτό του τι έκανε, πώς μίλησε, αν πλήγωσε κάποιον με την συμπεριφορά του.
(Γέροντας Παΐσιος, Ενωμένη Ρωμιοσύνη, σελ. 34,35)
Μάιος - Ιούνιος 2018
Ένας να είναι ο στόχος μας, η αγάπη στον Χριστό, στην Εκκλησία, στον πλησίον. Η αγάπη, η λατρεία προς τον Θεό, η λαχτάρα, η ένωση με τον Χριστό και με την Εκκλησία είναι ο επί γης Παράδεισος. Η αγάπη στον Χριστό είναι η αγάπη στον πλησίον, σ’ όλους και στους εχθρούς. Ο Χριστιανός πονάει για όλους, θέλει όλοι να σωθούν, όλοι να γευθούν τη Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο χριστιανισμός. Μέσω της αγάπης προς τον αδελφό θα κατορθώσουμε ν’ αγαπήσουμε το Θεό. Ενώ το επιθυμούμε, ενώ το θέλουμε, ενώ είμαστε άξιοι, η θεία χάρις έρχεται μέσω του αδελφού. Όταν αγαπάμε τον αδελφό, αγαπάμε την Εκκλησία, άρα τον Χριστό. Μέσα στην Εκκλησία είμαστε κι εμείς. Άρα όταν αγαπάμε την Εκκλησία αγαπάμε και τον εαυτό μας.
Να αγαπάμε τον Χριστό και μόνη ελπίδα και φροντίδα μας να είναι Αυτός. Να αγαπάμε τον Χριστό μόνο γι’ Αυτόν. Ποτέ για μας. Ας μας βάλει όπου θέλει. Ας μας δώσει ό,τι θέλει. Να μην Τον αγαπάμε για τα δώρα Του. Είναι εγωισμός να λέμε «θα με βάλει ο Χριστός σε μια ωραία μονή που έχει φτιάξει». Την έχει ετοιμάσει ο Χριστός, το λέει το Ευαγγέλιο: «Εν τη οικία του Πατρός μου μοναί πολλαί εισίν… ίνα όπου ειμί εγώ και υμείς ήτε». Το σωστό να λέμε: «Χριστέ μου, ό,τι θέλει η αγάπη Σου, αρκεί να ζω στην αγάπη Σου».
Εγώ ο καημένος, τι να σας πω… είμαι πολύ αδύνατος. Δεν έχω κατορθώσει ν’ αγαπήσω τόσο πολύ τον Χριστό, να Τον λαχταρήσει η ψυχή μου. Αισθάνομαι ότι είμαι πολύ πίσω. Έτσι το αισθάνομαι. Δεν έχω φθάσει εκεί που θέλω, δεν ζω αυτή την αγάπη. Αλλά δεν αποθαρρύνομαι. Εμπιστεύομαι την αγάπη του Θεού. Λέω στον Χριστό: «Το ξέρω, δεν είμαι άξιος. Στείλε με όπου θέλει η αγάπη Σου. Αυτό επιθυμώ, αυτό θέλω. Στη ζωή μου πάντα Σε λατρεύω».
Όταν ήμουν άρρωστος βαριά δεν ήθελα να σκέπτομαι τις αμαρτίες μου. Ήθελα να σκέφτομαι την αγάπη του Κυρίου μου, του Χριστού μου και την αιώνια ζωή. Δεν ήθελα να έχω φόβο. Ήθελα να πάω στον Κύριο και να σκέπτομαι την αγαθότητά Του, την αγάπη Του. Και τώρα που πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, δεν έχω άγχος, αγωνία, άλλα σκέπτομαι ότι, όταν παρουσιαστώ στη Δευτέρα Παρουσία και μου πει ο Χριστός: «Εταίρε, πώς εισήλθες ώδε, μη έχων ένδυμα γάμου;» Θα σκύψω το κεφάλι και θα πω: «Ό,τι θέλεις, Κύριέ μου, ό,τι θέλει η αγάπη Σου. Το ξέρω δεν είμαι άγιος. Στείλε με όπου θέλει η αγάπη Σου. Για κόλαση είμαι άξιος. Και στην κόλαση να με βάλεις, αρκεί να είμαι μαζί Σου. Ένα θέλω, ένα επιθυμώ, ένα ζητώ, να είμαι μαζί Σου, όπου κι όπως θέλεις Εσύ».
(Βίος και Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου - σελ. 220,221)
«Εάν κάποιος έφθασε μόλις την ενδέκατη ώρα, ας μην φοβάται, γιατί ο Δάσκαλος είναι ευγενικός και λαμβάνει τον τελευταίο, ακόμη και ως τον πρώτο»
– Για ποιο λόγο φάνηκε το Πνεύμα σε σχήμα γλωσσών;
Αφ’ ενός για να επιδείξει τη συμφυία του, τη σχέση του με το Λόγο του Θεού, γιατί τίποτε δεν είναι συγγενέστερο προς το λόγο από τη γλώσσα. Συγχρόνως δε και για τη χάρη της διδασκαλίας, γιατί ο κατά Χριστόν διδάσκαλος χρειάζεται χαριτωμένη γλώσσα.
– Γιατί φανερώθηκε το Άγιο Πνεύμα ως πύρινες γλώσσες;
Όχι μόνο για το ομοούσιο του Πνεύματος προς τον Πατέρα και τον Υιό (γιατί πυρ είναι ο Θεός μας), αλλά και για τη διπλή ενέργεια του κηρύγματος των Αποστόλων. Γιατί μπορεί συγχρόνως να ευεργετεί και να τιμωρεί. Όπως το πυρ έχει διπλή ιδιότητα και να φωτίζει και να φλογίζει, έτσι και ο λόγος της διδασκαλίας, αυτούς που υπακούουν φωτίζει και αυτούς που απειθούν παραδίδει τελικά σε πυρ και κόλαση. Είπε δε γλώσσες, όχι πυρός, αλλά σαν πυρός, για να μη νομίσει κανείς ότι το πυρ εκείνο είναι αισθητό και υλικό, αλλά να αντιληφθούμε την φανέρωση του Πνεύματος σαν με παράδειγμα.
– Για ποιο λόγο οι γλώσσες φάνηκαν να διαμερίζονται σ’ αυτούς;
Γιατί μόνο στο Χριστό - που ήλθε και αυτός από πάνω - δεν δίδεται με μέτρο το Πνεύμα από το Πατέρα. Εκείνος και κατά σάρκα ακόμη είχε ολόκληρη τη θεία δύναμη και την ενέργεια, ενώ σε κανέναν άλλο δεν έγινε χωρητή όλη η χάρη του Πνεύματος, αλλά ατομικά ο καθένας αποκτά, άλλος το ένα και άλλος το άλλο από τα χαρίσματα, για να μη νομίσει κανείς ότι η από το Πνεύμα διδόμενη στους αγίους χάρη είναι φύση.
Μάιος - Ιούνιος 2018
Ιερά Μητρόπολη Ζάμπιας και Μαλάουι

«Δόξα Σοι ο Θεός», από την Ελλάδα, παρόλη τη μεγάλη κρίση, οι Έλληνες έστειλαν εδώ στο Μαλάουι ένα μεγάλο κοντέινερ 25 τόνων με ανθρωπιστική βοήθεια.
Πολλά στόματα χόρτασαν με αυτή σας την προσφορά. Πολλά παιδάκια τονώθηκαν και γέμισε η κοιλίτσα τους από το φαγητό της αγάπης σας. Πολλές χήρες μάνες και πολλά γεροντάκια είδαν τις ταπεινές καλύβες τους, έστω και για λίγο καιρό να γεμίζουν από τρόφιμα. Ρύζι, αλεύρι, όσπρια, γάλα και τί δε μας στείλατε!
Υπάρχουν στο Μαλάουι άστεγοι και φυλακισμένοι. Το φαγητό των φυλακισμένων είναι ελάχιστο. Κάθε φυλακή έχει το λιγότερο 2-3 χιλιάδες κρατουμένους. Τα κελιά τρισάθλια και αυτά για ελάχιστους. Οι περισσότεροι κοιμούνται στις λάσπες και την υγρασία. Όποτε μπορούμε, τους πάμε καμιά ψάθα.
Οι άνθρωποι συνεχίζουν να υποφέρουν, να πεινούν, να χάνουν τα παιδιά τους από ελονοσία και άλλες αρρώστιες, διότι δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν φάρμακα. Κάνουμε έκκληση σε όλους σας. Παρακαλούμε κάποιον καλό Χριστιανό να μας δωρίσει 1000 κουβέρτες.
Έχουμε ανάγκη από καλαμποκάλευρο, που είναι η βασική τροφή. Ζητάμε 300 τσουβάλια καλαμποκάλευρο να το μοιράσουμε στους φτωχούς.
Επίσης έχουμε ανάγκη από πηγάδια που χρειάζονται σε περιοχές που δεν έχουν νερό. Ανοίγοντας ένα πηγάδι ωφελείται πολύς κόσμος. Παρακαλούμε πολύ βοηθήστε μας.
«Πάντα τα Έθνη», Τριμηνιαίο Ιεραποστολικό Περιοδικό, τεύχος 143

Η σωτηρία είναι δώρο του Θεού και όχι κατόρθωμα του ανθρώπου. Σωζόμαστε δωρεάν, από τη χάρη του Θεου «δια πίστεως».
Αυτό που προσφέρουμε εμείς για τη σωτηρία μας είναι η πίστη μας. Δεν πρέπει να στηρίζουμε ακόμα και την παραμικρή ελπίδα για τη σωτηρία μας πάνω στα έργα μας. Αυτό, ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στον ηθικό λόγο Η΄ μας το εξηγεί: «Με έργα εννοώ στις νηστείες, στις αγρυπνίες ή στις κατακλίσεις πάνω στο χώμα, στην πείνα και στη δίψα. Ο Θεός σώζει τον άνθρωπο με μετάνοια και πίστη στον Χριστό δωρεάν».
Η Φωνή Κυρίου της 31.7.83 γράφει: «Η δικαίωση, δηλαδή η σωτηρία που δίνει ο Θεός κατά χάρη, απαιτεί τη δική μας πίστη». Επίσης, «το πλέον, σχεδόν δε και το παν Θεού εστίν, ημίν δε μικρόν αφήκε» θα πει ο Ιερός Χρυσόστομος. Αυτό το «μικρόν τι» είναι η πίστη μας. Με αυτό θέλει πατερικά να τονίσει ότι ο άνθρωπος δεν φτάνει ποτέ σε σημείο που να αξίζει τη δικαίωση και τη σωτηρία, αλλά τη δέχεται δωρεάν, χωρίς να το αξίζει.
Ο Απ. Πέτρος, στο δεύτερο κήρυγμά του είπε: «Μετανοήσατε, λοιπόν, και επιστρέψτε στον Θεό, για να εξαλειφθούν οι αμαρτίες σας, για να έρθουν καιροί αναψυχής από της παρουσίας του Κυρίου» (Πράξ. 3:19). Μετανοήστε, αλλάξτε μυαλό, ταπεινωθείτε και ζητήστε τη σωτηρία σας.
Ο δεσμοφύλακας των Φιλίππων ρώτησε τον Απ. Παύλο: «Τι να κάνω για να σωθώ;» μια ερώτηση που σπανίζει σήμερα και ο Απόστολος Παύλος δεν του είπε «κάνε καλά έργα για να σωθείς», αλλά «πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς κι εσύ και το σπίτι σου». Και πίστεψε ο δεσμοφύλακας και σώθηκε κι αυτός και η οικογένειά του και έγινε στο σπίτι του δεσμοφύλακα «χαρά μεγάλη» (Πράξεις 16,31-34).
Ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «Με την καρδιά του πιστεύει κανείς στον Χριστό και με αυτή του την πίστη έχει τη δικαίωση» (Φωνή Κυρίου 31.7.06). Ο Άγιος Κλήμης της Ρώμης επίσης γράφει: «Δεν δικαιούμεθα (δεν σωζόμαστε) ούτε για τη σοφία μας ή την σύνεσή μας ή την ευσέβεια ή για τα έργα, τα οποία επράξαμε με καθαρή καρδιά, αλλά με την πίστη, λόγω της οποίας όλους τους απ’ αιώνος ο Παντοκράτωρ Θεός εδικαίωσε» (Κορινθίους Α΄ Επιστολή). Το περιοδικό Σωτήρ 6.11.96 γράφει: «Αυτός (ο Χριστός) και μόνον Αυτός σώζει. Δεν υπάρχει άλλος Σωτήρας. Και Αυτός ο Χριστός μάς χαρίζει σωτηρία ολοκληρωτική και αυτής της ζωής και της μελλοντικής».
Η Φωνή Κυρίου πάλι μας το ξαναλέει: «Η σωτηρία είναι δώρο Θεού και όχι κατόρθωμα του ανθρώπου. Σωζόμαστε από τη χάρη του Θεού δια πίστεως. Αυτό που συνεισφέρουμε στην υπόθεση της σωτηρίας είναι η πίστη» (Φωνή Κυρίου 23.11.03).
Ο Θεός απέστειλε τον Υιόν Του, ο οποίος με την θυσία Του μας συμφιλίωσε με τον Θεό και μας καλεί να πιστέψουμε για να λάβουμε τη σωτηρία μας. Αυτή παρέχεται δωρεάν, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, παρά με την αναγνώριση και τη βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητας και ενοχής μας και της ανικανότητας να σωθούμε μόνοι μας. Ο Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος λέει: «Τα έργα που κάνουμε για να σωθούμε είναι λάμποντα εγκλήματα. Ο άνθρωπος σώζεται με ειλικρινή μετάνοια και πίστη στο έργο του Χριστού πάνω στο σταυρό».