Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες (Οσίου Παϊσίου)

 

Εμφάνιση του Χριστού

agios Paisios

Το παρακάτω θαυμαστό γεγονός διαδραματίζεται στις 26 Μαΐου του 1977 κατά τις πεντέμισι η ώρα το πρωί (το προηγούμενο βράδυ ήταν του Τιμίου Προδρόμου) και ξημέρωνε του Αγίου Κάρπου. Ο Γέροντας όλη εκείνη την περίοδο βρισκόταν για ημέρες σε κατάσταση «αρπαγής». Ζούσε έντονες πνευματικές καταστάσεις. Είχε κλειστεί στο καλυβάκι του και δεν μιλούσε σε κανέναν γι’ αυτές. Τσάκιζε τη σάρκα και τα κόκαλά του και είχε μια μεγάλη εσωτερική πνευματική αλλοίωση. Βρισκόταν σ’ αυτή την πνευματική κατάσταση από το Άγιο Πάσχα και τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα.

Ξημερώματα του Αγίου Κάρπου και ενώ είχε αρχίσει να φωτίζει, προσευχόταν ο Άγιος με δάκρυα συντριβής. Σε μια στιγμή σαν να χάθηκε ο τοίχος της καλύβης (δίπλα στο κρεβάτι προς το εργαστήριο). Βλέπει τότε τον Χριστό μέσα σε άπλετο λευκό φως, σε απόσταση έξι μέτρων περίπου. Έφυγε δηλαδή όλος ο δυτικός τοίχος της καλύβης και εμφανίστηκε ο Χριστός, όπως εικονίζεται στον Κήπο της Γεθσημανής.

«Έλαμπε τόσο το πρόσωπό Του και η γλυκιά Του όψη σε διέλυε», έγραψε ο Άγιος σε επιστολή του. «Τον έβλεπα με τα μάτια της ψυχής, γιατί όπως είδα, τα μάτια του σώματος σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι άχρηστα. Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν η λαμπερή εκείνη όψη Του με την γλυκιά εκείνη θεία πραότητα. Και εκείνο που σκέφτηκα όταν Τον είδα, είναι, πως μπόρεσαν οι άνθρωποι να φερθούν τόσο απάνθρωπα στον Θεάνθρωπο Ιησού; Πώς μπόρεσαν να μπήξουν καρφιά σ’ αυτό το σώμα;…Απόμεινα! Τι γλυκύτητα ένιωθα! Τι αγαλλίαση! Δεν μπορώ να εκφράσω με δικά μου λόγια την ομορφιά αυτή. Ήταν αυτό που λέει: Ο ωραίος κάλλει παρά τους οφθαλμούς των ανθρώπων. Θα άξιζε να αγωνίζεται κανείς χίλια χρόνια για να δει αυτή την ομορφιά για μια στιγμή και μόνο. Τι μεγάλα και ανείπωτα είναι δυνατόν να χαριστούν στον άνθρωπο και με τι τιποτένια ασχολούμαστε!»

Αργότερα στην Αδελφότητα της Σουρωτής έλεγε ο π. Παΐσιος, ότι θεωρούσε αναίδεια να θυμάται το γεγονός. Θεώρησε μεγάλο χρέος, ασήκωτο, τη μεγάλη αυτή συγκατάβαση της εμφάνισης στην καλύβη του, του ιδίου του Χριστού. Προσπάθησε να το ξεχάσει, γιατί πίστευε ότι δεν είναι άξιος. Δεν μπορούσε να ξεχρεώσει αυτό το μεγάλο δώρο του Δημιουργού της κτίσης.

Ήταν απόλυτα βεβαιωμένος ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος για την άνευ όρων αγάπη του Θεού, για την άκρα φιλανθρωπία Του, ώστε να μην πάψει ούτε για ένα λεπτό να νιώθει ευγνωμοσύνη και Τον δοξολογούσε αδιάλειπτα.

Είναι συγκλονιστική η διδασκαλία του Ιησού Χριστού και των μαθητών Του. Είναι καιρός να ακουμπήσουμε τα βάρη μας πάνω Του. Να μαθητεύσουμε κοντά σε αγιασμένους γέροντες και γερόντισσες. Κουραστήκαμε να εμπιστευόμαστε τυφλά τις ανούσιες και άκαιρες επιλογές μας, τις ανίερες προσπάθειες και τις αποστασίες μας. Έτσι, κουραστήκαμε να διαψευδόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Να μας ακυρώνουν οι δήθεν ελεύθερες επιλογές μας, η αλαζονεία, η απιστία μας.

Μόνη λύση να Του παραδοθούμε. Περιμένει από εμάς μίαν ελάχιστη κίνηση μετάνοιας, ένα νεύμα, μια πρόσκληση, ένα κάλεσμα, έστω και αμήχανο. Για να βάλει Εκείνος μετά, την απαιτούμενη δύναμη, ώστε να μας στηρίξει αποφασιστικά.

(Μιλτιάδης Βιτάλης, «Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες», του αγ. Παϊσίου,
σελ. 158, 159)

Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες (Οσίου Παϊσίου)

 

Περιμένοντας Τον Θάνατο

agios Paisios

Χειμώνας του 1976 και είχε πέσει πολύ χιόνι στο Άγιον Όρος. Επικρατούσε μεγάλη κακοκαιρία. Οι δρόμοι και τα μονοπάτια είχαν αποκλειστεί. Ο Γέροντας αποκλεισμένος στο καλύβι του, βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Κρυμμένος, φορώντας το ράσο, το ζωστικό, τα «μοναχικά» παπούτσια τα χιλιοεπισκευασμένα, προσεύχονταν. Ένα ράσο με τετραγωνικά νοικοκυρεμένα μπαλώματα, λίγο ξεθωριασμένο. Ένα γυαλισμένο από τη χρήση κουκούλι, ένα σκουφάκι … όλα πεντακάθαρα, πεταμένα πάνω στο ανάλαφρο ασκητικό του κορμάκι. Σκελετωμένο σώμα, μια μορφή γλυκύτατη, γεμάτη ουράνια γαλήνη που αγκάλιαζε την ευγενέστατη αρχοντική παρουσία του. Και πάνω του ένας μπαλωμένος χιτώνας «μοναχικός», κάτι σαν πουλόβερ που μάταια προσπαθούσε να τον προστατεύσει από την παγωνιά.

Φωτιά μέσα στο καλύβι δεν μπορούσε να ανάψει, γιατί τα σπίρτα είχαν μουσκέψει από την υγρασία. Έλιωνε χιόνι και έπινε νερό. Για δύο ολόκληρες ημέρες δεν έφαγε τίποτε, ήταν νηστικός. Τον βασάνιζε και ένας πυρετός μαζί με ρίγη και κοιλιακό άλγος. Την τρίτη ημέρα του αποκλεισμού είπε: «Όπως φαίνεται ... θα πεθάνω». Ξαπλωμένος, αδύναμος στο κρεβατάκι που είχε το σχήμα του φέρετρου, είχε δίπλα του κρεμασμένο το σχήμα του παπά-Τύχωνα. Το τοποθέτησε πάνω στο σκελετωμένο σώμα του και άρχισε να λέει την ευχή, περιμένοντας με χαρά και ανυπομονησία το θάνατο!

Ξαφνικά έγινε ένα θαυμαστό γεγονός, αληθινό θαύμα. Ένιωσε το αδύναμο κορμάκι του να φλέγεται από μια θεϊκή δύναμη. Αισθάνθηκε να βγαίνει από το καλύβι του Τιμίου Σταυρού και να τα βλέπει όλα καθαρά, φωτεινά μέσα σε ουράνιο φως! Είδε «εν πνεύματι» όλη τη φύση, όλη την κτίση, τα δένδρα, τα ζώα, τα πουλιά, τα αστέρια, τη θάλασσα … να δοξολογούν τον Δημιουργό τους Θεό! Ταυτόχρονα άκουσε μια φωνή να του λέει: «Όλα αυτά έγιναν για τον άνθρωπο».

Κάποια στιγμή τελείωσε το θεϊκό αυτό γεγονός και επανήλθε ο Γέροντας στην προηγούμενη κατάσταση. Μόνο που τώρα ήταν όλα διαφορετικά. Είχε αποκτήσει μεγάλες υπεράνθρωπες δυνάμεις και αντοχές τόσες, ώστε να αντέξει και τις υπόλοιπες ημέρες, που έμεινε μόνος και αποκλεισμένος από τα χιόνια, χωρίς τροφή και ζεστασιά.

Βίωσε ο π. Παΐσιος ημέρες τέλειας εγκατάλειψης και βρέθηκε κοντά στο θάνατο. Δεν είχε καμία ανθρώπινη συντροφιά και παρηγοριά. Είχε όμως δίπλα του τον Θεό και αυτό του έφτανε.

Όταν αντικρίζεις τέτοιους γέροντες, τέτοιους ασκητές, υποψιάζεσαι ότι μετά θάνατον θα ευωδιάζουν το άρωμα της άφθαρτης και αιώνιας ζωής. Είναι οι μυστικοί θησαυροί του Αγίου Όρους, που κάποιοι φεύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο ανεξιχνίαστοι.

Δεν συνέβη ευτυχώς αυτό με τον Γέροντα Παΐσιο. Γιατί, παρότι το μεγαλύτερο μέρος του βίου του ήταν άγνωστο στους πολλούς, στα τελευταία είκοσι χρόνια πριν την οσιακή κοίμησή του, ο Χριστός τον αποκάλυψε στους ανθρώπους.

Μετά την εμπειρία αυτή ο Γέροντας είχε την επιθυμία να πεθάνει μόνος, χωρίς καμία βοήθεια, στερημένος από κάθε ανθρώπινη παρηγοριά. Αναζητούσε τη θεϊκή παρηγοριά, τη θερμή παρουσία του Θεού και στο θάνατό του.

(«Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες», Μιλ. Βιτάλης, σελ. 153,154,155)

Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες (Οσίου Παϊσίου)

 

Η Σιγή Των Πουλιών

agios Paisios

Στην καλύβι του Τιμίου Σταυρού είχε ο Παΐσιος ένα υπαίθριο αρχονταρίκι, όπου κερνούσε λουκουμάκι, δύο - τρία φουντούκια, ξηρά σύκα και νεράκι. Η περιοχή είναι παραδεισένια, αλλά ερημική. Ησυχία αφάνταστη. Κάποια αγριοπούλια απότομα διασχίζουν τον αέρα και ξαφνικά χώνονται σε φυσικές φωλιές. Εδώ ο ερημικός τόπος είναι γεμάτος φωλιές. Φωλιές για πουλιά, φωλιές για ζωάκια, φωλιές για φίδια. Παραδεισένια ησυχία και μοναξιά καλύπτει τα πάντα και στο καλυβάκι επικρατεί υποβλητική φτώχεια. Όλα στενά, όλα μικρά, όλα φτωχά, όλα παλιά. Τίποτε που να αξίζει σ’ αυτόν τον κόσμο. Όλα υπογραμμίζουν την άρνηση του ψέματος και της απάτης.

Η περιοχή έχει και πολλά αηδόνια, τα οποία όταν κελαηδούσαν όλα μαζί, ο θόρυβος που έκαναν δεν επέτρεπε να ακούσουν οι επισκέπτες τα θεόπνευστα λόγια του Γέροντα. Δεν ήταν σπάνιες οι φορές (υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες π.χ. Ιερομόναχος Χριστόδουλος Καπέτας), ότι τότε ο Γέροντας έλεγε επιτακτικά στα αηδόνια να κοπάσουν: «Κοπάστε (δεν είπε σωπάστε) ευλογημένα, αφού βλέπετε, ότι έχω συζήτηση! Όταν τελειώσω εγώ να αρχίσετε εσείς». Αυτόματα τότε τα πουλιά κόπασαν, χωρίς να κινηθούν από τη θέση τους!

Η σιγή των αηδονιών στην εντολή του Γέροντα προκαλούσε έκπληξη στους επισκέπτες, που αδυνατούσαν να αντιληφθούν το μέγεθος της αγιότητάς του. Η αίσθηση που προκαλούσε στους προσκυνητές, στους επισκέπτες, ήταν ότι ήταν άνθρωπος αγγελικών καταστάσεων, αλλά δύσκολα μπορούσαν να ανιχνεύσουν τα ίχνη της υπερβατικότητάς του.

Ο Γέροντας τα έκανε όλα να φαίνονται τόσο εύκολα. Τα έκανε αβίαστα, χωρίς πίεση, χωρίς άγχος. Βίωναν οι επισκέπτες ουράνιες καταστάσεις, αλλά τους φαίνονταν απόλυτα φυσιολογικές. Γεύονταν το μέλι της θεϊκής αλήθειας κοντά του, χωρίς πάντα να το συνειδητοποιούν άμεσα.

Τι αντιπροτείνουμε σ’ αυτόν που έταξε ως σκοπό της ζωής του την εκούσια βία και την άρνηση του ιδίου θελήματος; Να κάνει ότι του αρέσει χωρίς να υπολογίζει τον πλησίον του; Να αποκτήσει πολλά χρήματα, σπίτια, περιουσίες; Να ξεχάσει τον Ιησού Χριστό και να γίνει φίλος της ύλης και των δαιμόνων;

Τι αντιπροτείνουμε σ’ αυτόν που τα κατανοεί όλα ειρηνικά και αδιατάρακτα, που η γλύκα της όψης του είναι κάτι το μοναδικό; Που δεν τον ακουμπούν τα μίση, τα πάθη, αλλά η ακινησία του σώματός του προδίδει ανυπολόγιστη εσωτερική δύναμη, ασύλληπτη ησυχία, απροσμέτρητο βάθος;

Τι αντιπροτείνουμε σ’ αυτόν που αδιάλειπτα προσεύχεται, που ασκείται στην νοερά εργασία και προσευχή; Που δεν γελάει, δεν μιλάει, σιωπά και χάνεται στην απεραντοσύνη της αγάπης Του; Σ’ αυτόν που κρύβεται, που ζει σε χαμηλές καλύβες, σε σπηλιές, σε ασκηταριά που βρίσκονται σε βαθουλώματα του εδάφους, στην έρημο; Σ’ αυτόν που η λογική του μοιάζει με πύραυλο που κατευθύνεται στον θρόνο του Θεού και γεύεται από τώρα τη Θεία Χάρη;

Τι να αντιπροτείνουμε λοιπόν σε έναν Άγιο για να τον πείσουμε ότι σφάλει, ότι πρέπει να ξεχάσει όλα όσα ξέρει και να γίνει σαν και εμάς; Χρήματα, πτυχία, αξιώματα, επισκοπικούς και αρχιερατικούς θρόνους;

(Μιλτιάδης Βιτάλης, «Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες Αγ. Παϊσίου, σελ. 147- 149)

Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες (Οσίου Παϊσίου)

 

Η Επίσκεψη του Αγίου Αρσενίου

agios Paisios

Ο Άγιος δεχόταν τους ανθρώπους με καλοσύνη και απλότητα. Τους άκουγε προσεκτικά με αφοσίωση και μεγάλη υπομονή. Δε μιλούσε σαν δάσκαλος, αλλά σαν αδελφός. Ήταν τέτοια η ταπείνωσή του, που συνήθως ξεκινούσε τις απαντήσεις του με το «μου λέγει ο λογισμός…» ή με το «νομίζω…». Έβαζε τους επισκέπτες να κάθονται σε ψηλότερο κάθισμα, ενώ δύσκολα επέτρεπε να του φιλήσουν το χέρι.

Είναι εντυπωσιακό αυτό που έλεγε στην Αδελφότητα της Σουρωτής, στις αγιασμένες αυτές υπάρξεις που μονάζουν με πνεύμα μετάνοιας: «Είμαι ένα κονσερβοκούτι που γυαλίζει στο φως του ήλιου και ο κόσμος το θεωρεί χρυσάφι». Έλεγε σε επισκέπτες του, σε μια παρέα νέων παιδιών που τον επισκέφτηκαν κάποτε: «Τι να σας πω βρε παιδιά, τι να σας πω; Τόσα χρόνια αγωνίζομαι να φθάσω στο μηδέν και δεν έφτασα ακόμη».

Στις 21 Φεβρουαρίου του 1971, ο Γέροντας καθόταν στην αυλή της καλύβης του και διάβαζε από το χειρόγραφο τον βίο του Αγίου Αρσενίου, που είχε ο ίδιος γράψει μετά από μεγάλη και ενδελεχή έρευνα που είχε κάνει. Γράφει λοιπόν, ο π. Παΐσιος: «Ήθελε δύο ώρες να βασιλέψει και ενώ διάβαζα, με επισκέφτηκε ο πατήρ Αρσένιος (ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης). Και όπως ο καθηγητής χαϊδεύει τον μαθητή του που έγραψε καλά το μάθημα, το ίδιο μου έκανε και αυτός. Παράλληλα με άφησε με μια ανέκφραστη γλυκύτητα και μία αγαλλίαση ουράνια στην καρδιά μου που ήταν αδύνατον να την αντέξω. Μετά έτρεχα έξω και γύρω από το καλύβι μου…Σαν τρελός, σαν σαλός, τον αναζητούσα, πιστεύοντας ότι θα τον βρω…».

(Μιλτιάδης Βιτάλης, «Μυστικοί, Ασκητικοί, Αγώνες» του Αγ. Παϊσίου, σελ. 142,143)

Μυστικοί Ασκητικοί Αγώνες (Οσίου Παϊσίου)

 

Το «Μέντιουμ» Και Η Φάλαγγα Δαιμόνων

agios Paisios

Μία άλλη φορά κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο ο Γέροντας Παΐσιος, είδε κάτι που τον εντυπωσίασε και τον στεναχώρησε. Είδε έναν άντρα παράξενο, περίεργο, φουρτουνιασμένο. Φαινόταν ότι βιαζόταν να μπει στο καλυβάκι του περισσότερο από περιέργεια. Τον ακολουθούσε μία ολόκληρη φάλαγγα δαιμονική, ένα «μαύρο σμήνος». Πρώτη φορά είδε στη ζωή του ο Γέροντας άνθρωπο να εξουσιάζεται, τυφλά να υπακούει σε τόσους δαίμονες!

Επρόκειτο για μέντιουμ που ανακάτευε τις ευχές της Εκκλησίας με δαιμονικές επικλήσεις. Τα είχε κάνει όλα αχταρμά και έβγαζε το άχτι του στα ανυποψίαστα θύματά του.

«Τι ήρθε αυτός να κάνει εδώ;» σκέφτηκε ο Γέροντας αντιλαμβανόμενος ότι ο συγκεκριμένος είχε έρθει, κατόπιν δαιμονικής εντολής, να κάνει τουρισμό στη Μονή Σταυρονικήτα και τα πέριξ.

Λίγο καιρό μετά ένας άλλος μάγος, νεαρός αυτή τη φορά, ο Γιωργάκης από το Θιβέτ επισκέφτηκε τον Γέροντα Παϊσιος και συζητούσε μαζί του έξω από την καλύβα του. Ο δεκαεξάχρονος Γιωργάκης είχε μεγαλώσει στο Θιβέτ και είχε γίνει άσσος στη μαγεία. Τον πόνεσε ο π. Παϊσιος τον νεαρό που ήταν στο έλεος των μαύρων δυνάμεων του σκότους, παρότι ο μικρός επιχείρησε να του κάνει, χωρίς επιτυχία, κακό. Οι δυνάμεις του, αν και δαιμονικές, ήταν ανίκανες να κυριαρχήσουν πάνω στην αγιότητα του Γέροντα. Ο Γιωργάκης δεν είχε καμία διάθεση στην πραγματικότητα να αλλάξει τρόπο και επιλογές ζωής και έτσι ο Παΐσιος σταμάτησε να τον βοηθά. Σεβάστηκε το αυτεξούσιο.

Δεν έχει νόημα να βοηθάς κάποιον που αρνείται, που αντιστέκεται, που αδιαφορεί στις συμβουλές σου.

Έλεγε αργότερα ο Γέροντας: «Περισσότερο απ’ όλα ο δαίμονας, και κυρίως ο διάβολος, δεν θέλει να προσευχόμαστε. Όταν δει κάποιον να προσεύχεται, αν δεν μπορεί να τον εμποδίσει, προσπαθεί τουλάχιστον να παρασύρει τον νου του σε φαντασίες ή σε λογισμούς».

Μιλτιάδης Βιτάλης, «Μυστικοί, Ασκητικοί, Αγώνες» του Αγ. Παϊσίου, σελ. 142, 143

Σελίδα 1 από 2

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top