Σας προσκαλούμε στη Φθινοπωρινή μας Συνάντηση
στο Πνευματικό μας Κέντρο, Σατωβριάνδου 31
πίσω από το Εθνικό θέατρο,

την Κυριακή 25 Οκτωβρίου στις 6:30 μ.μ.

Η συνάντηση αυτή μας δίνει μια εξαιρετική ευκαιρία
να ανανεώσουμε τη φιλία μας και την αδελφική μας αγάπη
και με την ευκαιρία να εορτάσουμε και
την διπλή εορτή της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Σας περιμένουμε μαζί με τα αγαπητά σας πρόσωπα.

Στο τέλος θα προσφερθούν γλυκά και αναψυκτικά.

 

Το Διοικητικό Συμβούλιο

thegoodsamaritan1Η διαμόρφωση της σύγχρονης πολυσύνθετης και πολυδιάστατης κοινωνίας έχει δημιουργήσει μια δύσκολη, κουραστική και αγχώδη ζωή. Τα καυσαέρια που αναπνέουμε στις μεγαλουπόλεις, η σκληρή εργασία, ο αθέμιτος και απάνθρωπος ανταγωνισμός σε όλους τους τομείς της ζωής, η μανία για οικονομική επιβίωση, πρόοδο και ευημερία είναι οι εξοντωτικές εκείνες δυνάμεις που καταστρέφουν ανεπανόρθωτα την υγεία μας. Η έκπτωση των αξιών και των ιδανικών της ζωής, η υποβάθμιση του ανθρώπου με τη σεξουαλική ασυδοσία, κάνουν τη ζωή μας αγχώδη, νευρική, καταθλιπτική και αποδυναμωμένη από κάθε ομορφιά, ηθική, ελευθερία και χαρά.

Για να μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να αντιμετωπίσει τα ποικίλα προβλήματα της εποχής μας, θα πρέπει να αποκτήσει τη δύναμη εκείνη που θα τον βοηθήσει και θα τον βοηθά καθημερινά όχι μόνο να δίνει λύσεις στα προβλήματα αυτά, αλλά και να κυριαρχεί πάνω σ’ αυτά. Η δύναμη αυτή που δεν υπάρχει στον άνθρωπο, υπάρχει στον Θεό. Ο προφήτης Ησαΐας βροντοφωνάζει: «Θαρρείτε επί τον Κύριο πάντοτε, διότι εν Κυρίω τω Θεώ είναι αιώνιος δύναμη» (Ησαΐας 26:4). Η υπεράνθρωπη δύναμη που χρειάζεται ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται στον Παντοδύναμο και Πανάγαθο Θεό, ο οποίος είναι έτοιμος και διατεθειμένος να τη δώσει σε κάθε άνθρωπο που θα τη ζητήσει με πίστη και για τη δόξα του Θεού.

Ο σύγχρονος, λοιπόν, άνθρωπος, για να νικήσει τις αρνητικές δυνάμεις που κάνουν τη ζωή του καταθλιπτική και αφόρητη, χρειάζεται μια ριζική αλλαγή και ανακαίνιση. Το έργο αυτό το κάνει μόνον ο Θεός. Όταν ο Θεάνθρωπος έλεγε: «Ελάτε σε μένα όλοι οι κουρασμένοι και οι φορτωμένοι και εγώ θα σας ξεκουράσω» (Ματθ. 11:28), το εννοούσε και το έκανε. Έτσι, άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις, ο Ζακχαίος, ο Νικόδημος ο βουλευτής Ιωσήφ από την Αριμαθαία, γυναίκες αρχικά ανήθικες, όπως η Μαρία η Μαγδαληνή και η Σαμαρείτισσα, βρήκαν την ειρήνη της ψυχής τους - το πιο πολύτιμο και σπάνιο αγαθό της εποχής μας - ελευθερώθηκαν από τη δουλεία του πάθους, των χρημάτων και της διαφθοράς, απαλλάχτηκαν από την εξουσία των δαιμονίων και άρχισαν μια καινούργια ζωή.

Αυτό που έγινε στους ανθρώπους της εποχής του Χριστού συνεχίστηκε και συνεχίζει να γίνεται και σήμερα. Όποιος ειλικρινά καταλαβαίνει και παραδέχεται ότι απέτυχε να γίνει νέος άνθρωπος με μόνιμη ειρήνη και χαρά, όποιος ειλικρινά αναγνωρίζει ότι δεν έχει τη δύναμη να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες μεγάλες και κακές δυνάμεις με τη δική του ανθρώπινη δύναμη και στρέφεται στον Θεό με ταπεινό πνεύμα, ζητώντας τη σωτηρία του, ελευθερώνεται μια για πάντα απ’ όλες τις καταλυτικές αυτές δυνάμεις και γίνεται σε μια στιγμή ένας καινούργιος άνθρωπος.

Ο άνθρωπος που ζητάει τη βοήθεια του Θεού, πάντοτε την παίρνει και μάλιστα αμέσως. Ο Ιησούς Χριστός, είπε: «Αυτός που έρχεται σε μένα, δεν θα τον βγάλω έξω» (Ιωάν. 6:37). Όταν, λοιπόν, ο άνθρωπος ζητήσει τον Θεό στη ζωή του, ο Θεός έρχεται και την κάνει εντελώς καινούργια. «Όποιος είναι του Χριστού είναι καινούργιο δημιούργημα, τα παλιά πέρασαν, όλα έγιναν νέα» (Β΄ Κορινθ. 5:17). Ο Θεός, που κατοικεί μέσα στον ανακαινισμένο άνθρωπο, αναλαμβάνει την υποχρέωση να τον προστατεύει καθημερινά, να τον βοηθά και να φροντίζει τις ανάγκες του και τις ανάγκες των αγαπητών του προσώπων. Όποιος, λοιπόν, με ειλικρινή μετάνοια και πίστη ζήτησε από τον Θεό να τον κάνει ένα καινούργιο δημιούργημα, ο Θεός τον έκανε.

koimisi12«Μεγάλο και θείο, απόρρητο και ακατανόητο, όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στους αγγέλους και τους αρχαγγέλους είναι το γεγονός ότι η φύση μας έγινε διά του Ιησού Χριστού ομόθεος και μας χαρίστηκε  η επάνοδός μας στο καλύτερο. Αυτό είναι το μυστήριο που πιστεύεται αλλά δεν γνωρίζεται...

Παραβαίνοντας την εντολή του Θεού κατεβήκαμε μέχρι τον Άδη και πολλά δεινά μας βρήκαν διαδοχικά. Το γένος μας γεύτηκε τη λύπη και η ζωή μας έγινε γεμάτη οδύνη. Ο Θεός όμως που μας έπλασε με ευσπλαχνία και φιλανθρωπία έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε για να μας βρεί, παίρνοντας από την αγία Παρθένο τη φύση μας που την ανακαίνισε. Ο Θεός στέλνοντας τον αρχάγγελο στην Παρθένο την κάνει μητέρα του Χριστού. Αν η σύλληψη του Χριστού θα ήταν από ανθρώπινη επέμβαση, ο Χριστός δεν θα ήταν ο νέος άνθρωπος. Τώρα ήρθε και από το Άγιο Πνεύμα γίνεται άνθρωπος και σαρκώθηκε στη μήτρα της παρθένου, μένοντας αναλλοίωτος Θεός και τέλειος άνθρωπος...

Η Παρθένος ρώτησε όχι από απιστία αλλά επειδή ζητούσε να μάθει πώς ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί αυτό το θαύμα, γι’ αυτό ακριβώς μετά την εξήγηση του αρχαγγέλου, εκείνη τρέχει προς τον Θεό και απευθύνεται προς αυτόν. Λέγει λοιπόν στον αρχάγγελο: «αν όπως λες έρθει σ’ εμένα το Άγιο Πνεύμα για να με καθαρίσει περισσότερο και να με δυναμώσει να δεχτώ το σωτήριο έμβρυο, ας με επισκιάσει η δύναμη του Υψίστου που θα μορφώσει μέσα μου ως άνθρωπο αυτόν που είναι Θεός και Βασιλεύς αιώνιος, πιστεύω ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο για τον Θεό. Λοιπόν, ιδού εγώ η δούλη του Κυρίου ας γίνει σύμφωνα με το λόγο σου». Τότε έφυγε από εκεί ο άγγελος, αφού άφησε στην γαστέρα της τον Δημιουργό του κόσμου, ενωμένο με την Παρθένο.

Μετά από αυτό το γεγονός η Παναγία είναι το μοναδικό μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσεως, είναι η χώρα του αχωρήτου. Αυτήν θα υμνήσουν στο μέλλον μετά το Θεό όλοι οι πιστοί. Αυτή είναι η αιτία κάθε καλού και η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων αγαθών, είναι η αρχή των αποστόλων και το εδραίωμα των μαρτύρων, είναι η δόξα της γης και η τερπνότητα των ουρανίων, είναι το στολίδι όλης της κτίσεως. Από αυτήν ας αποκτήσουμε ελπίδα και εμείς και με τις δικές της αδιάκοπες προσευχές για όλους μας ας έρθει η δόξα και η χαρά εκείνου που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από τους αιώνες και σαρκώθηκε από την Παναγία μας. Στον Ιησού Χριστό ανήκει κάθε δόξα και τιμή και προσκύνηση στους αιώνες τον αιώνων.

(Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 14)

xristosΗ διαμόρφωση της σύγχρονης δυναμικής και πολυδιάστατης κοινωνίας είναι τέτοια, ώστε να κάνει τη ζωή μας δύσκολη και εξαντλητική. Η εποχή μας έχει χαρακτηρισθεί ως η εποχή της ανησυχίας και του άγχους. Ο άνθρωπος φοβάται και δεν ξέρει πολλές φορές γιατί και από τι φοβάται. Ανησυχεί και δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί και από τι ανησυχεί. Οι πιέσεις που δέχεται καθημερινά από την εργασία του, από το σπίτι του, από την κοινωνία, μαζί με την ακρίβεια, την αδικία και την εκμετάλλευση, κάνουν τη ζωή του αφόρητη. Η οικονομική κρίση, από την άλλη πλευρά και οι κίνδυνοι για μια ολοκληρωτική καταστροφή του πλανήτη μας έχουν αρνητική και καταστρεπτική συνέπεια στη σωματική και ψυχική του υγεία.

Μέσα σ’ αυτό το σύγχρονο και συνέχεια επεκτεινόμενο χάος, ο άνθρωπος ψάχνει να βρει ψυχική γαλήνη και ξεκούραση, μαζεύοντας υλικά αγαθά, διασκεδάζοντας, ξοδεύοντας τον ελεύθερο χρόνο του σε κάποιο χόμπι, ή βρίσκοντας μια ακόμα εργασία για να τα βγάλει πέρα, αλλά και για να ξεχνά την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, όταν βρίσκεται μόνος του, διαπιστώνει ότι όσο περνούν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια, γίνεται ακόμα πιό ανήσυχος, πιό αγχώδης και δυστυχισμένος. Ποιός, λοιπόν, και τι θα γεμίσει το μεγάλο κενό; Ποιός θα τον ξεκουράσει και θα του δώσει λίγη χαρά;

Στο πρώτο σε αξία και μεγάλο σε περιεχόμενο αυτό ερώτημα του σύγχρονου κουρασμένου ανθρώπου, έρχεται να απαντήσει ο ίδιος ο Θεός, προσ­φέροντας στον άνθρωπο μια ζωή που, όχι μόνο τον ελευθερώνει από τις πιέσεις και τα άγχη της καθημερινής του ζωής, αλλά και του δίνει τη μεγάλη ευκαιρία να ζήσει μια νέα άφθονη ζωή. Μια ζωή όμορφη, ξεκούραστη, ελεύθερη από άγχη και ψυχικά βάρη, μια ζωή που βρίσκεται έξω από αυτόν, στον ίδιο τον Θεό, που μπορεί και θέλει να προσφέρει στον άνθρωπο όλα εκείνα τα εσωτερικά αγαθά που τον γεμίζουν και τον ικανοποιούν.

Τα αγαθά αυτά ο Λόγος του Θεού μας τα περιγράφει ως εξής: «Μάτι δεν είδε κι’ ούτε τα άκουσε αυτί, κι ούτε που τα ’βαλε ο λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούν» (Α΄ Κορινθ. 2:9). Στο στίχο αυτό, ο Θεός μάς τονίζει δύο σημεία. Πρώτον, μας λέει ότι είναι αδύνατο στον άνθρωπο να συλλάβει και να περιγράψει πόσο υπέροχα είναι αυτά που ο Θεός δίνει. Και δεύτερον, τα υπέροχα αυτά τα δίνει σ’ αυτούς που Τον αγαπούν, σ’ αυτούς που Τον έχουν ζητήσει και Τον έχουν δεχτεί Σωτήρα στη ζωή τους. Ο Θεάνθρωπος την αλήθεια αυτή την παρουσιάζει χρησιμοποιώντας το θετικό λόγο. «Ελάτε σ’ εμένα όλοι όσοι κοπιάζετε και είστε φορτωμένοι κι εγώ θα σας ξεκουράσω» (Ματθ. 11:28). Όποιος θέλει να αποκτήσει μια ζωή εσωτερικής ανάπαυσης και γαλήνης, δεν έχει παρά να τη ζητήσει, όπως τη ζήτησε ο Τελώνης λέγοντας: «Θεέ, ελέησέ με τον αμαρτωλό», και όπως τη ζήτησε ο άσωτος γιος λέγοντας: «Πατέρα, αμάρτησα κατά του ουρανού και ενώπιόν Σου και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί Σου» (Λουκ. 15:21). Ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους, βλέποντας στην ταπείνωσή τους, και τους έκανε δυο ευτυχισμένους και καινούργιους ανθρώπους.

PentecostEl Greco2015«Όταν συμπληρωνόταν η πεντηκοστή ημέρα μετά την Ανάσταση, της οποίας έφθασε τώρα η μνήμη, ενώ όλοι οι μαθητές ήσαν συγκεντρωμένοι μαζί και ευρίσκονταν ομόψυχοι στο υπερώο (οίκος) εκείνου του ιερού, αλλά και στο προσωπικό του υπερώο, στο νού του, συναγμένος ο καθένας τους (διότι ήσαν σε ησυχία και αφιερωμένοι στη δέηση και στους ύμνους προς τον Θεό), ξαφνικά, λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «ακούσθηκε ήχος από τον ουρανό, σαν από ορμή βιαίου ανέμου και εγέμισε τον οίκο όπου κάθονταν». (Πραξ. 2, 1-11). Είναι βίαιος γιατί νικά τα πάντα και ξεπερνά τα τείχη του πονηρού, γκρεμίζει κάθε οχύρωμα του εχθρού, ταπεινώνει τους υπερήφανους, ανυψώνει τους ταπεινούς στην καρδιά και διασπά τους συνδέσμους των αμαρτημάτων. Γέμισε δε ο οίκος εκείνος στον οποίο κάθονταν, καθιστώντας τον κολυμβήθρα πνευματική και εκπληρώνοντας την επαγγελία του Σωτήρα, που τους έλεγε πριν αναληφθεί: «Ο μεν Ιωάννης βάπτισε με νερό, εσείς δε θα βαπτισθήτε με άγιο Πνεύμα, όχι έπειτα από πολλές μέρες».

Αλλά και το όνομα που έδωσε σ᾿ αυτούς το έδειξε να αληθεύει. Διότι δια του ήχου αυτού από τους ουρανούς οι Απόστολοι έγιναν πραγματικά υιοί βροντής. «Καί φάνηκαν σ᾿ αυτούς γλώσσες διαμεριζόμενες ωσάν πυρός και στον καθένα τους κάθισε από μία κι᾿ εγέμισαν όλοι άγιο Πνεύμα και μιλούσαν άλλες γλώσσες, όπως τους έδιδε το Πνεύμα να μιλούν».

Αλλά για ποιο λόγο φάνηκε το Πνεύμα σε σχήμα γλωσσών;

Αφ᾿ ενός για να επιδείξει τη συμφυία του, τη σχέση του με το Λόγο του Θεού, γιατί τίποτε δεν είναι συγγενέστερο από τη γλώσσα προς το λόγο. Συγχρόνως δε και για τη χάρη της διδασκαλίας, γιατί ο κατά Χριστό διδάσκαλος χρειάζεται χαριτωμένη γλώσσα.

Γιατί όμως δε φανερώθηκε το άγιο Πνεύμα με πύρινες γλώσσες;

Όχι μόνο για το ομοούσιο του Πνεύματος προς το Πατέρα και τον Υιό (γιατί πυρ είναι ο Θεός μας), αλλά και για τη διπλή ενέργεια του κηρύγματος των Αποστόλων. Γιατί μπορεί συγχρόνως να ευεργετεί και να τιμωρεί. Όπως το πυρ έχει διπλή ιδιότητα και να φωτίζει και να φλογίζει, έτσι και ο λόγος της διδασκαλίας, αυτούς που υπακούουν φωτίζει και αυτούς που απειθούν παραδίδει τελικά σε πυρ και κόλαση. Είπε δε γλώσσες, όχι πυρός, αλλά σαν πυρός, για να μη νομίσει κανείς ότι το πυρ εκείνο είναι αισθητό και υλικό, αλλά να αντιληφθούμε την επιφάνεια του Πνεύματος σαν με παράδειγμα.

Για ποιό λόγο δε οι γλώσσες φάνηκαν να διαμερίζονται σ᾿ αυτούς; Γιατί μόνο στον Χριστό που ήλθε και αυτός από πάνω δεν δίδεται με μέτρο το Πνεύμα από τον Πατέρα. Εκείνος και κατά σάρκα ακόμη είχε ολόκληρη τη θεία δύναμη και την ενέργεια, ενώ σε κανέναν άλλο δεν έγινε χωρητή όλη η χάρη του Πνεύματος, αλλά ατομικά ο καθένας αποκτά άλλος το ένα και άλλος το άλλο από τα χαρίσματα, για να μη νομίσει κανείς ότι η από το Πνεύμα διδόμενη στους αγίους χάρη είναι φύση.

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

Myroforon1Έχουμε συνειδητοποιήσει όσο πρέπει τη θέση που έδωσε ο Χριστιανισμός στη γυναίκα;

Η γυναίκα ανυψώθηκε μέσα στην τάξη της δημιουργίας με την Παρθένο Μαρία, που αξιώθηκε από τον Θεό να φέρει στον κόσμο τον Σωτήρα των ανθρώπων. Έτσι, λοιπόν, η ευθύνη των γυναικών μέσα στην Εκκλησία του Χριστού και στη σημερινή κοινωνία είναι μεγάλη. Στα χρόνια που έζησε ο Κύριός μας στη γη αυτή, πολλές γυναίκες έδειξαν μεγάλη αγάπη και βαθιά πίστη σ’ Αυτόν.

Τη δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα τιμήσαμε τις μυροφόρες γυναίκες. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος μάς αναφέρει: “Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, ηγόρασαν αρώματα, ίνα εξελθούσαι αλείψωσιν Αυτόν”. Δεν γνώριζαν ότι ο αγαπημένος τους Διδάσκαλος αναστήθηκε. Το μήνυμα της ανάστασης του Χριστού ο Άγγελος του Κυρίου το έφερε πρώτα στις μυροφόρες γυναίκες. Μεγάλη η τιμή αυτή για τη γυναίκα!

Γνώριζαν ότι μεγάλη κουστωδία φύλαττε τον τάφο. Δεν προβληματίστηκαν, όμως, καθόλου για το ποιος θα αποκυλούσε τον πελώριο λίθο που σφράγιζε τον τάφο. “Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν, τον Εσταυρωμένον; Ηγέρθη”. Απλά τα λόγια που λέγονται από τον Άγγελο. Όμως οι καρδιές των μυροφόρων γέμισαν χαρά, ο φόβος εξαφανίστηκε.

Και “ως δε επορεύοντο απαγγείλαι τοις μαθηταίς Αυτού, και ιδού Ιησούς απήντησε αυταίς λέγων. Χαίρετε, μη φοβείσθε”. Η ελπίδα και η χαρά γέμισαν την ψυχή τους. Το μήνυμα της αναστάσεως και η παρουσία του Κυρίου αμείβει την τόλμη, την πίστη τους και την αφοσίωσή τους. Έτσι, ο Χριστός ύψωσε τη γυναίκα σε μια σφαίρα θεϊκής εκτίμησης, που δικαιώνει την πορεία της στη γη ως πλάσμα ισότιμο με τον άνδρα. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πίστη που δικαιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, που πλάστηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού. Μέσα από την πίστη αυτή φαίνονται καθαρά τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις που ζητούνται από τον καθένα και την καθεμία μας.

Και σήμερα η γυναίκα καλείται να διαδραματίσει το σωστό της ρόλο μέσα σε μια κοινωνία, η οποία έχει μεγάλη ανάγκη από μια γνήσια και γεμάτη αγάπη παρουσία, τόσο ως μάνα κοντά στα παιδιά της, όσο και ως ένα υγιές μέλος στην κοινωνία.

Ηλιοπούλου Φωτεινή,
Εκπαιδευτικός

Πρόσκληση στη
Γιορτή της Εφημερίδας

Γιορτάζουμε τα 37 χρόνια της Εφημερίδας μας

«Το Ανέσπερον Φως»

την Κυριακή 10 Μαΐου 2015 στις 6:30 μ.μ.

Σατωβριάνδου 31, Αθήνα
πίσω από το Εθνικό θέατρο.

Θα χαρούμε πολύ να γιορτάσουμε μαζί σου

και με τα αγαπητά σου πρόσωπα.

Στο τέλος της γιορτής θα προσφέρουμε

γλυκά και αναψυκτικά.

Το Διοικητικό Συμβούλιο

Ο Άρχοντας της ζωής

π.Δημητρίου Μπόκου

«Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν,

…ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ιω. 10, 10· 11, 25)

Το νέο έκανε το γύρο του χωριού σαν αστραπή.

Ένας νέος άνθρωπος βρέθηκε τσακισμένος στο γκρεμό. Τον βρήκαν και τον περιμάζεψαν βοσκοί που ποίμαιναν τα πρόβατά τους στους αγρούς και τα λιβάδια. Τον έφεραν στο χωριό μισοπεθαμένο, αγνώριστο απ’ τους μώλωπες και τις πληγές.

Η μικρή κοινωνία συνταράχθηκε. Σηκώθηκαν όλοι στο πόδι. Συγκλονισμένοι ως τα κατάβαθά τους άρχισαν να καταφτάνουν απ’ όλες τις γειτονιές. Συντροφιές-συντροφιές οι άνθρωποι κρυφομιλούσαν ανήσυχοι μεταξύ τους.

Δεν επρόκειτο για συνηθισμένο περιστατικό.

Δεν ήταν μόνο ο βαρύς τραυματισμός του νέου ανθρώπου. Είχαν εδώ να κάνουν με μια μεγάλη παράβαση. Το μέρος όπου βρέθηκε ο πληγωμένος, ήταν χώρος απαγορευμένος γι’ αυτούς. Περιοχή όπου δεν ήταν επιτρεπτό να εισέλθουν. Ο νέος άνθρωπος είχε παραβιάσει το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα του τόπου τους.

Μπροστά τους ένα μεγάλο βουνό υψωνόταν απότομο. Η χιονόλευκη κορφή του χανόταν στα σύννεφα. Κρυμμένη στο γνόφο της πανύψηλης κορφής απλωνόταν η ξακουστή πολιτεία του Μεγάλου Άρχοντα, με τα επιβλητικά κάστρα και το μεγαλόπρεπο παλάτι του. Μια χώρα λαμπερή, πανέμορφη, παραδεισένια. Όλα εκεί ήταν υπέροχα. Η ζωή σ’ αυτήν ήταν το μακρινό όνειρο του κάθε ανθρώπου.

Χάσμα μέγα όμως, φαράγγι δύσβατο οριοθετούσε το βουνό και το χώριζε απ’ την υπόλοιπη χώρα. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα απαγόρευε στους ανθρώπους να το διαβούν. Δεν ήταν στις τωρινές τους δυνατότητες αυτό. Είχαν όμως την υπόσχεσή του, πως θα ερχόταν καιρός που θα γεφυρωνόταν το χάσμα. Το απόκρημνο φαράγγι θα γέμιζε. Ο βαθύς γκρεμός θα γινόταν τόπος ευθύς με δρόμους ομαλούς. Το άβατο βουνό θα γινόταν προσβάσιμο στον καθένα.

Μέχρι να γίνει αυτό, θα ’πρεπε όλοι να περιμένουν. Να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Το πλήρωμα του χρόνου. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα ήταν σαφής. Κάθε πρόωρη απόπειρα για άνοδο στην πολυπόθητη χώρα θα είχε μια και μόνο συνέπεια: το θάνατο. Τη μέρα που θα επιχειρούσαν κάτι τέτοιο θα πέθαιναν.

Μα ο νέος άνθρωπος δεν μπορούσε να περιμένει. Ένοιωθε τη ζωή να σφύζει μέσα του. Πίστευε στην αξιοσύνη και τη σβελτάδα του. Θεωρούσε πως ήταν ικανός να αντιμετωπίζει κινδύνους. Να περνάει κακοτοπιές όπου ελλοχεύει ο θάνατος.

Από την άλλη αμφέβαλλε και για τις προθέσεις του Μεγάλου Άρχοντα. Δεν μπορούσε να τον εμπιστευθεί απόλυτα. Αν δεν τους είπε όλη την αλήθεια; Αν τους απέτρεψε από κάθε προσπάθεια να τον πλησιάσουν, μόνο και μόνο για να τους κρατάει μακριά του; Για να μην κινδυνεύει από αυτούς; Να μη γίνουν οι άνθρωποι ποτέ σαν αυτόν; Αν ήταν ψέμα πως θα τους έκανε κάποτε συμπολίτες και οικείους του στην ονειρεμένη πολιτεία του;

Μ’ έναν τρόπο και μόνο θα σιγουρευόταν: Να δοκιμάσει. Τώρα! Ποιος ο λόγος να περιμένει και ως πότε; Κι αν δεν ερχόταν ποτέ το πλήρωμα του χρόνου;

Η ανυπομονησία θέριεψε μέσα του τη μεγάλη απόφαση. Εμπιστεύτηκε απόλυτα τον εαυτό του. Θα δοκίμαζε με το δικό του τρόπο.

Έτσι αγνόησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Έκανε τη μεγάλη απόπειρα. Προσπάθησε να διαβεί το μεγάλο φαράγγι, ν’ ανεβεί στο βουνό. Μα αντί να φτάσει στην κορφή του, βρέθηκε τσακισμένος στα βαθιά βάραθρά του. Βαθιά μετανοιωμένος για την αποκοτιά του, αλλά πολύ αργά. Μόνο ένα βήμα τον χώριζε πια από το θάνατο…

…Μια μικρή συνοδεία φάνηκε στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε μπροστά στον ετοιμοθάνατο άνθρωπο. Στη θέα της οι ανθρώπινες συντροφιές σταμάτησαν κάθε κουβέντα και παραμέρισαν με φόβο και σεβασμό. Αμίλητος ο αρχηγός της συνοδείας προχώρησε μπροστά. Το πέτρινο πρόσωπό του ήταν η εικόνα της αυστηρότητας. Φορούσε επίσημη στολή και κρατούσε μια τυλιγμένη περγαμηνή. Ήταν ο δικαστής. Το όργανο του νόμου. Κοίταξε ανέκφραστος τον καταπληγωμένο άνθρωπο, ξετύλιξε την περγαμηνή του και με ψυχρό άκαμπτο ύφος είπε:

- Ο άνθρωπος αυτός περιφρόνησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Αμάρτησε με το χειρότερο τρόπο. Η παρακοή του είναι ύψιστη προσβολή απέναντι στον Άρχοντά μας. Ο νόμος απαιτεί να τιμωρηθεί με θάνατο. Μόνο έτσι θα ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη, θα αποκατασταθεί η τιμή του Μεγάλου Άρχοντα και θα σβηστεί η προσβολή που έγινε στο πρόσωπό του.

Με σφιγμένη καρδιά υποδέχτηκαν όλοι την απόφασή του. Συμπαθούσαν το νέο άνθρωπο και λυπόντουσαν για το κατάντημά του. Μα τούς ήταν αδιανόητο να αμφισβητήσουν την κρίση του δικαστή. Ήταν ο εντολοδόχος του Μεγάλου Άρχοντα.

Ο δικαστής έδωσε εντολή στη συνοδεία του να αρχίσει το έργο της. Σήκωσαν αμέσως το νέο άνθρωπο από κάτω και τον έστησαν για εκτέλεση. Στεναγμοί ανατάραξαν με τη βάναυση μετακίνηση το πονεμένο στήθος του, μα τους αγνόησαν. Τέντωσαν το λαιμό του σ’ ένα χοντρό κούτσουρο. Ο δήμιος πλησίασε κραδαίνοντας τον φοβερό διπλό του πέλεκυ. Ζύγισε προσεκτικά την κίνησή του και, ενώ κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους ασάλευτοι, ύψωσε το τσεκούρι για τον αποκεφαλισμό του ενόχου.

Μα τότε απ’ το πουθενά πρόβαλε μπροστά ένας άγνωστος. Κανένας δεν είχε αντιληφθεί πώς, πότε κι από πού έκαμε την εμφάνισή του.

- Σταθείτε! φώναξε επιτακτικά. Στο όνομα του Μεγάλου Άρχοντα ζητώ να σταματήσει αμέσως η εκτέλεση αυτή.

- Ποιος είσαι συ και πώς τολμάς να παρεμβαίνεις; ύψωσε τη φωνή του με οργισμένη έκπληξη ο δικαστής.

- Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα παρερμηνεύτηκε. Πουθενά δεν αναφέρει πως η θέλησή του είναι αυτή, είπε αντί για άλλη απάντηση ο άγνωστος.

- Μα αυτό είναι ανήκουστο! Ο νόμος είναι σαφής και ξεκάθαρος! είπε ξανά ο δικαστής και τα μάτια του άστραψαν. Μια και μοναδική ποινή προβλέπεται για την παρακοή αυτή: Ο θάνατος.

- Όντως! Έπεται στην παρακοή ο θάνατος. Μα όχι σαν ποινή που επιβάλλεται απ’ το Μεγάλο Άρχοντα για τη δική του ικανοποίηση. Ο θάνατος είναι μονάχα φυσική κατάληξη της πράξης του ανθρώπου. Γι’ αυτήν την αυτονόητη συνέπεια προειδοποιεί ο Άρχοντας.

Ενώ μιλούσε ο άγνωστος, το ανθρώπινο κοπάδι σάλεψε. Ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας άρχισε να ξεσηκώνεται δισταχτικά ανάμεσά τους. Εκείνος συνέχισε:

- Στο νόμο του τονίζει καθαρά, πως δεν επιθυμεί ποτέ το θάνατο του φταίχτη, αλλά την αλλαγή, το γυρισμό του. Και θέλει όλοι οι παρήκοοι και παραβάτες του νόμου του να επιστρέψουν κοντά του. Να τον γνωρίσουν βαθιά, αληθινά. Να ζήσουν ειρηνικά και για πάντα μαζί του. Ούτε ένας τους να μη χαθεί. Γιατί είναι ο Άρχοντας της Ζωής, μακρόθυμος και πολυέλεος, γεμάτος ευσπλαχνία και αγάπη. Δεν έχει έχθρα μέσα του γι’ αυτούς. Εσύ, σαν νομικός δεν το γνωρίζεις αυτό; Στο νόμο που σου δόθηκε τί είναι γραμμένο; Πώς αναγινώσκεις;

Ο δικαστής άκουγε, χωρίς να δείχνει πως καταλαβαίνει κιόλας. Το μόνο που ήξερε καλά εκείνος, ήταν πως κάθε παράβαση είχε και την αντίστοιχη ποινή της. Στην άκαμπτη σκληρή λογική του δεν χώραγαν οι έννοιες της χάρης, της αγάπης.

- Αλλοίμονο σε σας τους νομικούς! συνέχισε ζωηρά ο άγνωστος. Γνωρίζετε μονάχα να σωριάζετε φορτία δυσβάστακτα στους ώμους των ανθρώπων, δεν θέλετε όμως ούτε με το δαχτυλάκι σας να τα κινήσετε εσείς.

Μπρος στην ωμή αυτή επίθεση ο δικαστής δεν έμεινε αδρανής. Όλων τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω του μαντεύοντας την οργισμένη αντίδρασή του. Διακυβευόταν άμεσα το κύρος και η θέση του.

- Στον τόπο αυτόν εγώ και μόνο είμαι ο επίσημος εκπρόσωπος του νόμου! είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση. Σύμφωνα με το νόμο μας λοιπόν ο άνθρωπος αυτός αμάρτησε. Κρίθηκε ένοχος θανάτου και οφείλει να πεθάνει. Συνέχισε το έργο σου, δήμιε! Σε προστάζω! Εγώ εκπροσωπώ την εξουσία!

- Όχι πια! απάντησε απτόητος ο άγνωστος και βγάζοντας μιαν άλλη περγαμηνή, την ξετύλιξε μπροστά στο δικαστή. Γνωρίζεις τη σφραγίδα αυτή και την υπογραφή;

Εμβρόντητος ο δικαστής αναγνώρισε τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μεγάλου Άρχοντα. Ο άγνωστος συνέχισε:

- Είδε την ταλαιπωρία του νέου ανθρώπου ο Μεγάλος Άρχοντας και τον σπλαχνίστηκε. Γι’ αυτό και με στέλνει, όχι όμως σαν κριτή να τον καταδικάσω, μα σαν θεραπευτή να τον γιατρέψω, να τον σώσω. Ο νέος άνθρωπος είναι προορισμένος να ζήσει, όχι να πεθάνει. Θεραπεία κατεπείγουσα χρειάζεται και όχι καταδίκη. Αυτή είναι η θέληση και η εντολή του Μεγάλου Άρχοντα. Κι εγώ είμαι ο απεσταλμένος του για να την εκτελέσω. Διεκδικώ λοιπόν αυτόν τον άνθρωπο από το θάνατο, για να του δώσω τη ζωή.

Και με τα λόγια αυτά ύψωσε την ανοιγμένη περγαμηνή μπροστά σε όλους. Κανένας δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση. Ο δικαστής και η συνοδεία του αποσβολωμένοι παραμέρισαν. Καιρός ήταν!

Ο άγνωστος πλησίασε αμέσως και σήκωσε προσεκτικά στα χέρια του τον ετοιμοθάνατο νέο άνθρωπο. Με αργά βήματα και απαλές κινήσεις προχώρησε και τον απέθεσε στην άμαξά του, που ήταν σταματημένη πιο πίσω. Τον τύλιξε με καθαρό άσπρο σεντόνι. Έπλυνε τις πληγές του, χύνοντας πάνω τους λάδι για ν’ απαλύνουν και κρασί για ν’ απολυμανθούν. Έφτασε και στη βαθειά, θανάσιμη πληγή, που έχαινε στο στέρνο του νέου ανθρώπου. Η πληγωμένη του καρδιά φαινόταν να στραγγίζει τις τελευταίες ρανίδες του αίματός της. Γεμάτος συμπόνια ο άγνωστος μονολόγησε:

- Να, λοιπόν, το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος! Μ’ ένα και μόνο τρόπο θεραπεύεται αυτό.

Άνοιξε τότε το μακρύ μανδύα του στο ύψος της πλευράς του. Φρεσκοανοιγμένη κοκκίνιζε πάνω στο γυμνό του σώμα νωπή μια πληγή. Στάθηκε πάνω από τον πληγωμένο και άφησε να στάξει το δικό του αίμα πάνω στην πληγή της καρδιάς που έσβηνε. Αυτήν την καρδιά αναζητούσε, γι’ αυτήν είχε τρυπήσει την πλευρά του.

Αμέσως ο άνθρωπος που χαροπάλευε άνοιξε τα μάτια του. Ζωντάνεψε. Στα νεκρωμένα μέλη του ακράτητη ξαναχύθηκε η αλκή. Το βλέμμα του ζωήρεψε. Τα τραύματά του έκλεισαν. Η καρδιά του ξαναβρήκε το γρήγορο ρυθμό της. Το νεανικό του σφρίγος ξαναγύρισε ορμητικό. Ο ετοιμοθάνατος αναγεννήθηκε. Ένοιωσε πάλι νέος άνθρωπος,καινούργιο δημιούργημα. Ανακάθισε γεμάτος έκπληξη και με θαυμασμό αντίκρυσε το σωτήρα του.

- Κύριε, ούτε να ρωτήσω δεν τολμώ! ψέλλισε με δέος, κατασυγκινημένος. Οι γέροντές μας έλεγαν, πως ένας μόνο, ο Μεγάλος Άρχοντας, ο Εκλεκτός του Θεού, ο Άρχοντας τηςΖωής,μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα, να ξαναδώσει σε νεκρό ζωή. Μήπως, Κύριε, είσαι τελικά ο Μεγάλος μας Άρχοντας;

- Εσύ το είπες! απάντησε χαμογελαστός ο άγνωστος, ενώ τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε τρυφερά. Για σένα ήρθα, αγαπημένο μου παιδί. Κατέβηκα για να σε βρω. Να σου προσφέρω το αίμα μου για να ζήσεις. Μ’ αυτό και μόνο μπορούσες να σωθείς. Γιατί εγώ μονάχα είμαι η Ζωή. Κι αν θέλεις τώρα, να σε ανεβάσω μαζί μου στη βασιλεία μου, όπου δεν έχει πλέον πόνο, λύπη και στεναγμό, αλλά ζωή ατελεύτητη.

Ενόσω μιλούσε ο άγνωστος, συνέβαινε μια θαυμαστή μεταμόρφωση. Το πρόσωπό του άλλαξε όψη, λούστηκε στο φως, έγινε σαν τον ήλιο, ενώ μια βασιλική λαμπρότητα τον κύκλωσε αστραπιαία.

- Η καρδιά μου σού ανήκει πλέον, Άρχοντά μου, είπε ο νέος άνθρωπος γονατίζοντας ευλαβικά μπροστά του. Εγώ αμάρτησα βαριά και νοιώθω ένοχος ενώπιόν σου! Μα εσύ, χωρίς να το αξίζω, μού ’δωσες ζωή και όχι θάνατο. Δεν γνώριζα την αληθινή σου εικόνα. Μου την είχαν δώσει διαφορετική. Φάνταζε τρομερή, παραλλαγμένη μέσα μου. Φοβόμουνα να δω το πρόσωπό σου. Τώρα για πρώτη φορά γνωρίζω αληθινά το άρρητο κάλλος της μορφής σου. Δεν θέλω πια να ζω χωρίς εσένα. Πάρε με μαζί σου για πάντα. Θα είμαι αφοσιωμένος δούλος σου.

- Θα είσαι πάντοτε ο λατρευτός μου γιος και όχι δούλος μου, είπε ο Άρχοντας, ενώ τον σήκωνε από τη γη και τον αγκάλιαζε ξανά. Ο γιος μου που ήταν σχεδόν νεκρός και ανέζησε, για να ευφραίνεται μαζί μου παντοτινά.

Αμέσως τότε μια λαμπρή συνοδεία τους περιστοίχισε. Έντυσαν με χαρά το νέο άνθρωπο με μια ολόλευκη πριγκιπική στολή. Ο βασιλιάς ο ίδιος τού πέρασε στο χέρι ένα χρυσό δαχτυλίδι. Χρυσές άμαξες με φτερωτά άλογα φάνηκαν μπροστά τους. Τα φοβερά φαράγγια είχαν χαθεί. Μια μυστική είσοδος στην καρδιά του βουνού άνοιξε διάπλατα. Κι όλοι μαζί ανέβηκαν με αλαλαγμό χαράς και θριαμβευτική φωνή σάλπιγγας στην παραδεισένια πολιτεία, στην κορφή του βουνού.

Ο νέος άνθρωπος τιμήθηκε στο έπακρο. Έγινε οικείος και ομοτράπεζος του Άρχοντα της Ζωής. Πολιτογραφήθηκε στο βασίλειό του. Του δόθηκε το περισσόν που αναζητούσε.

Πάσχα 2014

Πασχαλινές Ιστορίες, αρ. 13

Πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Σελίδα 26 από 77

Το Σύμβολον της Πίστεως

Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο. Τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.

Θα μας βρείτε

Σατωβριάνδου 31 - AΘHNA 104 31 1ος όροφος  (η είσοδος μας είναι διαφορετική της πολυκατοικίας)

Τηλέφωνο: 2105227726

Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Top