ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (44)

paisios1Ήρθε στο Άγιον Όρος και γύριζε στα μοναστήρια ένας νέος ηλικίας 16-17 χρόνων, ο Γιωργάκης. Από ηλικίας τριών ετών, οι γονείς του τον έβαλαν σε βουδιστικό μοναστήρι στο Θιβέτ. Προχώρησε πολύ στη Γιόγκα, έγινε τέλειος μάγος, μπορούσε να καλεί όποιον δαίμονα ήθελε. Είχε μαύρη ζώνη και ήξερε τέλεια καράτε. Με τη δύναμη του Σατανά έκανε επιδείξεις που προξενούσαν εντύπωση. Χτυπούσε με το χέρι του μεγάλες πέτρες και έσπαζαν σαν καρύδια. Μπορούσε να διάβασει κλειστά βιβλία. Έσπαζε στην παλάμη του φουντούκια, έπεφταν κάτω τα τσόφλια και οι καρποί έμεναν κολλημένοι στο χέρι του.

Κάποιοι μοναχοί έφεραν τον Γιωργάκη στον Γέροντα για να τον βοηθήσει. Ρώτησε τον Γέροντα τι δυνάμεις είχε και τι μπορούσε να κάνει. Απάντησε ότι ο ίδιος δεν έχει καμιά δύναμη και ότι όλη η δύναμη είναι του Θεού.

Ο Γιωργάκης θέλοντας να επιδείξει την δύναμή του συγκέντρωσε το βλέμμα του σε μια μεγάλη πέτρα που ήταν σε απόσταση και η πέτρα έγινε θρύψαλα. Τότε ο Γέροντας σταύρωσε μια μικρή πέτρα και του είπε να την σπάσει και αυτή. Αυτός συγκεντρώθηκε, έκανε τα μαγικά του, αλλά δεν κατάφερε να την σπάσει. Τότε άρχισε να τρέμει και οι σατανικές δυνάμεις, που νόμιζε ότι έλεγχε, μη μπορώντας να σπάσουν την πέτρα, στράφηκαν εναντίον του και τον εκσφενδόνισαν στην άλλη όχθη του ρέματος. Ο Γέροντας τον μάζεψε σε άθλια κατάσταση.

(Γέρ. Παΐσιος, σελ. 84)

paisios1Ο νυν μοναχός Αρσένιος, από την Κέρκυρα και τότε κ. Παντελής Τζέκος, συστρατιώτης του Γέροντα Παϊσίου, διηγείται:

«Στη Ναύπακτο, ενώ έπαιρνα ένα σήμα από την Πάτρα, με πλησιάζει ο Αρσένιος και μου λέει:

- Ξέρεις; Είμαστε αδέλφια.

- Από πού είμαστε αδέλφια;

Μου προτείνει τα δύο χοντρά δάχτυλα και μου λέει:

- Έχουμε τα ίδια δάχτυλα, όμοια τα δικά σου και τα δικά μου, γι’ αυτό είμαστε αδέλφια».

Ενώθηκαν με αδελφική φιλία και κάποτε ο Αρσένιος με κίνδυνο της ζωής του τον έσωσε.

Η διήγηση είναι αυτούσια του κ. Παντελή,  μόνο που διακόπτεται από λυγμούς και άφθονα δάκρυα συγκινήσεως και ευγνωμοσύνης για τον φίλο και σωτήρα του:

«Κοντά στη Ναύπακτο κάναμε μια μάχη. Εκεί που υποχωρούσαμε, διότι είχαν περισσότερες δυνάμεις οι αντάρτες, σε κάποια στιγμή έπεσα και χτύπησα γιατί είχα ένα βαρύ ασύρματο στην πλάτη. Όταν έφθασαν οι στρατιώτες στη γραμμή που είχαν οριοθετήσει οι αξιωματικοί μας, είδε ο Αρσένιος ότι έλειπα. Βγάζει τον ασύρματό του και τρέχει. Του φώναζαν οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες: «Ασ’ τον αυτόν. Πάει αυτός, χάθηκε!». Ήρθε κοντά μου, όπως μου είπαν μετά οι άλλοι, με σήκωσε, με έβαλε στην πλάτη του και με πήρε στις γραμμές πίσω. Όταν συνήλθα, άκουσα να του λέγει ο λοχαγός Βουδούρης: «Εσύ κάποιον Άγιο έχεις και σε βοήθησε και βοήθησες και τούτον εδώ». Ρώτησα: «Τι έγινε παιδιά»; Και μου εξήγησαν. Εκεί που έπεσα ήταν εκατό μέτρα από την γραμμή των ανταρτών και διακόσια από την γραμμή την δική μας».

(Ο Γέροντας Παΐσιος, σελ. 52, 53)

paisios1Διηγήθηκε ο Γέροντας Παΐσιος: «Έκανα έρανο μεταξύ των στρατιωτών και αγόρασα καντήλια και μανουάλια για κάποιο εξωκκλήσι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Εκεί κοντά είχε καταυλισμό η διλοχία μας.

Ήρθαν χειμώνα καιρό οι μεταγωγικοί (χωρικοί, κυρίως γυναίκες και παιδιά) με τα ζώα και μας έφεραν προμήθειες. Επειδή χάλασε ο καιρός και άρχισε να χιονίζει, κάθισαν να διανυκτερεύσουν σε πρόχειρες ελάτινες σκηνές.

Κάποιος ανθυπολοχαγός, κτηνώδης, ενοχλούσε μια νέα. Εκείνη η καημένη προτίμησε να πεθάνει παρά να αμαρτήσει. Έφυγε και την ακολούθησε και μια ηλικιωμένη. Βάδιζαν μέσα στα χιόνια και βρέθηκαν στο εξωκκλήσι, αλλά η πόρτα ήταν κλειστή. Έμειναν έξω, κάτω από το υπόστεγο, τρέμοντας από το κρύο.

Την ίδια νύχτα μου ήρθε ξαφνικά ενας επίμονος λογισμός να πάω στο εξωκκλήσι να ανάψω τα καντήλια. Το χιόνι είχε φθάσει τα ογδόντα εκατοστά περίπου. Πήγα και, χωρίς να γνωρίζω τι προηγήθηκε, βρήκα έξω από το εξωκκλήσι τις δύο γυναίκες μελανιασμένες από το κρύο. Τους έδωσα από ένα γάντι, άνοιξα την πόρτα, μπήκαν μέσα και, αφού συνήλθαν κάπως, διηγήθηκαν τα σχετικά. «Εγώ», είπε η νέα, «έκανα ότι μπορούσα. Από ’κει και πέρα, ας κάνει και ο Θεός τα υπόλοιπα».

Τις συμπόνεσα τις καημένες και αυθόρμητα τους είπα: «Τελείωσαν τα βάσανά σας. Αύριο θα πάτε στα σπίτια σας», όπως και συνέβη.

Ο ανθυπολοχαγός, όταν έμαθε ότι ο Αρσένιος τις βοήθησε και σώθηκαν, ίσως για να καλύψει την ενοχή του, διέδιδε συκοφαντικά ότι ο Εζνεπίδης (ο γ. Παΐσιος) έβαλε στην Εκκλησία τους μεταγωγικούς με τα μουλάρια. Τον κάλεσε ο διοικητής σε απολογία. «Τόσο ασυνείδητος είμαι, διοικητά, να βάλω τους μεταγωγικούς με τα μουλάρια μέσα στην Εκκλησία;» είπε. Όμως δεν φανέρωσε την υπόθεση του ένοχου ανθυπολοχαγού, απολογήθηκε μόνο επειδή τον κατηγόρησαν για καταφρόνηση του οίκου του Θεού». (Ο Γέροντας Παΐσιος, σελ. 50, 51)

paisios1Η διλοχία που υπηρετούσε ο Γέροντας έκανε πολεμικές επιχειρήσεις και οι κακουχίες που πέρασε μοιάζουν απίστευτες.

Διηγείται ότι κάποτε τελείωσαν τα τρόφιμα και έτρωγαν χιόνι. Άλλοτε έμειναν νηστικοί για δεκατρείς ημέρες και επέζησαν τρεφόμενοι μόνο με άγρια κάστανα. Συχνά υπέφεραν από δίψα. Αναγκάζονταν τότε να πίνουν στάσιμο νερό από τις πατημασιές των ζώων. Ο μεγαλύτερος εχθρός ήταν το κρύο. Κοιμόντουσαν στις σκηνές και το πρωί ξυπνούσαν θαμμένοι στα χιόνια και μετρούσαν τους κρυοπαγημένους. Ένα πρωινό έβγαλαν εικοσιέξι κρυοπαγημένους σκάβοντας με τον κασμά τα χιόνια. Κάποτε έμειναν για τρεις μέρες στα χιόνια και έστειλαν σήματα στο Αρχηγείο. Έπαθε και ο ίδιος κρυοπαγήματα. Οι σάρκες των ποδιών του ξεφλουδίζονταν. Τον έστειλαν στο Νοσοκομείο, αλλά βοήθησε ο Θεός να μην ακρωτηριαστεί. Άλλοτε τον κλώτσησε ένα μουλάρι. Το χτύπημα ήταν πολύ δυνατό. Μελάνιασε το στήθος του και φαίνονταν τα σημάδια από τα πέταλα. Λιποθύμησε και όταν συνήλθε συνέχισε την πορεία.

Χαιρόταν να βρέχεται, να κρυώνει, να κουράζεται ο ίδιος, για να μην ταλαιπωρούνται οι άλλοι.

Μερικοί στρατιώτες, όταν έκαναν ζημιά, για να δικαιολογηθούν την έριχναν στον Αρσένιο (πατέρας Παΐσιος). Ο αξιωματικός τον μάλωνε και εκείνος, για να μην τους εκθέσει, υπέμενε σιωπηλά τους ελέγχους.

Ο διοικητής όμως τον εκτιμούσε και τον εμπιστευόταν. Στις δύσκολες αποστολές έστελνε τον Αρσένιο, γιατί γνώριζε ότι ήταν ικανότατος και έφερνε σε πέρας ό,τι του ανέθεταν.

Μόνο μια φορά πήρε άδεια και πήγε στο σπίτι του. Εκεί αρρώστησε, έχασε πολύ αίμα και εισήχθη στο Νοσοκομείο για δεκαπέντε ημέρες. Όταν συνήλθε, επέστρεψε στη μονάδα του.

(Γέρων Παΐσιος, σελ. 46,47)

paisios1Μαρτυρία Χρήστου Νικολ., Πολιτικού Μηχανικού από το Αγρίνιο:

«Ήταν Ιούλιος του 1995. Προετοιμαζόμουν για την τελευταία εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου για το τμήμα Πολιτικών Μηχανικών στο Πολυτεχνείο Αθηνών. Όμως η κατάστασή μου ήταν στην κυριολεξία απελπιστική. Χρωστούσα δέκα μαθήματα και είχα υποσχεθεί στους συγγενείς και φίλους να πάρω το πτυχίο τον Σεπτέμβριο. Ήταν αδύνατη η εκπλήρωση της υποσχέσεώς μου. Το άγχος με βασάνιζε και μου προκαλούσε πολύ λύπη.

Μετά από προτροπή της μητέρας μου αγόρασα το βιβλίο «Ο Γέρων Παΐσιος» του Ιερομονάχου Χριστοδούλου και το διάβαζα. Μου έκανε εντύπωση η καλοσύνη του Γέροντα.

Ήταν μεσημέρι κάποιας Κυριακής του Ιουλίου, εν μέσω αφόρητου καύσωνα και, ενώ ήμουν μόνος στο πατρικό μου σπίτι και διάβαζα το εν λόγω βιβλίο, σκεπτόμουν με μεγάλη λύπη τις εξετάσεις μου στο Πολυτεχνείο και την επικείμενη αποτυχία μου, όταν άκουσα την μπαλκονόπορτα να κλείνει δυνατά. Αμέσως σκέφθηκα: «Πώς είναι δυνατόν, αφού δεν κουνιέται φύλλο να κλείσει τόσο δυνατά η μπαλκονόπορτα»; Πριν καλά-καλά τελειώσω την σκέψη μου, ένιωσα πως κάποιος μπήκε στο σπίτι. Τότε αυτόματα γέμισα με πολλή ειρήνη, απερίγραπτη γλυκύτητα και χαρά πρωτόγνωρη. Έλεγα μέσα μου: «Μην τελειώσει ποτέ αυτή η κατάσταση, τι πράγμα είναι αυτό»; Και τότε γύρισα και είδα τον άγιο γέροντα Παΐσιο, σαν να με ευλόγησε και εξαφανίστηκε. Μαζί έφυγε και η κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Νόμιζα ότι έφυγε από τις σκάλες. Πετάχτηκα και άρχισα να τρέχω σαν τρελός στις σκάλες. Κατέβηκα κάτω, τις ξανανέβηκα, τίποτα. Ανέβηκα στην ταράτσα, δεν τον είδα ούτε εκεί.

Τότε κάθισα και σκεφτόμουν το γεγονός και συνειδητοποίησα καλύτερα τι είχε συμβεί. Μ’ έπιασε δέος και με τρεμάμενο χέρι κατέγραψα την ίδια στιγμή ό,τι μου συνέβη για να μην το ξεχάσω.

Τον Σεπτέμβριο πέρασα όλα τα μαθήματα και πήρα το πτυχίο. «Πώς έγινε;», με ρωτούσαν. «Αυτό είναι απίστευτο». «Και όμως» έλεγα από μέσα μου, «άλλα είναι απίστευτα» (η κατάσταση που βρέθηκα τότε). Δόξα τω Θεώ.

 

                                      (Ο Γέροντας Παΐσιος σελ. 108,109)

 

Σελίδα 6 από 9

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top