Η Αδυναμία της Βίκυς  kidsread

girlΗ Βίκυ το έβρισκε δύσκολο ν’ αναγνωρίσει και να ομολογήσει τα σφάλματά της. Κάθε φορά που έκανε κάτι κακό, αντί να το ομολογήσει, προσπαθούσε να σκαρφιστεί μια ψεύτικη δικαιολογία για να καλύψει το σφάλμα της. Φυσικά, το ψέμα της στο τέλος αποκαλυπτόταν και η μητέρα της την τιμωρούσε.

Το καλοκαίρι οι γονείς της Βίκυς της χάρισαν ένα ρολόι. Ήταν πολύ όμορφο και όλα τα παιδιά θα το ζήλευαν.

Οι γονείς της της είπαν ότι αν το πρόσεχε, θα το είχε για πολλά χρόνια. Ακόμη της θύμισαν ότι θα πρέπει να το βγάζει κάθε φορά που κάνει μπάνιο στη θάλασσα.

Μια μέρα, ενώ έκανε μπάνιο στη θάλασσα, με τρόμο πρόσεξε ότι το ωραίο της ρολόι το είχε ακόμη στο χέρι της. Πετάχτηκε αμέσως έξω, το έβγαλε γρήγορα, το σκούπισε με την πετσέτα και το έφερε στο αφτί της. Το ρολόι όμως δεν δούλευε!

Ωχ, το αγαπημένο μου ρολόι, κλαψούρισε. Το κατέστρεψα και τώρα τι θα πω στους γονείς μου; Η Βίκυ δεν είχε το θάρρος να τους πει την αλήθεια.

Η Βίκυ φύλαγε το μυστικό της για τρεις, τέσσερεις μέρες, ώσπου ένα πρωινό ο πατέρας της τη ρώτησε:

– Βίκυ τι ώρα είναι;

Η Βίκυ τότε άλλαξε χρώμα.

– Δεν ξέρω. Το ρολόι μου σταμάτησε.

– Γιατί; είπε ο πατέρας της και το πήρε στα χέρια του. Παράξενο! Πώς δημιουργήθηκε αυτή η υγρασία κάτω από το γυαλί; αναρωτήθηκε ο πατέρας της.

– Δεν ξέρω ….Ίσως από τη χθεσινή βροχή, είπε η Βίκυ μπερδεύοντας τα λόγια της.

– Όχι Βίκυ. Χθες δεν έβρεξε καθόλου, είπε η μητέρα της που άκουγε παραδίπλα.

– Πες μου την αλήθεια, Βίκυ. Μήπως έκανες μπάνιο φορώντας το ρολόι σου;

Η Βίκυ που πιέστηκε για να πει την αλήθεια, τελικά ομολόγησε :

– Ναι, το ξέχασα στο χέρι μου.

– Γιατί δεν μου το είπες από την αρχή και προτίμησες να μου πεις ψέματα;

– Αν μας το έλεγες αμέσως, θα πηγαίναμε στο ρολογά. Φοβάμαι πως αχρηστεύθηκε.

– Αχρηστεύθηκε; Είπε η Βίκυ κλαίγοντας.

– Ποτέ, ποτέ πια ψέματα, μανούλα.

Τα ψέματα παιδιά μου είναι μια πολύ κακιά συνήθεια, που θα πρέπει να την εξομολογηθούμε στον Θεό, για να ζητήσουμε τη βοήθειά Του, ώστε να την αποβάλλουμε και να μη μας γίνει πάθος.

Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε: «Η αλήθεια μένει ζωντανή για πάντα, ενώ το ψέμα διαρκεί μονάχα μια στιγμή». «Ο Κύριος απεχθάνεται τους ψεύτες, μα Του είναι ευχάριστοι αυτοί που ζουν με την αλήθεια» (Παροιμίες 12: 19,22).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ο Νίκος και ο Λούης

trainoΌταν γεννήθηκε ο Νίκος ήταν ένα τέλειο και όμορφο αγοράκι. Αργότερα όμως, συνέβη ένα ατύχημα που τον άφησε ανάπηρο για όλη του τη ζωή!

Όταν ο Νίκος ήταν στην πέμπτη τάξη του Δημοτικού, γνωρίστηκε με τον Λούη. Ο Λούης ήταν ένα πολύ ζωηρό παιδί. Ξεστόμιζε βρώμικες λέξεις και χαλούσε το παιχνίδι της παρέας με τη συμπεριφορά του. Στα διαγωνίσματα αντέγραφε και δεν άκουγε ούτε τους γονείς του ούτε τους δασκάλους του.

Ο Νίκος προσπαθούσε να τον βοηθήσει. Του έλεγε ότι ο Θεός λυπάται μ’ αυτά που κάνει και τον παρακαλούσε να πάει μαζί του στην Εκκλησία. Ο Λούης όμως αντιδρούσε και τον ειρωνευόταν λέγοντας:

– Εσύ πήγαινε κυρ-κατηχητούρη, εμένα άσε με ήσυχο!

Οι γονείς του Νίκου ανησυχούσαν και του έλεγαν να προσέχει από την κακή επιρροή του Λούη. Μια μέρα ο Λούης είπε:

– Έχω ανακαλύψει μια λίμνη που απέχει έξι χιλιόμετρα από ’δω. Έχει καθαρό νερό και είναι ό,τι πρέπει για κολύμπι. Έλα μαζί μου. Τι λες;

– Και πώς θα πάμε; ρώτησε ο Νίκος.

– Με τον ίδιο τρόπο που πηγαίνω εγώ, είπε με πονηριά ο Λούης. Κατόπιν, δείχνοντας το ρολόι του πρόσθεσε. Με το φορτηγό τρένο των δώδεκα!

– Τι εννοείς; ρώτησε με έκπληξη ο Νίκος.

– Σίγουρα είσαι καθυστερημένο! Δεν άκουσες ποτέ σου για λαθρεπιβάτες που «τρυπώνουν» στα τρένα;

– Α... αυτά δεν είναι για μένα, φίλε μου, είπε ο Νίκος κάνοντας μερικά βήματα πίσω.

– Δηλαδή, εγώ είμαι ο μόνος θαρραλέος που τολμά να πηδήξει κρυφά πάνω στα τρένα; είπε με κομπασμό ο Λούης.

– Κι εγώ θα τολμούσα, όμως….

– Μήπως φοβάσαι τους γονείς σου; τον διέκοψε ο Λούης.

– Όχι δεν τους φοβάμαι, αλλά τους αγαπώ και υπολογίζω τη γνώμη τους, είπε ο Νίκος με σταθερότητα.

– Είσαι δειλός και φοβητσιάρης, τον ειρωνεύτηκε ο Λούης.

– Ε, λοιπόν θα σου αποδείξω ότι δεν είμαι, είπε με πείσμα ο Νίκος και συμφώνησε να πάει μαζί του.

Με την κουβέντα πέρασε η ώρα και τα δύο αγόρια τρέξανε να προλάβουν το τρένο. Το τρένο όμως είχε ξεκινήσει και με ταχύτητα άφηνε το σταθμό. Ο Νίκος πρώτος κρεμάστηκε στο βαγόνι και προσπάθησε να συρθεί μέσα. Επειδή όμως το τρένο έτρεχε, γλίστρησε και ξαφνικά βρέθηκε κάτω από το βαγόνι. Τρομαγμένος τραβήχτηκε για να γλιτώσει, μα … τον πρόλαβαν οι πίσω ρόδες του βαγονιού και του έκοψαν το χέρι! Ο Λούης όταν τον είδε σωριασμένο μέσα στα αίματα, νόμισε ότι ήταν νεκρός. Τον εγκατέλειψε κι άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Αφού το τρένο απομακρύνθηκε, ο σταθμάρχης είδε το Νίκο και ειδοποίησε ασθενοφόρο για να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο.

Έτσι τραγικά τερματίστηκε η φιλία του Νίκου με το Λούη. Ο Νίκος όμως, επειδή ξέχασε τα λόγια των γονιών του, πλήρωσε πολύ ακριβά την κακή επιρροή του φίλου του.

Τα λόγια του Θεού, παιδιά μου, μας βοηθούν και μας προστατεύσουν. «Μην αφήνετε κανένα να σας παρασύρει. Καθένας μπαίνει σε πειρασμό από τη δική του επιθυμία. Αυτή τον παρασύρει και τελικά τον εξαπατάει. Έπειτα, η επιθυμία αυτή συλλαμβάνει το κακό και γεννάει την αμαρτία. Και η αμαρτία όταν ολοκληρωθεί, φέρνει το θάνατο» (Ιάκωβος 1:14-15).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Το Πάθημα της Νυχτερίδας

bat4Ήρθε η Άνοιξη! Η φύση ντύθηκε με τα ωραιότερα χρώματα. Ο κάμπος ζωντάνεψε με τα τιτιβίσματα των πουλιών και τις κραυγές των ζώων. Ήταν ηλιοβασίλεμα, όταν ένα παράξενο πλασματάκι έκανε την εμφάνισή του. Για κατοικία του είχε τη σκοτεινή ρωγμή ενός βράχου. Ήταν τετράποδο και είχε χρώμα και μέγεθος ποντικού. Όμως ποντίκι δεν ήταν. Είχε φτερά και μπορούσε να πετάξει, όμως πουλί δεν ήταν. Στις άκρες των φτερών είχε κάτι σαν γαντζάκια, μ’ αυτά πιάστηκε από ένα κλωνί και κρεμάστηκε ανάποδα. Από τη θέση αυτή παρατηρούσε όλη την κίνηση στον κάμπο.

Μπράβο, καλά το μαντέψατε. Ήταν μια νυχτερίδα. Καθώς, λοιπόν, η νυχτερίδα κουνιόταν πέρα – δώθε, παρατήρησε δυο ξεχωριστές παρατάξεις κάτω στον κάμπο. Δεν ήταν σίγουρη αν οργανώθηκαν έτσι σε δυο ομάδες για να παίξουν κάποιο παιχνίδι, ή μήπως αντιπαρατάχθηκαν για μάχη. Από τη συμπεριφορά τους κατάλαβε ότι μάλλον για μάχη συγκεντρώθηκαν.

Στη μια μεριά μαζεύτηκαν όλων των ειδών τα πτηνά, μικρά και μεγάλα, και σχημάτισαν ένα τάγμα. Φτερούγιζαν και τιτίβιζαν ανήσυχα, έτοιμα να επιτεθούν στην αντίθετη παράταξη. Από την άλλη μεριά του καταπράσινου κάμπου ήταν μαζεμένα όλων των ειδών τα ζώα, μικρά και μεγάλα. Βημάτιζαν ανυπόμονα, έτοιμα να ορμήξουν και να κατασπαράξουν τα πουλιά. Τα πουλιά πρώτα πρόσεξαν τη νυχτερίδα. Την πλησίασαν, της πρότειναν να ενωθεί μαζί τους για να βοηθήσει στη μάχη. Αλλά η νυχτερίδα απέφυγε με τη δικαιολογία:

– Εγώ ξέρετε, ανήκω στο βασίλειο των ζώων και δεν μπορώ να παραταχθώ μαζί σας.

Λίγο αργότερα, καθώς μερικά ζώα πηγαινόφερναν κάτω από το δέντρο, είδαν τη νυχτερίδα και φώναξαν:

Διαβάστε Περισσότερα

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Η Βελανιδιά και τα Καλάμια

BELANIDIAΣτις όχθες ενός ποταμού καμάρωνε πανύψηλη μια βελανιδιά. Μια χειμωνιάτικη μέρα, ξέσπασε τρομερή καταιγίδα και ο δυνατός αέρας που φυσούσε ξερίζωνε τα πάντα.

Η βελανιδιά όμως προσπαθούσε να αντισταθεί στον άνεμο, νομίζοντας ότι θα μπορούσε να κρατηθεί όρθια. Κάποια στιγμή, φύσηξε τόσο δυνατά, που η βελανιδιά σείστηκε ολόκληρη. Οι ρίζες της δεν την κράτησαν και τελικά, μη μπορώντας να μείνει όρθια, σωριάστηκε στο ποτάμι. Μάταια προσπαθούσε να αντισταθεί στην ορμή του ποταμιού κι έτσι άρχισε να παρασύρεται από τα ορμητικά νερά.

Μετά από λίγο συνάντησε στην άκρη του ποταμιού μερικές καλαμιές που στέκονταν αγέρωχες. Παράξενο! είπε μέσα της. Εγώ που ήμουν τόσο δυνατή, σωριάστηκα κάτω, ενώ αυτά τα καλάμια μπόρεσαν να μείνουν όρθια. Όταν η βελανιδιά, ακολουθώντας το ρεύμα του ποταμιού, πλησίασε τις καλαμιές, τις ρώτησε:

- Πώς μπορέσατε εσείς τα αδύνατα καλάμια να μείνετε όρθια μέσα σε αυτή την τρομερή καταιγίδα, ενώ εγώ η δυνατή βελανιδιά ξεριζώθηκα από τον άνεμο;

Τα καλάμια τότε απάντησαν:

– Κάθε φορά που σε έδερνε ο δυνατός άνεμος, εσύ πεισματικά σήκωνες το ανάστημά σου και πάλευες μαζί του, ενώ εμείς δεν του αντιστεκόμασταν. Όταν φυσάει δυνατά λυγίζουμε, σκύβουμε ελαφρά και τον αφήνουμε να περάσει πάνω από τα κεφάλια μας, χωρίς να τραντάξει τις ρίζες μας. Ξέρουμε ότι ο άνεμος είναι πολύ πιο δυνατός από εμάς και θα ήταν μεγάλη ανοησία αν προσπαθούσαμε να παλέψουμε μαζί του.

Παιδιά μου! Μέσα σε αυτή την ιστορία υπάρχει μια αλήθεια που θα πρέπει πάντοτε να την έχετε στο νου σας, ιδιαίτερα στα καβγαδάκια σας με τα άλλα παιδιά. Μη νομίζετε ότι εσείς έχετε μεγάλες δυνάμεις και μην υποτιμάτε τα άλλα παιδιά. «Όσο εξαρτάται από εσάς να ζείτε ειρηνικά με όλους» (Ρωμαίους 12:18). Επίσης, να είστε σίγουροι ότι εσείς που υποχωρείτε, στο τέλος θα βγείτε οι κερδισμένοι και όχι οι πληγωμένοι. Ένα ποιηματάκι λέει:

Αν αντίσταση να φέρεις

κάποτε δεν μπορείς,

προτιμότερο να ξέρεις

είναι να υποχωρείς.

Kalamies

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ο Θεός Έγινε Άνθρωπος

xristosΌταν ο πατέρας τακτοποίησε τα ξύλα στο τζάκι, κάθισε στην πολυθρόνα του και είπε στη γυναίκα του:

– Που πήγαν τα παιδιά με τέτοιο κρύο; Ο δάσκαλος στο Κατηχητικό θέλει να δώσει στα παιδιά τους ρόλους τους για το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα. Δεν μας αφήνει ήσυχους; Εμείς εδώ στο χωριό έχουμε αρκετή δουλειά και χρειάζομαι τη βοήθειά τους, είπε ο πατέρας άκεφος.

– Δεν χαίρεσαι που τα παιδιά με το δικό τους τον τρόπο θα παρουσιάσουν την αγάπη του Θεού και το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων; απάντησε η μητέρα.

– Σταμάτα τα κηρύγματά σου. Τα Χριστούγεννα είναι απλά μια ακόμη επινόηση των εμπόρων, που προσπαθούν να πουλήσουν πράγματα που δεν χρειάζονται.

– Ηρέμησε. Να, τους ακούω κι έρχονται. Προσπάθησε, σε παρακαλώ να είσαι πιο ευχάριστος, τον διέκοψε η γυναίκα του.

– Μαντέψτε τους ρόλους μας! είπαν ο Κώστας και η Κατερίνα με ενθουσιασμό.

– Δεν μπορούμε. Πείτε τους να τελειώνουμε, είπε ο πατέρας απότομα.

– Εγώ θα είμαι ο Ιωσήφ, είπε ο Κώστας. Εγώ θα είμαι ο άγγελος, είπε η Κατερίνα.

– Θα βάλετε όλη σας την τέχνη και πιστεύω ότι η παρουσίαση της ιστορίας των Χριστουγέννων θα γίνει ευλογία σε πολλούς, τους ενθάρρυνε η μητέρα.

– Μπαμπά, να έρθεις και συ για να παρακολουθήσεις το πρόγραμμα, είπε ο Κώστας ικετευτικά.

– Η Εκκλησία δεν είναι τόπος για μένα. Αφήστε με ήσυχο, απάντησε ο πατέρας.

– Μάλιστα μπαμπά, είπαν τα παιδιά και καθώς πήγαιναν στο δωμάτιό τους η Κατερίνα άρχισε να κλαίει.

Η μέρα για την παρουσίαση του προγράμματος έφτασε. Λίγο πριν φύγουν τα παιδιά, παρακάλεσαν την μητέρα τους να ακούσει για τελευταία φορά τους ρόλους τους.

Πρώτη άρχισε η Κατερίνα:

«Μην τρομάζετε! Να, σας φέρνω χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει με χαρά όλο τον κόσμο. Γιατί σήμερα στην πόλη του Δαυίδ γεννήθηκε για χάρη σας Σωτήρας κι αυτός είναι ο Χριστός, ο Κύριος» (Λουκάς 2: 10-11).

Διαβάστε Περισσότερα

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο