Μάιος - Ιούνιος 2015

Γέροντα, είναι σωστό να εργάζεται η γυναίκα;
– Ο άνδρας της τί λέει;
– Ότι αναπαύει την γυναίκα.
– Μια κοπέλα που σπούδασε και άρχισε να εργάζεται πριν από το γάμο της, δύσκολα αφήνει την δουλειά της, όταν γίνει μάνα, για να αφοσιωθεί στα παιδιά της. Ενώ μια άλλη που δεν σπούδασε και έχει μια απλή δουλειά, πιο εύκολα μπορεί να την αφήσει.
– Αν δεν έχει παιδιά, Γέροντα, νομίζω ότι την βοηθάει η δουλειά.
– Δηλαδή, αν δεν έχει παιδιά, πρέπει οπωσδήποτε να εργάζεται επαγγελματικά; Υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα που μπορεί να κάνει. Φυσικά, αν έχει παιδιά, το καλύτερο είναι να μείνει στο σπίτι. Γιατί τα παιδιά πώς θα βοηθηθούν;
– Γέροντα, πολλές γυναίκες λένε ότι δεν τα βγάζουν πέρα, γι’ αυτό αναγκάζονται να δουλεύουν.
– Δεν τα βγάζουν πέρα, γιατί θέλουν να έχουν τηλεόραση, βίντεο, αυτοκίνητο προσωπικό κλπ, οπότε πρέπει να εργαστούν, με αποτέλεσμα να παραμελούν και να χάνουν τα παιδιά τους. Αν εργάζεται μόνον ο πατέρας και αρκούνται στα λίγα, τότε δεν θα υπάρχει πρόβλημα.
Με το να εργάζονται και οι δύο, δήθεν γιατί δεν τους φθάνουν τα χρήματα, η οικογένεια σκορπίζεται και χάνει το πραγματικό της νόημα. Τι να κάνουν και τα παιδιά; Αν ζούσαν πιο απλά, θα ήταν ξεκούραστες και αυτές, θα χαίρονταν και τα παιδιά. Κάποιος ήξερε επτά γλώσσες και η γυναίκα του ζοριζόταν να μάθει τέσσερις, παρέδιδε και μαθήματα και έπαιρνε φάρμακα, για να τα βγάλει πέρα. Τα παιδιά τους γεννήθηκαν καλά και μεγάλωσαν βλαμμένα. Έπειτα ψυχαναλύσεις… Γι’ αυτό λέω στις μητέρες να απλοποιήσουν την ζωή τους, για να μπορέσουν να ασχοληθούν περισσότερο με τα παιδιά τους που τις έχουν ανάγκη. Άλλο είναι να έχουν και κάποια άλλη απασχόληση στο σπίτι και να καταπιάνονται με αυτήν, όταν κουράζονται με τα παιδιά. Όταν η μητέρα είναι μέσα στο σπίτι, μπορεί και παρακολουθεί τα παιδιά, ρυθμίζει τα πράγματα και αποφεύγονται πολλές στενοχώριες.
Σήμερα τα παιδιά δεν χορταίνουν τη μητρική αγάπη, αλλά ούτε την μητρική τους γλώσσα μαθαίνουν, γιατί η μάνα λείπει όλη την ημέρα στην εργασία της και αφήνει τα παιδιά με ξένες γυναίκες.
(Ο Γέροντας Παΐσιος, σελ. 20-22)
Μάρτιος - Απρίλιος 2015
Μια φορά, γέροντα, μας είπατε ότι με την αγάπη ο άνθρωπος μεγαλώνει, ωριμάζει. Δεν φθάνει να αγαπάει κανείς τον άλλον, πρέπει να τον αγαπάει περισσότερο από τον εαυτό του. Η μάνα αγαπάει τα παιδιά της περισσότερο από τον εαυτό της. Μένει νηστικιά για να ταΐσει τα παιδιά της, αλλά νιώθει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από εκείνα. Τα παιδάκια τρέφονται υλικά και η μητέρα πνευματικά. Εκείνα έχουν την υλική γεύση, ενώ αυτή έχει την πνευματική αγαλλίαση.
Μια κοπέλα, πριν παντρευτεί, μπορεί να κοιμάται μέχρι τις δέκα το πρωί και να θέλει και το γάλα της να το ετοιμάζει η μάνα της. Βαριέται να κάνει καμιά δουλειά. Τα θέλει όλα έτοιμα, θέλει όλοι να την περιποιούνται. Απαιτήσεις από την μάνα, απαιτήσεις από τον πατέρα και εκείνη να έχει το χουζούρι της. Ενώ υπάρχει στη φύση της η αγάπη, δεν αναπτύσσεται, γιατί συνέχεια δέχεται βοήθεια και ευλογίες από την μάνα της, από τον πατέρα της, από τα αδέλφια της. Από την στιγμή όμως που γίνεται μάνα, μοιάζει με μηχανάκι που όσο ζορίζεται, τόσο φορτίζεται, γιατί δουλεύει συνέχεια η αγάπη. Πρώτα σιχαινόταν όταν άγγιζε κάτι βρώμικο και έπαιρνε μοσχοσάπουνα για να πλυθεί. Ύστερα, όταν λερώνεται το παιδάκι και πρέπει να το καθαρίσει, λες και πιάνει … μαρμελάδες! Δεν σιχαίνεται. Πρώτα, αν την ξυπνούσες, φώναζε, γιατί την ενόχλησες. Ύστερα, όταν κλαίει το παιδί, όλη νύχτα ξενυχτάει και δεν δυσκολεύεται. Το φροντίζει και χαίρεται. Γιατί; Γιατί παύει να είναι παιδί. Έγινε μάνα και ήρθε η θυσία, η αγάπη.
Η μητέρα μάλιστα φτάνει να έχει περισσότερη αγάπη και θυσία από τον πατέρα, γιατί στον πατέρα δεν δίνονται πολλές ευκαιρίες για να θυσιάζεται. Βασανίζεται, κοπιάζει περισσότερο με τα παιδιά, αλλά παράλληλα φορτίζεται από τα παιδιά. Δίνει, δίνει, γι’ αυτό συνέχεια παίρνει. Ο πατέρας ούτε βασανίζεται τόσο πολύ με τα παιδιά, αλλά ούτε φορτίζεται, γι’ αυτό και η αγάπη του δεν είναι όση της μητέρας.
Πόσες μητέρες έρχονται με κλάματα και με παρακαλούν: «Κάνε προσευχή, Πάτερ, για το παιδί μου». Τι αγωνία έχουν! Λίγοι άνδρες μου λένε: «Κάνε προσευχή, παραστράτησε το παιδί μου». Να, και σήμερα μια μητέρα με τι λαχτάρα η φουκαριάρα έσπρωχνε τα παιδιά της –οκτώ είχε– και τα έβαζε στη σειρά, για να πάρουν όλα ευλογία. Ένας πατέρας δύσκολα θα το έκανε αυτό. Και η Ρωσία από τις μητέρες κρατήθηκε. Η πατρική αγκαλιά, όταν δεν έχει Χάρη Θεού, είναι ξερή. Ενώ η μητρική αγκαλιά, ακόμη και όταν δεν έχει Θεό, έχει γάλα. Το παιδί αγαπά τον πατέρα του και τον σέβεται, αλλά με την στοργή και την τρυφερότητα της μητέρας αυξάνει πιο πολύ η αγάπη του και προς τον πατέρα.
(Ο Γέροντας Παΐσιος, σελ. 14-15)
Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2015
Οι γονείς πρέπει να καλλιεργούν την αγάπη μεταξύ των παιδιών και, όταν θέλουν να ενισχύσουν το πιο αδύνατο, να προετοιμάζουν το έδαφος παίρνοντας τη συγκατάθεση του δυνατότερου αδελφού. Να τον βοηθήσουν, δηλαδή, να καταλάβει ότι πράγματι το άλλο παιδί έχει ανάγκη. Η δικαιοσύνη είναι του Θεού και πρέπει να απονέμεται και στον μεγάλο και στον μικρό εξίσου. Στον μεγάλο με σεβασμό, στον μικρό με αγάπη, χωρίς να βλαφθεί. Αυτό το αναφέρει και το Δευτερονόμιο. Αν π.χ. φταίει ο μεγάλος, θα δικαιώσουμε τον μικρό, χωρίς να θίξουμε τον μεγάλο μπροστά στον μικρό, αλλά θα συζητήσουμε μαζί του ιδιαίτερα, ώστε να του δώσουμε να καταλάβει το σφάλμα του.
– Γέροντα, η ζήλεια που παρουσιάζεται συνήθως στα μεγαλύτερα αδέλφια προς τα μικρότερα πώς αντιμετωπίζεται;
– Η ζήλεια είναι πάθος. Όταν όμως ένα παιδάκι είναι τριών ετών και η μάνα τους θηλάζει το νεογέννητο αδελφάκι του, είναι κάπως δικαιολογημένο να το ζηλεύει, γιατί πριν από λίγο καιρό θήλαζε και αυτό. Τώρα βλέπει το αδελφάκι του στην αγκαλιά της μάνας του, και λέει: «Μέχρι χτες η μαμά μου με είχε στην αγκαλιά της, τώρα με έβαλε στην άκρη!» Και αν έχει και γιαγιά, κάτι γίνεται. Όταν όμως γίνει τεσσάρων ετών, πρέπει να ζηλεύει λιγότερο. Όταν γίνει έξι, πρέπει να του πει η μητέρα του: «Ολόκληρο παιδί είσαι τώρα. Ποια μητέρα κρατάει στην αγκαλιά της ένα τόσο μεγάλο παιδί;» Αν το βοηθήσει να το αντιμετωπίσει έτσι, τότε θα θυμάται τη μάνα του μόνο όταν υπάρχει λόγος. Αν θέλει να κρατάει τη μάνα του συνέχεια από το φουστάνι, αυτό είναι κάτι αρρωστημένο.
(Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ,
Γερ. Παΐσιος, σελ. 42-43)
Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2014
Ήταν ένα τραγουδάκι που το τραγουδούσα στα παιδιά μου. Όλα το αγάπησαν πολύ. Θυμάμαι μάλιστα ένα μου παιδί που με τις χούφτες του, τις μικρές τρυφερές χούφτες του, μου σκέπαζε το στόμα ώστε να μη πω το τέλος της ιστορίας που ήταν ένα τέλος θλίψης, τέλος που δεν είχε το «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», το τέλος δηλαδή των παραμυθιών.
Πιστεύω πάντα, και κάθε φορά με ένα καινούργιο γεγονός εδραιώνεται αυτή η πίστη μου, πως δεν μπορεί να υπάρχει ένα τέλος καλό, αν η πορεία είναι λαθεμένη.
Γι’ αυτό, χωρίς να θέλω να πικράνω τα παιδιά μου, επέμενα να ακούσουν και το τέλος. Το τραγούδι, λοιπόν, μιλούσε για ένα ευτυχισμένο αρκουδάκι που μαζί με την μάνα του χαιρόταν τον κόσμο. Μα το βόλι του κυνηγού σκοτώνει τη μητέρα. Το αρκουδάκι μου «πίνει νερό, πικραίνεται και πάει, είναι μονάχο και γι’ αυτό πονάει». Μια μέρα στο μικρό ρυάκι, ένα σκιουράκι συναντά, παιχνίδια κάνουνε τρελά. Θε μου, να μη τελειώσει αυτή η χαρά. Το αρκουδάκι μας ξαναγίνεται ευτυχισμένο. «Πίνει νερό, δροσίζεται και πάει, έχει έναν φίλο και τον αγαπάει!»…
Είναι το αρκουδάκι μας τόσο ευτυχισμένο, συνεχίζει το παιδικό διδακτικότατο τραγουδάκι, που σφίγγει στην αγκαλιά του τον καινούργιο φίλο. Μα βάζει τόση δύναμη σ’ αυτό το αγκάλιασμα, τόσο ασφυκτικά σφίγγει τον φίλο του, που το σκιουράκι το μελί άφησε μια κραυγή και πέθανε.
Το αρκουδάκι μας, «πίνει νερό, πικραίνεται και πάει, δεν του ’μαθαν ποτέ πώς ν’ αγαπάει!!!». Εδώ είναι το τέλος. Είναι τόσο θλιβερό, ώστε να μη μπορεί να το αντέξει το νέο παιδί και να θέλει να μου σφραγίσει το στόμα, ή να βουλώσει τ’ αυτιά του για να μην τ’ ακούσει. Μα εγώ επέμενα να το λέω και τώρα τα παιδιά μου το τραγουδούν και στα δικά τους παιδιά…
Το αρκουδάκι από την πολλή αγάπη έγινε αιτία να πεθάνει η συντροφιά του. Δεν του ’χε μάθει κανείς να αγαπά σωστά. Κανείς δεν του ’χε πει πως τέχνη χρειάζεται η εκδήλωση της αγάπης. Τ’ αγαπώ το παιδί μου τόσο, που ανησυχώ μήπως μπλέξει. Και γι’ αυτό το σπίτι γίνεται φυλακή και ποιος ποτέ ονειρεύτηκε να μένει σε φυλακή και ποιος δεν παλεύει να δραπετεύει από κει; Τ’ αγαπώ τόσο το παιδί μου, ώστε προλαβαίνω κάθε του επιθυμία. Ναι, μα τότε έχουμε ένα παιδί που δεν ποθεί τίποτα και που επιθυμία έχει να έχει … επιθυμία.
Το αγαπώ το παιδί μου τόσο, ώστε του κρύβω τις δυσκολίες της ζωής.
Και έτσι το παιδί μας πιστεύει πως το ΜΗ είναι ανύπαρκτο, πως μέλι και γάλα οι δρόμοι, μαλθακεύει, παραιτείται από αγώνες, δεν τρίβεται, δεν ακονίζεται το μαχαίρι και έτσι όταν έλθει σε αντάμωση με τις δυσκολίες τα χάνει. Παραδίδεται χωρίς όρους και ζητά δεκανίκια όπως τα ναρκωτικά, το αλκοόλ κ.λπ.
Μα τη λαθεμένη εκδήλωση αγάπης την έχουμε για το σύντροφό μας. Η πνιγηρή, ασφυκτική υπερπροστατευτικότητα και εκεί προεκτείνεται. Και στα δύο φύλα συμβαίνει κάτι τέτοιο, όχι μόνο στο γυναικείο. Έχετε δει άβουλες γυναίκες; Πίσω τους κρύβεται ένας σούπερ δυναμικός άντρας που τις … λατρεύει και γι’ αυτό, ή πιο σωστά εξ αιτίας αυτού, η προσωπικότητα της γυναίκας δεν ξεδιπλώνεται φυσιολογικά. Δεν μπορεί να οδηγήσει αν ο άντρας της κάθεται πλάϊ της και της τονίζει τα λάθη της ακριβώς γιατί την αγαπά τόσο, ώστε νοιάζεται γι’ αυτήν, μην πάθει κάποιο ατύχημα…
Η Αγάπη είναι θεϊκό δώρο, λέει η Γραφή, καρπός του Αγίου Πνεύματος. Και εμείς αυτό το δώρο το κάνουμε κατάρα αν δεν μάθουμε την τεχνική του. Γι’ αυτό επέμενα να το τραγουδώ στα παιδιά μου, παρά τις αντιδράσεις τους. Γι’ αυτό και το χαμηλοτραγουδούσα σε κείνο το ταλαιπωρημένο ζευγάρι που έχοντας στις καρδιές τους τόση αγάπη, σφίγγονταν μεταξύ τους, παραμόρφωναν από το σφίξιμο την προσωπικότητα του πλαϊνού τους. Και έμεναν μόνοι. Ακριβώς σαν εκείνο το δυστυχισμένο αρκουδάκι!
ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ-ΣΟΥΡΕΛΗ
Πηγή: Ζωντανό Ιστολόγιο
Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2014
Tο παιδί έχει ανάγκη από πολλή αγάπη και στοργή και από πολλή καθοδήγηση. Θέλει να καθίσεις κοντά του, να σου πει τα προβλήματά του, να το χαϊδέψεις, να το φιλήσεις. Όταν το μικρό παιδί είναι καμιά φορά ανήσυχο και κάνει σκανταλιές, αν το πάρει η μάνα στην αγκαλιά, το χαϊδέψει και το φιλήσει, ηρεμεί, γαληνεύει. Αν χορτάσει στοργή και αγάπη όταν είναι μικρό, ύστερα έχει δύναμη να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ζωής.
Σήμερα όμως, τα περισσότερα παιδιά βλέπουν τους γονείς τους για λίγο το βράδυ και δεν χορταίνουν αγάπη. Πολλές φορές οι γονείς που είναι εκπαιδευτικοί ή γιατροί και ασχολούνται στη δουλειά τους με παιδιά, δίνουν τη στοργή τους στα ξένα παιδιά και, όταν γυρίζουν στο σπίτι, δεν έχουν στοργή για τα δικά τους παιδιά. Είναι κουρασμένοι. Έχει τελειώσει πια η μπαταρία. Ο πατέρας από τη μια μεριά ξαπλώνει στην πολυθρόνα, παίρνει και την εφημερίδα να διαβάσει κανένα νέο και δεν ασχολείται καθόλου με τα παιδιά. Πάει κοντά του το παιδάκι και αντί να του μιλήσει, αντί να το χαϊδέψει λίγο, το διώχνει. Η μάνα από την άλλη πάει να ετοιμάσει κάτι για φαγητό, οπότε ούτε αυτή δεν ευκαιρεί να ασχοληθεί με τα παιδιά, κι έτσι τα καημένα μεγαλώνουν στερημένα από αγάπη. Ή βλέπεις, μερικοί αξιωματικοί, που είναι συνηθισμένοι να επιβάλλουν αυστηρές τιμωρίες στους φαντάρους όταν δεν υποτάσσονται, θέλουν και στην οικογένεια να επιβάλλουν στρατιωτική πειθαρχία και φέρονται σκληρά στα παιδιά τους ή δίνουν χαστούκια για το παραμικρό. Ή μερικοί δικαστικοί, όταν το παιδί κάνει καμιά ζημιά, κάνουν ό,τι και στο δικαστήριο. Δεν φέρονται στα παιδιά με στοργή και αγάπη, γι’ αυτό μετά και αυτά έχουν ψυχολογικά προβλήματα.
(Γέρων Παΐσιος σελ.37)
Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2014
Η χαρά κρατάει την οικογένεια ενωμένη και ευτυχισμένη. Η οικογένεια που γελάει, που λέει αστεία, που πειράζει αθώα ο ένας τον άλλο, είναι η οικογένεια που στέκεται, που βγάζει ανθρώπους σωστούς, φυσιολογικούς, χρήσιμους στην κοινωνία. Το γέλιο και η χαρά ζωογονούν τη ζωή κάθε μέλους της και κάνουν το οικογενειακό περιβάλλον μια ζεστή φωλιά, μια εστία αστείρευτης δύναμης και ενότητας.
Ο σοφός Σολομώντας στις Παροιμίες του, κεφ. 15 και στίχο 13 λέει: «Καρδία ευφραινόμενη ιλαρύνει το πρόσωπον, υπό δε της λύπης της καρδίας καταθλίβεται το πνεύμα». Ο στίχος αυτός πηγαίνει βαθύτερα από την εξωτερική χαρά. Πηγαίνει στην αιτία. Ο άνθρωπος που χαίρεται, είναι ο άνθρωπος που έχει γίνει ένας καινούργιος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που ο Θεός είναι στην καρδιά του. Με τον Θεό στην καρδιά του χαίρεται και θα χαίρεται πάντοτε. Τη χαρά αυτή τη βλέπει κανείς στο πρόσωπο και στη ζωή του. Η λύπη που κάνει τον άνθρωπο δυστυχισμένο δεν έχει θέση στη ζωή του, γιατί η δύναμη της νέας ζωής που βάζει ο Θεός μέσα του, είναι μεγαλύτερη από τη λύπη. Η ζωή και το πρόσωπο του πιστού λάμπουν από γλυκύτητα και χαρά.
Σε ένα άλλο στίχο, πάλι ο σοφός Σολομώντας λέει: «Η ευφραινομένη καρδία δίδει ευεξίαν ως ιατρικόν, το δε καταθλιμένον πνεύμα ξηραίνει τα οστά» (Παροιμ. 17:22). Η καρδιά που χαίρεται είναι το ζωντανό φάρμακο που θεραπεύει τη λύπη. Η καρδιά που αναγεννά ο Θεός με το Άγιό Του Πνεύμα ζωοποιεί τον άνθρωπο, τον θεραπεύει ψυχικά και τον κάνει υγιή και χαρούμενο. Κάθε εσωτερική, πνευματική θλίψη ξηραίνει και μαραζώνει τον άνθρωπο. Τον κάνει δυστυχισμένο, απογοητευμένο και άρρωστο ψυχικά.
Η χαρά είναι από τα σπάνια σύγχρονα συναισθήματα που ομορφαίνουν τη ζωή μας και μπορεί να ξαναδημιουργηθεί στη ζωή κάθε ανθρώπου που θα πιστέψει και θα ζητήσει ο Θεός να γίνει Κύριος και Σωτήρας στη ζωή του. Όταν το κάνει αυτό, τότε καθαρίζεται από όλα τα αρνητικά εκείνα στοιχεία που του πνίγουν τη χαρά και τότε αρχίζει να γελάει και να χαίρεται με την καρδιά του και από την καρδιά του. Τότε η χαρά του αυτή γεμίζει το σπίτι του και κάνει την οικογένειά του μια χαρούμενη και ευτυχισμένη οικογένεια, που πλέον θα επιθυμεί με χαρά να ζει την εκκλησιαστική ζωή.
Μιχάλης Κανταρτζής
Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2013
Όταν δύο νέοι άνθρωποι αποφασίσουν να προχωρήσουν μαζί δια βίου τελώντας το μυστήριο του γάμου, αρχίζουν να σκέπτονται μια σειρά από προετοιμασίες πρακτικών ζητημάτων που πρέπει να προηγηθούν του Μυστηρίου.
Σκέπτονται, προβληματίζονται και αγωνιούν για το ποιο θα είναι το σπίτι που θα κατοικήσουν, τι επίπλωση θα βάλουν σ’ αυτό, πού θα τελέσουν το Μυστήριο και ποιους γνωστούς θα καλέσουν σ’ αυτό, σε ποιο κέντρο θα γίνει το τραπέζι, ποια θα είναι τα ρούχα που θα φορέσουν, πού θα κάνουν τα γαμήλιο ταξίδι, κ.τ.λ. Όλα αυτά είναι τόσο ψυχοφθόρα που μετατρέπουν το χρονικό διάστημα ως το γάμο, από περίοδο χαρούμενης αναμονής, σε περίοδο τρεξίματος και άγχους. Και μέσα σ’ όλες αυτές τις προετοιμασίες πολλές φορές δεν μένει καθόλου χρόνος και διάθεση για κάποια πνευματική προετοιμασία για το μεγάλο γεγονός.
Έρχεται λοιπόν η ώρα του γάμου και κατά κανόνα το Μυστήριο μετατρέπεται σε ένα κοινωνικό γεγονός, στο οποίο προτεραιότητα έχουν τα λαμπρά ρούχα και τα κοσμήματα και όχι η λαμπρότητα της ψυχής, δηλαδή το πνευματικό ένδυμα που απαιτεί ο Χριστός. Δεν καθαρίζουμε την ψυχή μας για να έλθει να κατοικήσει Αυτός που θα είναι το στήριγμα και η καταφυγή σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Έτσι, η πιο ιερή στιγμή στην κοινή πορεία που αρχίζει, δεν προσφέρει τα πνευματικά εφόδια που θα χρειασθούν οι νεόνυμφοι μόλις ανοιχτούν στο πέλαγος της εγγάμου ζωής. Και είναι επόμενο, στην πρώτη κιόλας μεγάλη φουρτούνα, να διακινδυνεύσουν να υποστούν απρόσμενο ναυάγιο.
Δυστυχώς, στο πλοίο της ζωής μας δεν συνταξιδεύει ο Χριστός, που μπορεί με τον λόγο Του να γαληνεύσει την τρικυμισμένη θάλασσα. Διότι μέσα στην παραζάλη των προετοιμασιών ξεχάσαμε να Τον καλέσουμε να πορευθεί μαζί μας.
Το μυστήριο του γάμου, Ιερομονάχου Γρηγορίου
Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2013
Μέσα στον γάμο πρέπει να υπάρχει κοινωνία και αλληλομετάδοση των υλικών και πνευματικών αγαθών. Ό,τι ανήκει στον άνδρα, προσφέρεται με αγάπη στη γυναίκα. Ό,τι ανήκει στη γυναίκα, προσφέρεται με αγάπη στον άνδρα. Όταν στον γάμο αρχίζει να ακούγεται ο λόγος «τα δικά μου» ή «τα δικά σου», κάτι δεν πηγαίνει καλά. Κάτι προδίδει ότι δεν βαδίζουμε στο δρόμο της αγάπης. «Δικά μου χρήματα, δικόςμου μισθός, δικό μου γούστο, δική μου επιθυμία» είναιφράσεις που σήμερα ακούγονται συχνά και προδίδουν από μόνες τους την έλλειψη της αγάπης.
Φαίνεται πως σε κάθε εποχή υπήρχε η αρρώστια αυτή. Γι’ αυτό ακούμε τον ιερό Χρυσόστομο να ελέγχει τους συζύγους για το θέμα αυτό: «Μετά τον γάμο δεν είστε πλέον δύο σώματα αλλά ένα, και πώς οι περιουσίες σας είναι δύο και όχι μία; Ω, της φιλαργυρίας! Έχετε γίνει ένας άνθρωπος, μία ζώσα ύπαρξη και λες ακόμη «τα δικά μου»; Είναι καταραμένος και άθλιος ο λόγος αυτός και τον έχει εισηγηθεί ο Διάβολος. Ο Θεός όλα τα δημιούργησε κοινά για όλους μας, και τα πιο αναγκαία από τα χρήματα, και συ λες ότι τα δικά σας δεν είναι κοινά; Δεν είναι δυνατόν βέβαια να πεις «ο δικός μου ήλιος, το δικό μου φως, τα δικά μου νερά»! Όλα τα απαραίτητα, λοιπόν, ο Θεός τα έκανε κοινά,και τα χρήματά σας δεν είναι κοινά»;
Στην περίπτωση που η γυναίκα μιλά για «δικό μου» ή «δικό σου» ο άγιος Ιωάννης συμβουλεύει τον άνδρα να διδάξει τη γυναίκα του, αλλά με πολλή καλοσύνη: «Να βγάλεις από την ψυχή της κυρίως αυτό: «το δικό μου» και το «δικό σου» . Αν πει «τα δικά μου», να της πεις: «Ποια λες δικά σου, δεν καταλαβαίνω. Τίποτε δικό μου δεν έχω εγώ, πώς λοιπόν λες «τα δικά μου», ενώ όλα είναι δικά σου;…. Όλα είναι δικά σου, κι εγώ δικός σου είμαι».
Αυτός ο λόγος δεν είναι λόγος κολακείας, αλλά πολλής συνέσεως… Λέγε λοιπόν: «Κι εγώ είμαι δικός σου, παιδί μου. Αυτό με συμβούλεψε ο απόστ. Παύλος λέγοντας:
Ο ανήρ του ιδίου σώματος ουκ εξουσιάζει, αλλ’ η γυνή.
Εάν δεν έχω εξουσία πάνω στο σώμα μου, αλλά την ε-
ξουσία την έχεις εσύ, πολύ περισσότερο δεν έχω εξου-
σία πάνω στα χρήματα…. ώστε με αυτά που λες, δίδαξέ
της ποτέ να μη λέγει «δικό μου» και «δικό σου».
(Ιερόμ. Γρηγορίου «Το μυστήριο του Γάμου», σελ. 12,13)