Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2015

 

Aggeloikaiboskoi«Πρέπει να βρούμε κάποιον που θέλει ν’ ακούσει τα καλά νέα», είπαν οι άγγελοι μεταξύ τους, καθώς πετούσαν ανάλαφρα πάνω από τη Βηθλεέμ που κοιμόταν. «Ίσως βρούμε κάποιον στο σπίτι αυτό που έχει αναμμένο φως. Να, βλέπω κάποιον. Ίσως αυτός θέλει να μας ακούσει», ψιθύρισαν μεταξύ τους.

Οι άγγελοι φτερούγισαν γύρω από έναν άνθρωπο, που ήταν σκυφτός πάνω από ένα τραπέζι φορτωμένο με χρήματα. Ήταν ένας τελώνης που αχόρταγα κοιτούσε τα νομίσματα, που είχε εισπράξει τη μέρα εκείνη. Σκεφτόταν να βρει τρόπους να κρατήσει τα περισσότερα χρήματα για τον εαυτό του.

Η φωνή της πλεονεξίας ήταν τόσο δυνατή που σκέπασε τη φωνή των αγγέλων. Ούτε το απαλό φτερούγισμα των αγγέλων άκουσε, ούτε την υμνωδία τους με τα χαρμόσυνα νέα.

«Βλέπω φώτα κι ακούω φωνές μέσα σ’ εκείνο το αρχοντόσπιτο. Ίσως βρούμε κάποιον εκεί, που θα ήταν πρόθυμος ν’ ακούσει τα καλά νέα. Πάμε λοιπόν», είπαν οι άγγελοι.

Τι απογοήτευση όμως! Οι άγγελοι ούτε καν μπόρεσαν να ψάλλουν και να τους φέρουν τα καλά νέα. Στο σπίτι αυτό, όλοι ήταν τόσο απασχολημένοι με το γλέντι, το φαγοπότι και τα δικά τους τα τραγούδια. Δεν είχαν καιρό ν’ ακούσουν τα καλά νέα. Η φωνή της διασκέδασης έπνιξε το χαρμόσυνο μήνυμα των αγγέλων.

«Βλέπω δύο Ρωμαίους στρατιώτες στην πύλη της Βηθλεέμ. Ίσως οι καρδιές τους είναι έτοιμες ν’ ακούσουν τα καλά νέα».

Οι άγγελοι φτερούγισαν πάνω από τους φρουρούς, που φύλαγαν μην τυχόν και γίνουν επεισόδια με τον τόσο κόσμο, που ερχόταν στην Βηθλεέμ για ν’ απογραφεί. Τους είδαν που ειρωνεύονταν και κακομεταχειρίζονταν τους ταξιδιώτες και κατάλαβαν πως, κι αν ακόμα άκουγαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες τα καλά νέα, δεν θα τα πίστευαν.

«Πρέπει να βρούμε κάποιον που θ’ ακούσει τα καλά νέα», είπαν οι άγγελοι και πέταξαν ξανά και ξανά πάνω από τη Βηθλεέμ που κοιμόταν βαθιά, με την ελπίδα μήπως βρουν έστω κι έναν που να ήταν πρόθυμος ν’ ακούσει τα χαρμόσυνα νέα.

«Κοίτα, πέρα μακριά στους λόφους! Βλέπω μερικούς βοσκούς καθισμένους γύρω από τη φωτιά».

Με μια ελπίδα στην καρδιά, πέταξαν και πλησίασαν τους βοσκούς, που φύλαγαν τα πρόβατά τους. Ήταν άνθρωποι απλοί και πιστοί στα καθήκοντά τους. Μιλούσαν με καλοσύνη μεταξύ τους. Έβλεπαν γύρω τους τη δημιουργία του Θεού με ευγνωμοσύνη στην καρδιά τους. Τους άκουσαν να ψάλλουν τα λόγια κάποιας προφητείας.

«Αυτοί οι άνθρωποι είναι έτοιμοι ν’ ακούσουν τα καλά νέα», είπαν χαρούμενοι οι άγγελοι κι ένωσαν τις φωνές με το πλήθος των αγγέλων.

«Μην τρομάζετε! Να! Σας φέρνω χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει με χαρά μεγάλη όλον τον κόσμο. Γιατί σήμερα στην πόλη του Δαβίδ γεννήθηκε για σας Σωτήρας – κι αυτός είναι ο Χριστός, ο Κύριος» (Λουκάς 2:10-11).

Και έτσι οι βοσκοί ήταν οι μόνοι που άκουσαν τα καλά νέα, γιατί οι καρδιές τους ήταν έτοιμες κι εναρμονισμένες με την καρδιά του Θεού.

Άραγε εμείς με ποιους μοιάζουμε; Θέλουμε να ακούσουμε τα καλά νέα του Ευαγγελίου ή είμαστε γεμάτοι με τα δικά μας προβλήματα και με τις δικές μας ασχολίες; Τα παιχνίδια, οι παρέες, η διασκέδαση και τα διαβάσματα ας μην μας πνίγουν. Ας μη μας κάνουν απρόθυμους να ακούσουμε το μοναδικό μήνυμα της χαράς και της ελπίδας, που οι άγγελοι θέλουν να μας μεταφέρουν.

Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2015

 

PATINIAΗ Βάσω είχε ήδη αποφασίσει τι δώρο θα ήθελε για τα γενέθλιά της: Ένα ζευγάρι πατίνια. Όταν το είπε στους γονείς της όμως η μητέρα της την ειδοποίησε: «Στην αρχή θα δυσκολευτείς. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις». Η Βάσω όμως επέμενε να θέλει πολύ τα πατίνια. Όλη τη μέρα τα σκεφτόταν και όλη τη νύχτα τα ονειρευόταν.

Επιτέλους, όταν έφτασε η τιμητική της μέρα, οι φίλοι και οι συγγενείς άρχισαν όλοι να έρχονται με τα δώρα τους στα χέρια. Όταν έσβησε τα εννέα κεράκια στην τούρτα, ανυπόμονη άρχισε να ανοίγει τα δώρα.

Το πρώτο που άνοιξε ήταν από τους γονείς της και η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Οι γονείς της δεν την απογοήτεψαν. Μέσα στο κουτί υπήρχαν τα πιο ωραία και φανταχτερά πατίνια και μάλιστα ακριβώς στο νούμερό της!

Την επόμενη μέρα κιόλας, πρωί–πρωί, βιάστηκε να τα φορέσει. Τρομαγμένη όμως διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να κατευθύνει τα πόδια της. Οι ρόδες γλιστρούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις και γρήγορα έπεσε κάτω με δύναμη.

«Αχ! Μαμάαα! Πονάω πολύ», φώναξε. Η μητέρα της όμως ήταν απασχολημένη και δεν την άκουσε.

«Πρέπει να προσπαθήσω πάλι», σκέφτηκε κι έκανε να σηκωθεί. Μόλις όμως πάτησε στο ένα πόδι το άλλο γλίστρησε προς τα πίσω και … μπουμ! η Βάσω έπεσε με τα μούτρα στο πλακόστρωτο. Σιγά-σιγά ξανασηκώθηκε και προσπάθησε, τα πόδια της όμως πήγαιναν πέρα δώθε, ώσπου σωριάστηκε κατά γης.

Η Βάσω απελπίστηκε γιατί πονούσε παντού. Όπως ήταν καθισμένη κατά γης άρχισε να κλαίει και να μονολογεί. «Καλύτερα θα ήταν να ζητούσα μια καινούργια κούκλα, ή ένα καροτσάκι για την αγαπημένη μου κούκλα. Τι τα θέλω αυτά τα παλιοπατίνια;» είπε και τα πέταξε νευριασμένη στο χωλ.

Η μητέρα της, που άκουσε το θόρυβο, τη ρώτησε: «Τι έγινε; Βαρέθηκες κιόλας;»

«Όσο κι αν προσπαθώ δεν τα καταφέρνω», απάντησε με αγανάκτηση η Βάσω. «Πέφτω συνέχεια και πονάω παντού.»

«Μην απογοητεύεσαι τόσο εύκολα. Όλοι στην αρχή στην αρχή δυσκολεύονται. Με λίγη προσπάθεια θα τα καταφέρεις», την ενθάρρυνε η μητέρα.

«Προσπάθησα και απέτυχα. Πονάω! Πονάω! Δεν με καταλαβαίνεις μαμά;»

«Μην κάνεις έτσι. Όλα τα παιδιά πέφτανε στην αρχή, ύστερα όμως τα κατάφεραν. Έλα εγώ θα σε βοηθήσω», είπε η μητέρα και την χάιδεψε τρυφερά.

Η Βάσω σηκώθηκε με ανακούφιση, φόρεσε και πάλι τα πατίνια, κράτησε το χέρι της μαμάς και με τη βοήθειά της, σιγά-σιγά, έμαθε να ισορροπεί και να πέφτει λιγότερες φορές. Η μητέρα της με το χαμόγελό της και τον καλό της λόγο της έδινε κουράγιο.

«Μπορείς! Και βέβαια μπορείς, αρκεί να συνεχίσεις να προσπαθείς. Η ζωή είναι μια διαρκής προσπάθεια. Μόνο αυτός που προσπαθεί και επιμένει, πετυχαίνει στη ζωή», τη συμβούλεψε η μητέρα της.

Η Βάσω κράτησε τη σοφή συμβουλή της μητέρα της και συνέχισε να προσπαθεί, ώσπου ήρθε η ποθητή μέρα που πάτησε με σιγουριά, άπλωσε τα χέρια της και χαμογελαστή ρόλαρε μαζί με όλες τις φίλες της. Η επιμονή και η προσπάθεια έκαναν το όνειρο της Βάσως πραγματικότητα.

Ο απόστολος Παύλος είναι ένα λαμπρό παράδειγμα επιμονής για όλους μας. Η ζωή του ήταν μια διαρκής προσπάθεια, γι’ αυτό μπόρεσε να πει στο τέλος της ζωής του: «Αγωνίστηκα τον ωραίο αγώνα, έτρεξα το δρόμο ως το τέλος, φύλαξα την πίστη. Τώρα πια με περιμένει το στεφάνι της δικαιοσύνης, που μ’ αυτό θα με ανταμείψει ο Κύριος εκείνη τη μέρα, ο δίκαιος κριτής. Κι όχι μόνο εμένα, αλλά κι όλους εκείνους που περιμένουν τον ερχομό του» (Β’ Τιμοθέου 4:7,8).

Ιούλιος - Αύγουστος 2015

 

alogakia

– Μπορώ μαμά να πάω με το Νίκο στο πανηγύρι; Θέλω να ανέβω στ’ αλογάκια, είπε ο δεκάχρονος Στέφανος ικετευτικά.

– Όχι, δε μπορείς, απάντησε η μητέρα κοφτά.

– Μα υποσχέθηκα στο Νίκο να πάω μαζί του, ξαναείπε ο Στέφανος.

– Λυπάμαι, αλλά δεν έπρεπε να του υποσχεθείς τίποτα πριν με ρωτήσεις. Τώρα να πας να του πεις ότι δεν σου το επιτρέπω, είπε η μητέρα του αυστηρά.

– Μα γιατί; Ποιος είναι ο λόγος που δεν μπορώ να πάω, είπε ο Στέφανος χτυπώντας το πόδι του καταγής.

– Για δύο λόγους, απάντησε ήρεμα η μητέρα του. Ήσουν άρρωστος και ακόμα δεν είσαι καλά και γιατί δεν εμπιστεύομαι εκείνο το παιχνίδι με τα αλογάκια. Μου φαίνεται πολύ φθαρμένο κι έτοιμο να διαλυθεί.

– Εσένα σου φαίνεται έτσι μαμά. Το παιχνίδι είναι πολύ διασκεδαστικό και νοιώθω μια χαρά. Δεν πονάω πουθενά, αλήθεια σου λέω, συνέχισε να επιμένει ο Στέφανος.

– Σταμάτα να επιμένεις και πήγαινε να μελετήσεις το πιάνο σου, πρόσταξε η μητέρα του σε αυστηρό τόνο.

Ο Στέφανος πήγε στο πιάνο, όμως το μυαλό του ήταν στο πανηγύρι. Από καιρό σχεδίαζαν με το φίλο του να ανέβουν στα αλογάκια και μάζευαν το χαρτζιλίκι τους. Όταν σε κάποια στιγμή βεβαιώθηκε ότι η μητέρα του ήταν απασχολημένη, βγήκε αθόρυβα για να συναντήσει το Νίκο.

– Η μαμά μου δε μου δίνει την άδεια, του είπε στενοχωρημένος.

– Έλα καημένε και η δικιά μου η μαμά δε με αφήνει, αλλά εγώ θα βρω τον τρόπο να ξεφύγω. Μη φοβάσαι, θα γυρίσουμε γρήγορα κι όλα θα πάνε καλά.

Ο Νίκος συνέχισε να επιμένει, ώσπου ο Στέφανος υποχώρησε. Έτσι όταν βεβαιώθηκε ότι η μητέρα του δεν τους έβλεπε είπε χαμηλόφωνα:

– Εντάξει, θα έρθω, όμως για μια γύρα και θα γυρίσω γρήγορα πριν η μαμά μου αντιληφθεί την απουσία μου.

– Αυτός είσαι! Είπε ο Νίκος και του έσφιξε το χέρι.

Τα δυο αγόρια έτρεξαν στην αλάνα όπου ήταν το παιχνίδι. Η μουσική και τα πολύχρωμα αλογάκια που πήγαιναν γύρω-γύρω τους ενθουσίασαν. Αγόρασαν τα εισιτήρια και μόλις σταμάτησαν τα αλογάκια ανέβηκαν. Ήταν πολύ διασκεδαστικό και έτσι αποφάσισαν να το δευτερώσουν και να το τριτώσουν. Σε κάποια στιγμή όμως τα αλογάκια άρχισαν να ανεβοκατεβαίνουν σαν τρελά και ο μύλος να γυρίζει όλο και πιο γρήγορα. Η μηχανή έτριζε και η μουσική έχανε το ρυθμό της. Ο υπεύθυνος πανικοβλημένος, μάταια προσπαθούσε να σταματήσει την κίνηση του μύλου.

Έντρομος τότε ο Στέφανος φώναξε: «Ζαλίζομαι, ανακατεύομαι. Σταματήστε το! Σταματήστε το»! Κανένας όμως δε μπορούσε να σταματήσει το μύλο. Τα παιδιά κρατούσαν σφιχτά τα σχοινιά και τσίριζαν. Ξαφνικά ακούστηκε ένας τρομερός κρότος και ο μύλος διαλύθηκε! Ο Στέφανος πετάχτηκε μακριά και σωριάστηκε πάνω στα χαλίκια και ο Νίκος βρέθηκε πεσμένος στην άλλη μεριά του μύλου. Ανάμεσα από συντρίμμια μάζεψαν όλα τα παιδιά, που αμέριμνα διασκέδαζαν. Όλα ήταν τραυματισμένα και, όταν ήρθε το ασθενοφόρο, τα μετέφερε στο νοσοκομείο.

Οι δυο μητέρες, όταν έμαθαν τι έγινε, έτρεξαν στο νοσοκομείο. Δυσκολεύτηκαν εκεί να αναγνωρίσουν το Στέφανο και το Νίκο, γιατί παντού ήταν χτυπημένοι και φασκιωμένοι. Δεν χρειάζεται να σας πω πόσο μετάνιωσε ο Στέφανος που δεν άκουσε τη μητέρα του και παρασύρθηκε από το Νίκο.

Ύστερα από ανακρίσεις, διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο εκείνο παιχνίδι με τα αλογάκια λειτουργούσε χωρίς άδεια και ο υπεύθυνος που συνελήφθη δεν ήξερε να το χειρίζεται. Η μητέρα του Στέφανου λοιπόν είχε δίκιο και αν ο Στέφανος την άκουγε δεν πάθαινε ό,τι έπαθε. Στα Λόγια του Θεού, που μας προστατεύουν διαβάζουμε : «Παιδιά μου, μην αφήνετε κανέναν να σας παρασύρει. Όποιος πράττει το σωστό, αυτός είναι δίκαιος, όπως ακριβώς ο Χριστός είναι δίκαιος» (Α΄ Ιωάννου 3,7).

Μάιος - Ιούνιος 2015

 

koritsiagiagrafi

Χαρούμενη η Ελένη έτρεξε, όταν είδε ότι είχε έρθει ένα γράμμα από την εξαδέλφη της, την Ευγενία. Η Ευγενία χαρούμενη έγραφε ότι κέρδισε μια υποτροφία από το κατηχητικό σχολείο, επειδή αποστήθισε τριάντα χωρία από την Αγία Γραφή. Έτσι χωρίς να της στοιχίσει τίποτα, θα μπορούσε να βρίσκεται για όλη την περίοδο στη θερινή κατασκήνωση. Στο γράμμα της η Ευγενία επίσης έγραφε πόσο όμορφος ήταν ο τόπος στην κατασκήνωση.

Η Ελένη, όταν διάβασε το γράμμα, είπε στη μητέρα της:

Μακάρι και το δικό μας κατηχητικό σχολείο να οργάνωνε ένα τέτοιο διαγωνισμό.

Ελενίτσα μου, εγώ έχω μάθει πάρα πολλά χωρία από μικρή που πήγαινα στο κατηχητικό σχολείο. Αν και δεν μου δόθηκε καμιά υποτροφία, είμαι ευχαριστημένη που τα έμαθα. Κάθε φορά που αντιμετωπίζω κάποια δυσκολία ή θέλω να μάθω το θέλημα του Θεού για τη ζωή μου, τα χωρία αυτά με βοηθούν και με στηρίζουν πολύ.

Η Ελένη σκέφτηκε για λίγο και είπε:

Μαμά θέλω κι εγώ να γεμίσω το μυαλό μου με τα λόγια του Θεού. Θέλεις να με βοηθήσεις να σημειώσω ορισμένα χωρία που είναι κατάλληλα για μένα;

Έτσι η Ελένη το’ βαλε σκοπό της να μαθαίνει ένα χωρίο κάθε μέρα.

Όταν κάποια φορά η μητέρα της ζήτησε να πλύνει τα πιάτα, η Ελένη ήταν έτοιμη να αντιδράσει.

Μαμά, όχι τώρα. Οι φίλες μου με περιμένουν για να παίξουμε. Εκείνη τη στιγμή όμως θυμήθηκε το χωρίο που έμαθε: «Τα παιδιά να υπακούτε τους γονείς σας στο κάθε τι, γιατί αυτό ευχαριστεί τον Κύριο» (Κολοσσαείς 3:20). Έτσι η Ελένη χωρίς γκρίνια βοήθησε τη μητέρα της και μετά πήγε να παίξει.

Μια άλλη φορά τα παιδιά κατηγορούσαν και κουτσομπόλευαν το καινούργιο κορίτσι που ήρθε στην τάξη. Η Ελένη θυμήθηκε το χωρίο που έλεγε: «Κανένας βλαβερός λόγος ας μη βγαίνει από το στόμα σας παρά μόνο ωφέλιμος, που να μπορεί να οικοδομήσει, όταν χρειάζεται και να κάνει καλό σ’ αυτούς που τον ακούνε» (Εφεσίους 4:29). Έτσι πήρε θάρρος να πει στις φίλες της ότι δεν ήταν σωστό να κουτσομπολεύουν κάποιο πρόσωπο που απουσιάζει από την παρέα.

Αγαπητά μου παιδιά, η μεγαλύτερη ευλογία για τη ζωή σας θα φανερωθεί, όταν πάρετε μια Αγία Γραφή και αρχίσετε να αποστηθίζετε τα λόγια του Θεού. Τώρα που το μυαλό σας και η καρδιά σας είναι σαν μια λευκή, άγραφη σελίδα, γεμίστε το με τα λόγια του Θεού. Αυτά τα λόγια μπορούν να σας προστατέψουν από πολλές παγίδες στη ζωή σας. Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε: «Μες στην καρδιά μου διατηρώ τα λόγια σου για να μην αμαρτήσω απέναντί σου» (Ψαλμός 119:11).

 

Μάρτιος - Απρίλιος 2015

 

ouraniaskalaΕίναι ανάγκη να συναντήσω το δάσκαλό μου στο κατηχητικό, είπε ο δωδεκάχρονος Θοδωρής και κατευθύνθηκε στο σπίτι του κυρ-Αντρέα. Ο Θοδωρής φαινόταν πολύ ανήσυχος και δεν ήξερε τι να πει. Ο κυρ-Αντρέας, που ήταν καλόκαρδος και τον αγαπούσαν όλα τα παιδιά στην τάξη, κατάλαβε την αμηχανία του και τον βοήθησε:

– Λοιπόν, τι έχεις στο μυαλό σου και σε βασανίζει;

Κοφτά και απότομα ο Θοδωρής τον ρώτησε:

– Κυρ-Αντρέα, πιστεύετε ότι υπάρχει κόλαση;

– Και βέβαια το πιστεύω. Εσύ δεν το πιστεύεις;

– Μικρότερος το πίστευα, τώρα δεν είμαι και τόσο σίγουρος, ομολόγησε ο Θοδωρής.

– Και τι είναι αυτό που σε έκανε να αλλάξεις γνώμη; ρώτησε ο κυρ-Αντρέας και τον κοίταξε διερευνητικά.

– Τι να σας πω. Να κάτι άκουσα στο σχολείο και μπερδεύτηκα.

– Και τι είναι αυτό που άκουσες; θέλησε να μάθει ο κυρ-Αντρέας.

– Να άκουσα στην τάξη που λέγανε…. αν ο Θεός είναι αγάπη, δε θα στείλει κανέναν στην κόλαση.

– Αυτά δυστυχώς τα λένε ανεύθυνοι άνθρωποι, που δεν διαβάζουν τα λόγια του Θεού στην Αγία Γραφή, απάντησε ο κυρ-Αντρέας. Είναι αλήθεια ότι ο Θεός δεν στέλνει κανένα στην κόλαση και γι’ αυτό έκανε το παν για να μην πάει κανένας άνθρωπος εκεί. Θα σου πω ένα παράδειγμα για να σε βοηθήσω να καταλάβεις.

Ένα παιδάκι δυο χρονών παίζει στην αυλή με τη μπάλα του. Σε κάποια στιγμή η μπάλα κυλά στη μέση του δρόμου και το παιδάκι τρέχει να την πάρει. Τη ίδια όμως στιγμή ένα αυτοκίνητο περνάει με ταχύτητα. Ένας κύριος, που βλέπει το παιδάκι, τρέχει αμέσως και το αρπάζει, κινδυνεύοντας ο ίδιος να σκοτωθεί. Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί το παιδάκι βγήκε στο δρόμο;

– Ίσως δεν γνώριζε και δεν είχε συναίσθηση του κινδύνου που το απειλούσε, απάντησε ο Θοδωρής.

– Σωστά, συμφώνησε ο κυρ-Αντρέας. Και τι έχεις να πεις για την πράξη του κυρίου;

– Αυτός γνώριζε τον άμεσο κίνδυνο του παιδιού και με κίνδυνο της δικιάς του ζωής θέλησε να το σώσει.

– Πολύ ωραία. Και τώρα να έρθουμε στο θέμα που σε ανησυχεί. Η κόλαση δεν ετοιμάστηκε για τους ανθρώπους, αλλά για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Ο Θεός ετοίμασε για τον άνθρωπο έναν όμορφο τόπο, που είναι ο Ουρανός, ο Παράδεισος.

– Δηλαδή όλοι οι άνθρωποι θα πάνε στον Ουρανό, απάντησε ο Θοδωρής με κάποια ανακούφιση.

– Όχι ακριβώς, συνέχισε ο κυρ-Αντρέας. Ο κάθε άνθρωπος διαλέγει μόνος του πού θέλει να πάει. Ο άνθρωπος, όπως το παιδάκι, βρίσκεται σε επικίνδυνο δρόμο που τον οδηγεί στην αιώνια απώλεια. Γι’ αυτό ο Χριστός άφησε τη δόξα Του στον ουρανό, ήρθε στη γη και πέθανε για τις αμαρτίες μας. Η θυσία Του αυτή, από τη μια μεριά, επιβεβαιώνει ότι υπάρχει κόλαση, από την οποία θέλησε να μας ελευθερώσει. Από την άλλη, όμως, ανοίγει έναν καινούργιο δρόμο για τον Ουρανό και ελπίζει ότι οι άνθρωποι θα διαλέξουν Αυτόν που τους αγαπάει και όχι το διάβολο και την κόλαση. Ας υποθέσουμε τώρα ότι το παιδάκι εκείνο αρνιόταν να στηριχτεί στον άνθρωπο, που ήρθε να το αρπάξει κάτω από τις ρόδες. Τότε τι θα γινόταν;

– Τότε θα το σκότωνε το αυτοκίνητο, είπε ο Θοδωρής. Και η ευθύνη θα ήταν όλη δική του.

Τα λόγια αυτά βοήθησαν το Θοδωρή για να καταλάβει και έφυγε ικανοποιημένος. Καθώς περπατούσε σκεπτόταν. Ο Χριστός θυσιάστηκε για να με ελευθερώσει από τις αμαρτίες μου. Να με ελευθερώσει από την κόλαση. Τον ευχαριστώ για τον όμορφο τόπο που ετοίμασε για μένα.

Εσύ, παιδί μου, πού θέλεις να περάσεις την αιωνιότητα; Στον Ουρανό μαζί με τον Χριστό ή στην κόλαση μαζί με το διάβολο; Εάν τώρα προσευχηθείς και ανοίξεις την καρδιά σου στον Χριστό, Εκείνος θα έρθει στη ζωή σου, θα σε ελευθερώσει από την κάθε αμαρτία, θα γίνει ο Σωτήρας σου, ο προστάτης σου και ο καλός σου φίλος.

“Ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε για να αναζητήσει και να σώσει αυτούς που έχουν χάσει το δρόμο τους.”
(Λουκάς 19:10).

Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2015

 

SPITIΤο σπίτι στο δάσος ήταν πολύ βρώμικο. Αράχνες κρέμονταν παντού. Τα τζάμια ήταν σε πολλές μεριές σπασμένα. Το πάτωμα ήταν σκεπασμένο από κουρέλια και σκουπίδια.

Σ’ αυτό το βρώμικο σπίτι του δάσους, όμως, ζούσε ένα αγόρι. Κανένας δεν ενδιαφερόταν να μάθει πώς ζούσε, τι έτρωγε, αν είχε ρούχα να ντυθεί, αν ήταν άρρωστο. Ζούσε μόνος, κουρελής, βρώμικος και εγκαταλειμμένος.

Ένα βράδυ στη βαρυχειμωνιά, το αγόρι εκείνο έστρωσε τα κουρέλια για σκεπάσματα, κούρνιασε σε μια γωνιά και κοιμήθηκε. Ονειρεύτηκε, μάλιστα, ότι άκουσε ένα απαλό χτύπο στην πόρτα.

– Ποιος είναι; ρώτησε το αγόρι και περίμενε να ακούσει απάντηση.

– Άνοιξέ μου την πόρτα. Θέλω να μπω μέσα, απάντησε κάποιος με γλυκιά φωνή.

– Μα ποιος είστε; Δεν σας ξέρω, απάντησε το αγόρι.

– Θέλω να γίνω φίλος σου. Άκουσα ότι είσαι μόνος, είπε ο ξένος με καλοσύνη.

– Ναι. Ο πατέρας μου είναι στη φυλακή και η μητέρα μου με εγκατέλειψε. Είμαι μόνος. Πολύ μόνος και θα ήθελα κάποιον φίλο, σκέφτηκε το αγόρι και προχώρησε προς την πόρτα για να δει τον ξένο. Ο ξένος είπε διακριτικά:

– Αν πραγματικά με θέλεις να έρθω σπίτι σου και να γίνω φίλος σου, πρέπει πρώτα να με αφήσεις να το καθαρίσω. Εγώ δεν μπορώ να έρθω και να μείνω μαζί σου μέσα σε αυτό το βρώμικο σπίτι.

– Αν είναι έτσι, τότε δεν μπορείς να έρθεις μέσα. Εγώ έτσι συνήθισα και μου αρέσει, είπε το αγόρι και του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.

Ο ξένος δεν επέμεινε. Όμως καθώς το αγόρι άκουγε τα βήματά του να απομακρύνονται, ένας κόμπος στο λαιμό το έπνιγε. Μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του και από τα αναφιλητά του ξύπνησε. Τότε διαπίστωσε ότι ήταν και πάλι μόνος. Πολύ μόνος.

Κοίταξε γύρω του και για πρώτη φορά πρόσεξε όλη τη βρωμιά και την ακαταστασία που υπήρχε. Κοίταξε ακόμη τα χέρια του, τα ρούχα του και σιχάθηκε τον εαυτό του.

Άραγε θα ξανάρθει; Θα ξανάρθει; μονολόγησε το αγόρι θλιμμένα.

Όλη εκείνη τη μέρα το όμορφο όνειρο της προηγούμενης νύχτας τον συντρόφευε. Έτσι ήρθε και πάλι η μελαγχολική νύχτα και έπεσε να κοιμηθεί ψιθυρίζοντας με προσδοκία:

– Θα σε περιμένω καλέ μου φίλε. Καλέ μου φίλε...

Σε λίγο άκουσε βήματα έξω από την πόρτα. Τέντωσε το αφτί του να ακούσει και ..Ναι! Αυτός ήταν. Τον αναγνώρισε από την τρυφερή φωνή του.

– Μπορώ να μπω μέσα; ρώτησε και το αγόρι πετάχτηκε αμέσως όρθιο. Παραμέρισε τα κουρέλια του και του άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Με λαχτάρα άπλωσε τα χέρια του και του είπε:

– Παρακαλώ! Ορίστε, περάστε μέσα! Συγνώμη. Ντρέπομαι για τα χάλια μου και θέλω να έρθεις να καθαρίσεις την κάθε γωνιά του σπιτιού μου. Ο ξένος μπήκε μέσα. Τον αγκάλιασε τρυφερά και του είπε:

– Θα το καθαρίσουμε. Ναι ...θα το καθαρίσουμε μαζί.

Το αγόρι ξύπνησε! Η καρδιά του ήταν γεμάτη χαρά. Δεν αισθανόταν πια μόνος. Ήξερε ότι ο Ιησούς, ο φίλος ο καλός, τον επισκέφτηκε και του καθάρισε την καρδιά.

Παιδιά μου, η ιστορία αυτή παραβολικά διδάσκει μια μεγάλη αλήθεια. Ο Χριστός στέκεται έξω από την πόρτα της καρδιάς μας. Η άγια παρουσία Του φανερώνει τη βρωμιά και την ακαταστασία που υπάρχει στο σπίτι της καρδιάς μας, όπως σκέψεις πονηρές, μνησικακίες, κακές επιθυμίες, ζήλια, εγωισμός, υπερηφάνεια, που κάνουν τη καρδιά μας ένα τόπο βρώμικο και ακατάλληλο για να ζει εκεί μέσα ο Χριστός. Αν θέλουμε τη συντροφιά και τη φιλία του Ιησού Χριστού, πρέπει να Τον αφήσουμε πρώτα να μπει μέσα στην καρδιά μας και να την καθαρίσει. Ο ίδιος λέει: “Δες με, στέκομαι στην πόρτα και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και μου ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του, και αυτός μαζί μου” (Αποκάλυψη 3:20).

Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2014

 

fatnhΉταν παραμονή Χριστουγέννων και η μητέρα πήρε το μικρό Δημητράκη από το χέρι για να μπουν στο πολυκατάστημα. Ήθελε να κάνουν τα τελευταία τους ψώνια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι κόσμο και στα ταμεία οι ουρές ήταν ατέλειωτες. Ο Δημητράκης, όταν είδε τους τρεις τελευταίους διαδρόμους γεμάτους από χριστουγεννιάτικα δώρα και στολίδια, έτρεξε προς τα κει. Αν και η μητέρα του βιαζόταν πολύ, δεν θέλησε να του στερήσει τη χαρά αυτή.

Καθώς περπατούσαν στους διαδρόμους, η μητέρα πρόσεξε ότι, παρόλο που ήταν η τελευταία μέρα για τα χριστουγεννιάτικα ψώνια, υπήρχαν ακόμα στα ράφια πολλά κλαδιά από γκι, γιρλάντες, μπαλάκια, φωτάκια, πολύχρωμα περιτυλίγματα και διάφορα άλλα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ο Δημητράκης κοιτούσε γύρω ζαλισμένος. Ήθελε όλα να τα αγγίξει, να τα περιεργαστεί και να τα χαρεί. Στο τέλος φτάσανε στο ράφι με τις φιγούρες.

Ο Δημητράκης τα είχε χαμένα… Εκεί στέκονταν οι Αη-Βασίληδες σε διάφορες στάσεις. Ελάφια, χιονάνθρωποι, αγγελάκια, μικροί τυμπανιστές. Τα ράφια ήταν γεμάτα και πανέτοιμα να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του κάθε πελάτη.

Όμως, ο Δημητράκης σε κάποια στιγμή γυρνώντας στη μαμά του, τη ρώτησε: «Πού είναι μαμά ο μικρός Ιησούς»; Και συνέχισε απογοητευμένος: «Το κατάστημα έχει απ’ όλα, εκτός από τον Ιησού»

Λίγο πιο κάτω σε κάποια στιγμή, παρατήρησαν μια μισογκρεμισμένη φάτνη. Όμως ο μικρός Ιησούς έλειπε από το παχνί. Γύρω στέκονταν κάποιες φιγούρες που φαίνονταν σαν να ψάχνανε και αυτές για το μωρό που έλειπε από το παχνί. Δύο αγελάδες, ένα προβατάκι που του έλειπε το ένα πόδι, ένας μάγος με σπασμένη την κορώνα, δύο βοσκοί που του ενός του έλειπε η μαγκούρα! Και πιο πέρα ο Ιωσήφ και η Μαρία. Αλλά ο μικρός Ιησούς που ήταν;

- Φοβάμαι ότι και φέτος θα γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα χωρίς το μικρό Ιησού, είπε η μητέρα στο Δημητράκη και του έσφιξε το χέρι. Σκέφτηκε λυπημένη πόσο τραγικά αντιπροσωπευτική ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν εκείνα τα ράφια του καταστήματος. Όλα ήταν εκεί, εκτός από τον Ιησού!

Είναι αλήθεια παιδί μου αγαπημένο, ότι συχνά ο Ιησούς λείπει από τα ράφια των καταστημάτων, όπως και από τις περισσότερες γιορταστικές εκδηλώσεις. Είναι όμως πολύ σημαντικό ο Χριστός αυτά τα Χριστούγεννα να μη λείψει από τη δική σου την καρδιά.

«Αφού λοιπόν γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, στις μέρες του βασιλιά Ηρώδη, κατέφθασαν στα Ιεροσόλυμα σοφοί μάγοι, από την Ανατολή, ρωτώντας: Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων; Γιατί είδαμε το αστέρι Του στην Ανατολή και ήρθαμε για να Τον προσκυνήσουμε» (Ματθαίος 2: 1-2).

Οι σοφοί άνθρωποι, όπως τότε, έτσι και σήμερα, ψάχνουν και βρίσκουν τον Ιησού!

Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2014

 

demenaxeriaO Νίκος αγαπούσε και του άρεσε να πηγαίνει στο κατηχητικό σχολείο. Η δασκάλα ήταν πολύ καλή και τους έκανε το μάθημα πολύ παραστατικά. Για να διδάξει κάποιες αλήθειες, χρησιμοποιούσε πολλά παραδείγματα και έτσι οι εικόνες του έμεναν στο νου.

Μια μέρα πήρε μια καρέκλα, την έβαλε στη μέση της τάξης και ζήτησε από το Νίκο να καθίσει. Κατόπιν πήρε ένα καρούλι και, καθώς μιλούσε στα παιδιά, τύλιξε την κλωστή γύρω από το Νίκο και την καρέκλα.

Η κλωστή αυτή είναι σαν τις κακές μας συνήθειες και την αμαρτία, είπε στα παιδιά. Αν ο Νίκος κάνει ή πει κάτι κακό, ο διάβολος τον τυλίγει με αυτή του την αμαρτία. Όταν ο Νίκος ήταν μικρός, ίσως οι κλωστές της αμαρτίας να ήταν λιγότερες, όπως αυτές με τις οποίες τον τύλιξα τώρα.

«Για προσπάθησε Νίκο να σπάσεις τις κλωστές», του είπε και όλα τα παιδιά περίμεναν να δουν αν ο Νίκος θα μπορέσει. Ο Νίκος τινάχτηκε, τεντώθηκε και με αρκετή ευκολία έσπασε τις κλωστές. Η δασκάλα ξανάρχισε να τους μιλάει και συγχρόνως να ξαναδένει το Νίκο στην καρέκλα. Αυτή τη φορά όμως με περισσότερες κλωστές.

«Για να δούμε τώρα παιδιά», είπε, «θα μπορέσει ο Νίκος να ελευθερωθεί»; Ο Νίκος έβαλε τα δυνατά του. Ήταν πιο δύσκολο να σπάσει τις κλωστές, τελικά όμως τα κατάφερε. Η δασκάλα αμέσως άρχισε να τον ξαναδένει λέγοντας:

«Είδατε παιδιά, την πρώτη φορά πόσο εύκολα ο Νίκος ελευθερώθηκε; Έτσι γίνεται και με τις κακές σας συνήθειες. Όταν είστε μικροί, μπορείτε πιο εύκολα να τις κόψετε. Όσο μεγαλώνετε όμως και τις αφήνετε, τόσο ο διάβολος σας δένει με αυτές, ώστε να σας είναι πολύ πιο δύσκολο να ελευθερωθείτε από αυτές. Δείτε τώρα που τύλιξα το Νίκο με όλο το καρούλι. Θα τα καταφέρει να κόψει τις κλωστές»;

Ο Νίκος αγωνίστηκε, φούσκωσε, κοκκίνισε, αλλά του ήταν αδύνατο να ελευθερωθεί. Η δασκάλα πήρε τότε ένα ψαλίδι, έκοψε τις κλωστές και συνέχισε το μάθημά της.

«Η μια κλωστή δεν είναι αρκετά δυνατή να σας κρατήσει δεμένους. Όμως καθώς μεγαλώνετε, προστίθενται και άλλες αμαρτίες στη ζωή σας και τότε είναι πιο δύσκολο να απαλλαγείτε. Γι’ αυτό στα λόγια του Θεού διαβάζουμε: «Θυμήσου τον δημιουργό σου στης νιότης σου τις μέρες, πριν έρθουνε οι μέρες οι κακές και φτάσουνε τα χρόνια εκείνα που δε θα μπορείς να τα απολαύσεις» (Εκκλησιαστής 12:1).

Μη σκέπτεστε, παιδιά μου, ότι ακόμα είστε μικρά κι έχετε καιρό. Αυτή τη σκέψη τη χρησιμοποιεί ο πονηρός για να κάνει καλά τη δουλειά του. Θέλει να σας δέσει σφιχτά με τις αμαρτίες και να σας ρίξει στη φυλακή της ντροπής, του φόβου, της ενοχής, του μίσους, του φθόνου και της κακίας».

Παιδί μου, ο Χριστός θέλει να σε ελευθερώσει. Θέλει να είσαι χαρούμενο. Πες λοιπόν ένα πεισματικό ΟΧΙ στον πονηρό και ένα πρόθυμο ΝΑΙ στον Χριστό. Ο Χριστός σε αγαπάει. Θέλει να σε συγχωρήσει και να σε ελευθερώσει. «Αν λοιπόν, σας ελευθερώσει ο Χριστός, τότε θα είστε πραγματικά ελεύθεροι» (Ιωάννης 8:36).

Σελίδα 41 από 76

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top