ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (47)

paisios1Διηγήθηκε ο Γέροντας Παΐσιος: «Έκανα έρανο μεταξύ των στρατιωτών και αγόρασα καντήλια και μανουάλια για κάποιο εξωκκλήσι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Εκεί κοντά είχε καταυλισμό η διλοχία μας.

Ήρθαν χειμώνα καιρό οι μεταγωγικοί (χωρικοί, κυρίως γυναίκες και παιδιά) με τα ζώα και μας έφεραν προμήθειες. Επειδή χάλασε ο καιρός και άρχισε να χιονίζει, κάθισαν να διανυκτερεύσουν σε πρόχειρες ελάτινες σκηνές.

Κάποιος ανθυπολοχαγός, κτηνώδης, ενοχλούσε μια νέα. Εκείνη η καημένη προτίμησε να πεθάνει παρά να αμαρτήσει. Έφυγε και την ακολούθησε και μια ηλικιωμένη. Βάδιζαν μέσα στα χιόνια και βρέθηκαν στο εξωκκλήσι, αλλά η πόρτα ήταν κλειστή. Έμειναν έξω, κάτω από το υπόστεγο, τρέμοντας από το κρύο.

Την ίδια νύχτα μου ήρθε ξαφνικά ενας επίμονος λογισμός να πάω στο εξωκκλήσι να ανάψω τα καντήλια. Το χιόνι είχε φθάσει τα ογδόντα εκατοστά περίπου. Πήγα και, χωρίς να γνωρίζω τι προηγήθηκε, βρήκα έξω από το εξωκκλήσι τις δύο γυναίκες μελανιασμένες από το κρύο. Τους έδωσα από ένα γάντι, άνοιξα την πόρτα, μπήκαν μέσα και, αφού συνήλθαν κάπως, διηγήθηκαν τα σχετικά. «Εγώ», είπε η νέα, «έκανα ότι μπορούσα. Από ’κει και πέρα, ας κάνει και ο Θεός τα υπόλοιπα».

Τις συμπόνεσα τις καημένες και αυθόρμητα τους είπα: «Τελείωσαν τα βάσανά σας. Αύριο θα πάτε στα σπίτια σας», όπως και συνέβη.

Ο ανθυπολοχαγός, όταν έμαθε ότι ο Αρσένιος τις βοήθησε και σώθηκαν, ίσως για να καλύψει την ενοχή του, διέδιδε συκοφαντικά ότι ο Εζνεπίδης (ο γ. Παΐσιος) έβαλε στην Εκκλησία τους μεταγωγικούς με τα μουλάρια. Τον κάλεσε ο διοικητής σε απολογία. «Τόσο ασυνείδητος είμαι, διοικητά, να βάλω τους μεταγωγικούς με τα μουλάρια μέσα στην Εκκλησία;» είπε. Όμως δεν φανέρωσε την υπόθεση του ένοχου ανθυπολοχαγού, απολογήθηκε μόνο επειδή τον κατηγόρησαν για καταφρόνηση του οίκου του Θεού». (Ο Γέροντας Παΐσιος, σελ. 50, 51)

paisios1Η διλοχία που υπηρετούσε ο Γέροντας έκανε πολεμικές επιχειρήσεις και οι κακουχίες που πέρασε μοιάζουν απίστευτες.

Διηγείται ότι κάποτε τελείωσαν τα τρόφιμα και έτρωγαν χιόνι. Άλλοτε έμειναν νηστικοί για δεκατρείς ημέρες και επέζησαν τρεφόμενοι μόνο με άγρια κάστανα. Συχνά υπέφεραν από δίψα. Αναγκάζονταν τότε να πίνουν στάσιμο νερό από τις πατημασιές των ζώων. Ο μεγαλύτερος εχθρός ήταν το κρύο. Κοιμόντουσαν στις σκηνές και το πρωί ξυπνούσαν θαμμένοι στα χιόνια και μετρούσαν τους κρυοπαγημένους. Ένα πρωινό έβγαλαν εικοσιέξι κρυοπαγημένους σκάβοντας με τον κασμά τα χιόνια. Κάποτε έμειναν για τρεις μέρες στα χιόνια και έστειλαν σήματα στο Αρχηγείο. Έπαθε και ο ίδιος κρυοπαγήματα. Οι σάρκες των ποδιών του ξεφλουδίζονταν. Τον έστειλαν στο Νοσοκομείο, αλλά βοήθησε ο Θεός να μην ακρωτηριαστεί. Άλλοτε τον κλώτσησε ένα μουλάρι. Το χτύπημα ήταν πολύ δυνατό. Μελάνιασε το στήθος του και φαίνονταν τα σημάδια από τα πέταλα. Λιποθύμησε και όταν συνήλθε συνέχισε την πορεία.

Χαιρόταν να βρέχεται, να κρυώνει, να κουράζεται ο ίδιος, για να μην ταλαιπωρούνται οι άλλοι.

Μερικοί στρατιώτες, όταν έκαναν ζημιά, για να δικαιολογηθούν την έριχναν στον Αρσένιο (πατέρας Παΐσιος). Ο αξιωματικός τον μάλωνε και εκείνος, για να μην τους εκθέσει, υπέμενε σιωπηλά τους ελέγχους.

Ο διοικητής όμως τον εκτιμούσε και τον εμπιστευόταν. Στις δύσκολες αποστολές έστελνε τον Αρσένιο, γιατί γνώριζε ότι ήταν ικανότατος και έφερνε σε πέρας ό,τι του ανέθεταν.

Μόνο μια φορά πήρε άδεια και πήγε στο σπίτι του. Εκεί αρρώστησε, έχασε πολύ αίμα και εισήχθη στο Νοσοκομείο για δεκαπέντε ημέρες. Όταν συνήλθε, επέστρεψε στη μονάδα του.

(Γέρων Παΐσιος, σελ. 46,47)

paisios1Μαρτυρία Χρήστου Νικολ., Πολιτικού Μηχανικού από το Αγρίνιο:

«Ήταν Ιούλιος του 1995. Προετοιμαζόμουν για την τελευταία εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου για το τμήμα Πολιτικών Μηχανικών στο Πολυτεχνείο Αθηνών. Όμως η κατάστασή μου ήταν στην κυριολεξία απελπιστική. Χρωστούσα δέκα μαθήματα και είχα υποσχεθεί στους συγγενείς και φίλους να πάρω το πτυχίο τον Σεπτέμβριο. Ήταν αδύνατη η εκπλήρωση της υποσχέσεώς μου. Το άγχος με βασάνιζε και μου προκαλούσε πολύ λύπη.

Μετά από προτροπή της μητέρας μου αγόρασα το βιβλίο «Ο Γέρων Παΐσιος» του Ιερομονάχου Χριστοδούλου και το διάβαζα. Μου έκανε εντύπωση η καλοσύνη του Γέροντα.

Ήταν μεσημέρι κάποιας Κυριακής του Ιουλίου, εν μέσω αφόρητου καύσωνα και, ενώ ήμουν μόνος στο πατρικό μου σπίτι και διάβαζα το εν λόγω βιβλίο, σκεπτόμουν με μεγάλη λύπη τις εξετάσεις μου στο Πολυτεχνείο και την επικείμενη αποτυχία μου, όταν άκουσα την μπαλκονόπορτα να κλείνει δυνατά. Αμέσως σκέφθηκα: «Πώς είναι δυνατόν, αφού δεν κουνιέται φύλλο να κλείσει τόσο δυνατά η μπαλκονόπορτα»; Πριν καλά-καλά τελειώσω την σκέψη μου, ένιωσα πως κάποιος μπήκε στο σπίτι. Τότε αυτόματα γέμισα με πολλή ειρήνη, απερίγραπτη γλυκύτητα και χαρά πρωτόγνωρη. Έλεγα μέσα μου: «Μην τελειώσει ποτέ αυτή η κατάσταση, τι πράγμα είναι αυτό»; Και τότε γύρισα και είδα τον άγιο γέροντα Παΐσιο, σαν να με ευλόγησε και εξαφανίστηκε. Μαζί έφυγε και η κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Νόμιζα ότι έφυγε από τις σκάλες. Πετάχτηκα και άρχισα να τρέχω σαν τρελός στις σκάλες. Κατέβηκα κάτω, τις ξανανέβηκα, τίποτα. Ανέβηκα στην ταράτσα, δεν τον είδα ούτε εκεί.

Τότε κάθισα και σκεφτόμουν το γεγονός και συνειδητοποίησα καλύτερα τι είχε συμβεί. Μ’ έπιασε δέος και με τρεμάμενο χέρι κατέγραψα την ίδια στιγμή ό,τι μου συνέβη για να μην το ξεχάσω.

Τον Σεπτέμβριο πέρασα όλα τα μαθήματα και πήρα το πτυχίο. «Πώς έγινε;», με ρωτούσαν. «Αυτό είναι απίστευτο». «Και όμως» έλεγα από μέσα μου, «άλλα είναι απίστευτα» (η κατάσταση που βρέθηκα τότε). Δόξα τω Θεώ.

 

                                      (Ο Γέροντας Παΐσιος σελ. 108,109)

 

  Από τα δώδεκά μου χρόνια υπέφερα από δαιμόνιο. Η ζωή μου είχε γίνει μαρτύριο. Μετά τους εξορκισμούς που μου διαβάζανε, αισθανόμουν σαν να με είχαν δείρει.

  Το πρώτο Σάββατο των Νηστειών, το έτος 1995, ο Πνευματικός μου προγραμμάτισε να κάνουμε αγρυπνία στη Σουρωτή. Πριν ξεκινήσουμε, αισθάνθηκα άγριο πόλεμο. Σε όλη την αγρυπνία δεν αισθάνθηκα καθόλου νύστα. Ήμουν στο κέντρο της Εκκλησίας καθισμένος κάτω και γύρω-γύρω οι μοναχές. Τελείωσε η αγρυπνία και άρχισαν να διαβάζουν αγιασμό. Αγρίεψα πολύ. Με πήγαν να φιλήσω τα λείψανα του αγίου Αρσενίου. Ήταν η πρώτη φορά, το λέω και ανατριχιάζω, που αισθάνθηκα και σωματικά κάψιμο. Στο τέλος γύρισα και είπα: «Παϊ…, Παϊα. ...». Με ρώτησε η Ηγουμένη: «Παΐσιος»;

 

   Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Τότε αγρίεψα πάρα πολύ, άρχισα να τσιρίζω, με πήγαν στον τάφο και εκεί φώναξα τρείς φορές «Άγιος». Ενώ ήθελα και προσπαθούσα να φύγω με πιάσανε και με το ζόρι με ξαπλώσανε στον τάφο του Γέροντα ανάσκελα. Είδα τότε τον γέροντα Παΐσιο να ανασηκώνεται από την μέση και πάνω, σαν να ξυπνά από τον ύπνο, όχι σαν νεκρός. Ήταν ακριβώς ο ίδιος με τα γένια και τα ράσα του. Ήταν θέμα δευτερολέπτου. Με ακούμπησε με το χέρι του στο μέτωπο και την ίδια στιγμή είδα να βγαίνει μαύρος καπνός από το στόμα μου. Ηρέμησα παντελώς, αλλά ο σωματικός πόνος δεν έφυγε αμέσως. Κοιμήθηκα και από τον πόνο ξυπνούσα λέγοντας: «Πονάω πολύ».

 

  Επί σαράντα μέρες όμως ένιωθα μια τέτοια χαρά, που από την χαρά μου έκλαιγα. Ίσως να ήταν παράτολμο αυτό που είπα: «Θεέ μου, έστω μια ολόκληρη ζωή να βασανίζομαι όπως πρώτα, φθάνει να αισθανθώ πάλι, έστω και για ένα λεπτό, αυτή την χαρά».

                                                                                 Γέροντας Παϊσιος

                                                                                                     

war_sep-oktΟι περισσότεροι στρατιώτες είχαν πνεύμα θυσίας, αλλά ο Αρσένιος – ο Παΐσιος -ήταν άφοβος. Πολλές φορές κινδύνεψε να συλληφθεί αιχμάλωτος και αντίκρισε το θάνατο από πολύ κοντά.


 

Κάποτε επρόκειτο να ρίξουν κλήρο για το ποιος θα πάει στο χωριό για εφόδια. «Θα πάω εγώ», είπε ο Αρσένιος. Τον είδαν οι αντάρτες, αλλά τον πέρασαν για δικό τους. Πήρε τα εφόδια και γύρισε πίσω. Όταν έβαζαν κάποιον να κάνει επικίνδυνη βάρδια ή περίπολο, τον ρωτούσε ο Αρσένιος:

 

«Τι οικογένεια έχεις»; Αν του έλεγε, «είμαι παντρεμένος, έχω και παιδί» έλεγε, «καλά». Πήγαινε στο υπασπιστήριο, τον άλλαζε και πήγαινε αυτός στην θέση του.

Τον άλλο ασυρματιστή δεν τον άφηνε να κουβαλά ούτε τον ασύρματο ούτε τη μπαταρία, για να είναι ελεύθερος σε περίπτωση κινδύνου να τρέξει και να σωθεί.

«Σε μια μάχη» διηγήθηκε, «είχα σκάψει μια μικρή λακκούβα. Έρχεται ένας και μου λέει: “Να μπω και εγώ”; Στριμώχτηκα και με δυσκολία χωρέσαμε. Έρχεται και άλλος. Τον άφησα και αυτόν και εγώ βγήκα έξω. Ε, μια στιγμή με παίρνει ένα βλήμα ξυστά στο κεφάλι. Δεν είχα κράνος, φορούσα μόνο κουκούλα. Πιάνω με το χέρι μου το κεφάλι, δεν βλέπω αίματα. Το ξαναπιάνω τίποτα. Το βλήμα είχε περάσει ξυστά από το κεφάλι μου και είχε ξυρίσει μόνο τα μαλλιά και έκανε μια γραμμή έξι πόντους φάρδος χωρίς μαλλιά και ούτε γρατζουνιά δεν άφησε. Το είχα κάνει με την καρδιά μου.

 

Καλύτερα, είπα, να σκοτωθώ μια φορά εγώ, παρά να σκοτωθεί ο άλλος και μετά να με σκοτώνει η συνείδησή μου σε όλη μου την ζωή.

Πώς να αντέξω μετά, όταν θα σκέφτομαι ότι μπορούσα να τον σώσω και δεν τον έσωσα; Και ο Θεός φυσικά βοηθά πολύ αυτόν που θυσιάζεται για τους άλλους». (Ο Γέροντας Παΐσιος, σελ. 49,50)

Σελίδα 7 από 10

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top