ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (44)

paisios1Μια φορά ήρθε ένας νέος με μαλλιά μεγάλα σαν αλογοουρά. Ο Γέροντας Παΐσιος, τον ρώτησε:

– Έ, παλικάρι, τι δουλειά κάνεις;

– Είμαι φοιτητής.

– Έχεις μαθήματα να περάσεις;

– Έχω οκτώ.

– Άμα θέλεις να τα περάσεις, έλα να σε κουρέψω, του είπε χαριτολογώντας.

Μπήκε στο κελί του, έφερε το ψαλίδι και τον κούρεψε. Ο νέος το θεώρησε ευλογία, το είπε και σε άλλους και έρχονταν κι αυτοί να πάρουν παρόμοια ευλογία. «Έχω κάνει πολλές κουρές», έλεγε γελώντας. «Γέροντα, τι τα κάνετε τα μαλλιά τους»; «Τα κρατώ και τα φυτεύω στους φαλακρούς», απαντούσε αστειευόμενος.

Και άλλοτε ανέφερε ταπεινά: «Αν υπάρχει μία περίπτωση να σωθώ, θα είναι από τις ευχές των μανάδων. Ξέρεις πόσα γράμματα παίρνω που συγκινημένες μ’ ευχαριστούν επειδή έπεισα τα παιδιά τους να κόψουν τα μαλλιά και να βγάλουν τα σκουλαρίκια»; Δεν ήθελε οι άνδρες να τρέφουν μακριά κόμη, γιατί το θεωρούσε θηλυπρέπεια και ανέφερε το χωρίο του απ. Παύλου: «Είναι ντροπή για τον άντρα να έχει μακριά μαλλιά» (Α’ Κορ. 11:14).

Όταν έβλεπε νέους με μαλλιά μακριά τους ρωτούσε: «Μαλλιά αφήνουν οι αφιερωμένοι και οι αφηρημένοι. Εσείς τι από τα δύο είστε»;

(Ο Γέροντας Παΐσιος, σελ. 75)

Θα σας πω, παιδιά, μια ιστορία: Ήταν κάποτε μια βοσκοπούλα, που ζούσε στο βουνό και έβοσκε πρόβατα. Όλη την ημέρα κοπίαζε να βοσκήσει καλά τα πρόβατα, να τα ποτίσει, να τα φυλάξει από τ’ αγρίμια και το βράδυ να τα φέρει πίσω στο μαντρί, να τ’ αρμέξει και να τα τακτοποιήσει. Κι όταν προχωρούσε η νύχτα και οι γονείς της κοιμόνταν, αυτή, αν και κατάκοπη, πηδούσε κρυφά το φράχτη του μαντριού κι έτρεχε μέσα στο σκοτάδι, ανάμεσα από βράχια, από αγκάθια κι έφθανε στην αντικρινή ράχη, για να συναντήσει ένα βοσκόπουλο που αγαπούσε. Κι όταν το συναντούσε, ήταν πολύ χαρούμενη, παρά τους κόπους και τις θυσίες της και μάλιστα, επειδή η συνάντηση με τον αγαπητικό της, της κόστιζε κόπους και θυσίες, ήταν πιο χαρούμενη.

Να με συμπαθάτε, που καλόγερος εγώ, σας μιλώ για αγαπητικούς, αλλά το κάνω για να καταλάβετε καλύτερα τι θέλω να πω. Έτσι και η ψυχή πρέπει να έχει τον αγαπητικό της, τον Χριστό, για να είναι ευχαριστημένη, όπως και η βοσκοπούλα που ερωτεύθηκε το βοσκόπουλο. Και τι είναι οι ανθρώπινοι έρωτες μπροστά στο θείο έρωτα; Περαστικοί και απατηλοί, ενώ ο θείος έρωτας είναι αιώνιος και αληθινός. Η ψυχή που είναι ερωτευμένη με τον Χριστό είναι πάντα χαρούμενη και ευτυχισμένη, οτιδήποτε κι αν της συμβεί, όσους κόπους και θυσίες κι αν της κοστίσει ο θείος έρωτάς της. Και μάλιστα, όσο πιο πολύ κοπιάζει και θυσιάζεται χάριν του αγαπημένου της Χριστού, τόσο πιο πολύ ευτυχισμένη αισθάνεται.

Η ψυχή ερωτεύεται τον Χριστό, όταν γνωρίζει και εφαρμόζει τις εντολές Του. Όταν η ψυχή ερωτευθεί τον Χριστό, αγαπά και τους ανθρώπους, δεν μπορεί να τους μισήσει. Στην ψυχή που είναι ερωτευμένη με τον Χριστό δεν μπορεί να μπει ο διάβολος. Όπως τώρα σ’ αυτή την αίθουσα που βρισκόμαστε: Ας πούμε ότι είμαστε όλοι καλοί. Αν, κάποια στιγμή, εμφανισθούν στην πόρτα μερικοί κακοί άνθρωποι και θελήσουν να μπουν μέσα, δεν θα μπορέσουν, γιατί η αίθουσα είναι γεμάτη από μας. Έτσι και στην ψυχή, που όλος ο χώρος της είναι κατειλημμένος από τον Χριστό, δεν μπορεί να μπει και να κατοικήσει ο διάβολος, όσο κι αν προσπαθήσει, διότι δεν χωράει, δεν υπάρχει κενή θέση γι’ αυτόν. Μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε να ζήσουμε την αληθινή χριστιανική ζωή»

(Ανθολόγιο Συμβουλών, Γέροντος Πορφυρίου σελ. 48,49)

Διηγήθηκε ο Γέροντας Παϊσιος ένα περιστατικό που συνέβη λίγο καιρό πριν απολυθεί: «Γυρίζαμε από την Φλώρινα, αφού είχε τελειώσει ο πόλεμος. Στον δρόμο της επιστροφής άκουσα τον Λοχαγό να βρίζει τα θεία. Τον πλησίασα και του είπα: «Από αυτή την στιγμή αρνούμαι να εκτελέσω οποιαδήποτε διαταγή σας, διότι βρίζοντας τα θεία προσβάλατε και την πίστη μου και τον όρκο μου (Πατρίδα- Θρησκεία- Οικογένεια). Ακούγοντας αυτά προσβλήθηκε και με απεκάλεσε αυθάδη. Όταν αργότερα μου είπε: «Σε διατάσσω», απάντησα: «Σας το δήλωσα πριν από λίγο ότι στο εξής δεν θα εκτελώ διαταγές σας». Ο Αξιωματικός τότε μου είπε: «Ας θεωρήσουμε το θέμα λήξαν».

» Όταν φθάσαμε στο στρατόπεδο, πήγα χωρίς καθυστέρηση και ανέφερα όσα συνέβησαν στον Διοικητή. Εκείνος μου είπε ότι η άρνηση να εκτελώ διαταγή ανωτέρου συνεπάγεται στρατοδικείο. Ξαναδήλωσα ότι δεν πρόκειται να εκτελέσω διαταγές του Λοχαγού, διότι είναι επίορκος, επειδή βρίζει τον Θεό, στον οποίο και οι δυό ορκιστήκαμε. Και είπα με αγανάκτηση: «Πειθαρχείν δει τω Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξεις 5:29)

Ο Αρσένιος (άγιος Παΐσιος), αφού υπηρέτησε την Πατρίδα, στις 21 Μαρτίου του 1950 πήρε το απολυτήριο του Στρατού από την Μακρακώμη Λαμίας.

Όταν αποχαιρετούσε τον φίλο του τον κ. Παντελή εκείνος τον προσκάλεσε να εγκατασταθούν στην Κέρκυρα μαζί, να φτιάξουν από ένα σπίτι και να κάνουν οικογένεια. Ο Αρσένιος αρνήθηκε λέγοντας ότι θα γίνει καλόγηρος.

Τελείωσε την στρατιωτική του θητεία και τώρα επιθυμούσε μια άλλη στρατεία, την κατάταξή του στο μοναχικό τάγμα, για να υπηρετεί τον επουράνιο Βασιλέα.

(Ο Γέροντας Παϊσιος σελ. 54,55)

Ο Αββάς Μακάριος, γυρίζοντας μια μέρα στη σκήτη του, βρήκε κάποιον που έκλεβε τα πράγματά του και που τα φόρτωνε σ’ ένα μουλάρι που βαστούσε μαζί του. Και τότες, έτρεξε να του συμπαρασταθεί σαν να μην ήτανε δικά του. Και σαν να ’τανε ξένος κι αδιάφορος, τον εβοηθούσε να φορτώσει στο ζώο και τα υπόλοιπα. Και ύστερα, ήσυχα-ήσυχα, τον συνόβγαλεν ως την εξώπορτα και του είπε:

«Τίποτα, παιδί μου, δεν είχαμε μαζί μας όταν ήλθαμε στον κόσμο και τίποτα δεν θα πάρουμε μαζί μας, όταν θα φύγουμε. Ο Κύριος μου τα ’δωκεν αυτά και με το θέλημά Του έγινε αυτό που έγινε. Ας είναι τρισευλογημένο το όνομά Του για όλα».

Άλλη μια φορά πάλι, την ώρα που έλειπεν από τη σκήτη του, μπήκε σ’ αυτή κάποιος κλέφτης. Και γυρίζοντας ο Γέροντας ξαφνικά, τον έπιασε που έπαιρνε τη φτωχική του οικοσκευή και την εφόρτωνε στην καμήλα του.

Έτρεξε λοιπόν κι αυτός στο κελί του, και παίρνοντας τα υπόλοιπα από τα πράγματά του, τα παράδινε στον κλέφτη, για να τα φορτώσει κι αυτά στην καμήλα του. Αφού λοιπόν ο κλέφτης τα εγομάριασεν όλα, άρχισε να κτυπά την καμήλα του, για να σηκωθεί και να φύγουνε, αυτή όμως δεν εσηκωνότανε, με κανένα τρόπο.

Όταν λοιπόν το είδεν αυτό ο αββάς Μακάριος, μπήκε γρήγορα στο κελλί του και παίρνοντας ένα μικρό σκαλίδι που είχε υπομείνει, το φόρτωσε κι αυτό επάνω στην καμήλα λέγοντας: Αυτό, αδελφέ μου, θέλει η καμήλα και γι’ αυτό δεν σηκώνεται. Και κτυπώντας την λίγο με το πόδι του, της είπε: «Σήκω επάνω».

Κι αυτή αμέσως εσηκώθηκε. Κι αφού προχώρησε λιγάκι, πάλι ξανακάθησε. Και με κανένα τρόπο δεν ξανασηκώθηκε, παρά αφού πρώτα την εξεφόρτωσε από τα πράγματα, που την είχαν φορτώσει. Κι ο κλέφτης καταντροπιάσθηκε, κι έφυγε, χωρίς να πάρει τίποτα μαζί του.

Ένας Αμερικανός ηθοποιός και σεναριογράφος, ο Murray Salem, ανάφερε την παρακάτω πραγματική ιστορία:

«Η γιαγιά μου, από την πλευρά του πατέρα μου, σε όλη της τη ζωή ήταν μια απλή χωρική από τη Συρία, που δεν ήξερε ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει. Ήταν όμως ειλικρινά θρήσκα. Ό,τι έκανε, είχε πάντοτε το όνομα του Θεού στα χείλη της. Αλλά δεν ανάφερε μόνο το Όνομά Του. Έλεγε τουλάχιστον εκατό φορές την ημέρα: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Και όχι μόνο όταν της συνέβαινε κάτι καλό. Αν η σούπα χυνόταν καθώς έβραζε και πάλι έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!

Τη ρώτησα κάποτε γιατί ευχαριστούσε τον Θεό για κάτι κακό. Γέλασε και μου είπε ότι, αν κάτι κακό συμβαίνει, είναι γιατί έχουμε ξεχάσει τη σύνδεσή μας με τον Θεό. Εκείνη την εποχή το βρήκα αυτό πολύ παράξενο, έστω κι αν εκείνη επέμενε να κάνω κι εγώ το ίδιο.

Κάποτε, έγδαρα το γόνατό μου κι εκείνη μου είπε να πω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Κατά περίεργο τρόπο αυτές οι λέξεις είχαν αποτέλεσμα και ένοιωσα καλύτερα στο χτυπημένο μου γόνατο.

Όταν έγινα πέντε χρονών πήγα στο σχολείο. Επειδή το χρώμα μου ήταν σκούρο, το παρατσούκλι μου ήταν «ο Αράπης». Μισούσα το σχολείο και παρακαλούσα τους γονείς μου να μην με αναγκάζουν να πηγαίνω. Ένοιωθαν άσχημα για μένα, αλλά δεν μπορούσαν και να με προστατέψουν για πάντα. Τότε, η Σίτου μου (η Συριακή λέξη για τη γιαγιά) άκουσε τι μου συνέβαινε και μου είπε ότι έπρεπε να λέω «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου», κάθε φορά που τα παιδιά με έβριζαν. Εκείνη τη στιγμή θεώρησα ότι επρόκειτο για την πιο ανόητη ιδέα που είχα ακούσει ποτέ μου. Λίγες μέρες όμως αργότερα, όταν ένα ολόκληρο τσούρμο παιδιών άρχισε να φωνάζει: «Αράπη, Αράπη, Αράπη», συνέβη κάτι: Συγκράτησα τα δάκρυά μου, προσπαθώντας με όλες τις δυνάμεις του κορμιού μου να μη φανώ μυξιάρικο και να μην τους επιτρέψω να με δουν να κλαίω. Αλλά δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.

Τα δάκρυα θα ξεσπούσαν οπωσδήποτε. Τότε θυμήθηκα τα λόγια της Σίτου μου: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Άρχισα να τα επαναλαμβάνω σιωπηλά μέσα μου: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Κι αυτό βοήθησε. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβηκε, αλλά τα δάκρυα εξαφανίστηκαν. Ίσως αυτό συνέβηκε γιατί ένοιωσα ότι είχα κι εγώ τώρα ένα φίλο: Τον Θεό.

Όλα αυτά έγιναν εδώ και πολλά χρόνια. Από τότε, έχω γίνει ένας επιτυχημένος σεναριογράφος. Έχω ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο. Και σε όλη μου τη ζωή συνεχίζω πάντα να λέω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Ορισμένες φορές το λέω εκατό φορές την ημέρα, ακριβώς όπως έκανε η αγαπημένη μου γιαγιά. Νιώθω και τώρα την ανάγκη να το πω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!

Murray Salem, Αμερικανός ηθοποιός και σεναριογράφος

Σελίδα 4 από 9

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top