Τα Δεσμά

demenaxeriaO Νίκος αγαπούσε και του άρεσε να πηγαίνει στο κατηχητικό σχολείο. Η δασκάλα ήταν πολύ καλή και τους έκανε το μάθημα πολύ παραστατικά. Για να διδάξει κάποιες αλήθειες, χρησιμοποιούσε πολλά παραδείγματα και έτσι οι εικόνες του έμεναν στο νου.

Μια μέρα πήρε μια καρέκλα, την έβαλε στη μέση της τάξης και ζήτησε από το Νίκο να καθίσει. Κατόπιν πήρε ένα καρούλι και, καθώς μιλούσε στα παιδιά, τύλιξε την κλωστή γύρω από το Νίκο και την καρέκλα.

Η κλωστή αυτή είναι σαν τις κακές μας συνήθειες και την αμαρτία, είπε στα παιδιά. Αν ο Νίκος κάνει ή πει κάτι κακό, ο διάβολος τον τυλίγει με αυτή του την αμαρτία. Όταν ο Νίκος ήταν μικρός, ίσως οι κλωστές της αμαρτίας να ήταν λιγότερες, όπως αυτές με τις οποίες τον τύλιξα τώρα.

«Για προσπάθησε Νίκο να σπάσεις τις κλωστές», του είπε και όλα τα παιδιά περίμεναν να δουν αν ο Νίκος θα μπορέσει. Ο Νίκος τινάχτηκε, τεντώθηκε και με αρκετή ευκολία έσπασε τις κλωστές. Η δασκάλα ξανάρχισε να τους μιλάει και συγχρόνως να ξαναδένει το Νίκο στην καρέκλα. Αυτή τη φορά όμως με περισσότερες κλωστές.

«Για να δούμε τώρα παιδιά», είπε, «θα μπορέσει ο Νίκος να ελευθερωθεί»; Ο Νίκος έβαλε τα δυνατά του. Ήταν πιο δύσκολο να σπάσει τις κλωστές, τελικά όμως τα κατάφερε. Η δασκάλα αμέσως άρχισε να τον ξαναδένει λέγοντας:

«Είδατε παιδιά, την πρώτη φορά πόσο εύκολα ο Νίκος ελευθερώθηκε; Έτσι γίνεται και με τις κακές σας συνήθειες. Όταν είστε μικροί, μπορείτε πιο εύκολα να τις κόψετε. Όσο μεγαλώνετε όμως και τις αφήνετε, τόσο ο διάβολος σας δένει με αυτές, ώστε να σας είναι πολύ πιο δύσκολο να ελευθερωθείτε από αυτές. Δείτε τώρα που τύλιξα το Νίκο με όλο το καρούλι. Θα τα καταφέρει να κόψει τις κλωστές»;

Ο Νίκος αγωνίστηκε, φούσκωσε, κοκκίνισε, αλλά του ήταν αδύνατο να ελευθερωθεί. Η δασκάλα πήρε τότε ένα ψαλίδι, έκοψε τις κλωστές και συνέχισε το μάθημά της.

«Η μια κλωστή δεν είναι αρκετά δυνατή να σας κρατήσει δεμένους. Όμως καθώς μεγαλώνετε, προστίθενται και άλλες αμαρτίες στη ζωή σας και τότε είναι πιο δύσκολο να απαλλαγείτε. Γι’ αυτό στα λόγια του Θεού διαβάζουμε: «Θυμήσου τον δημιουργό σου στης νιότης σου τις μέρες, πριν έρθουνε οι μέρες οι κακές και φτάσουνε τα χρόνια εκείνα που δε θα μπορείς να τα απολαύσεις» (Εκκλησιαστής 12:1).

Μη σκέπτεστε, παιδιά μου, ότι ακόμα είστε μικρά κι έχετε καιρό. Αυτή τη σκέψη τη χρησιμοποιεί ο πονηρός για να κάνει καλά τη δουλειά του. Θέλει να σας δέσει σφιχτά με τις αμαρτίες και να σας ρίξει στη φυλακή της ντροπής, του φόβου, της ενοχής, του μίσους, του φθόνου και της κακίας».

Παιδί μου, ο Χριστός θέλει να σε ελευθερώσει. Θέλει να είσαι χαρούμενο. Πες λοιπόν ένα πεισματικό ΟΧΙ στον πονηρό και ένα πρόθυμο ΝΑΙ στον Χριστό. Ο Χριστός σε αγαπάει. Θέλει να σε συγχωρήσει και να σε ελευθερώσει. «Αν λοιπόν, σας ελευθερώσει ο Χριστός, τότε θα είστε πραγματικά ελεύθεροι» (Ιωάννης 8:36).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Το Κόστος Της Ανυπακοής

kids-party

-         Γιατί μαμά δε μ’ αφήνεις να πάω στο αποκριάτικο πάρτι; Όλα τα παιδιά της τάξης μου θα είναι εκεί, είπε η Βίκη με παράπονο στη μητέρα της.

-         Επειδή άκουσα ότι στο περσινό πάρτι οι γονείς του Μίμη άφησαν τα παιδιά μόνα τους και αυτά κάνανε ένα σωρό ανοησίες, απάντησε η μαμά της. Εγώ Βίκη μου σε αγαπώ και δε θέλω να βρεθείς σε ένα τέτοιο περιβάλλον που μολύνει την ψυχούλα σου.

Η Βίκη επέμενε.

-         Εγώ θέλω να πάω μαμά και σου υπόσχομαι ότι θα προσέχω.

Τελικά, αν και η μητέρα της δε συμφωνούσε, η Βίκη προτίμησε να κάνει το χατίρι των φιλενάδων της και δεν άκουσε τη μητέρα της.

Το πάρτι άρχισε με κέφι. Τα παιδιά φορούσαν διάφορες στολές, άλλες ήταν αστείες και άλλες ήτανε τρομακτικές. Η Βίκη κάθισε σε μιαν άκρη και τους χάζευε. Σε κάποια στιγμή, δυο από τα μεγαλύτερα αγόρια που φορούσαν μάσκες, άρχισαν να πειράζουν και να φοβερίζουν τα άλλα παιδιά και μερικά αντέδρασαν. Πριν η Βίκη καταλάβει τι ακριβώς γίνεται, τους είδε να χτυπιούνται, να κλοτσάνε και να βρίζουν ο ένας τον άλλον. Οι καυγάδες πήραν τέτοιες διαστάσεις που δε μπορούσαν να σταματήσουν. Τελικά ήρθε η αστυνομία για να επιβάλει την τάξη και τα οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα για να δώσει ένα καλό μάθημα στα παιδιά,.

Την επόμενη μέρα η Βίκη φοβισμένη και ντροπιασμένη και φοβισμένη, παρακάλεσε τη μητέρα της να έρθει για να την πάρει από το αστυνομικό τμήμα και αποφάσισε στο εξής να ακούει προσεκτικά τη μητέρα της.

Είναι αλήθεια παιδιά μου, ότι έρχονται στιγμές στη ζωή μας που αγανακτούμε και αντιδρούμε για τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις στη ζωή μας. Να είστε σίγουροι όμως ότι οι γονείς σας δε θέλουν να σας στερήσουν τις χαρές από τη ζωή, αλλά να σας προστατεύσουν από τις παγίδες.

Κάποτε ένας σπουργίτης είπε στα μικρά τα σπουργιτάκια του:

Εγώ πηγαίνω να βρω σκουληκάκια για φάτε, εσείς μείνετε στη φωλιά. Σας αγαπάω και δε θέλω να πάθετε κανένα κακό. Μόλις όμως έφυγε η μητέρα τους, το ένα από τα μικρά αποφάσισε να συρθεί προς την άκρη της φωλιάς, για να εξερευνήσει το γύρω περιβάλλον. Τέντωσε το λαιμό του και κοίταξε γύρω. Ο κόσμος γύρω του ήτανε όμορφος. Θέλησε να δει προς τα κάτω. Έγειρε το κεφαλάκι του αρκετά προς τα έξω και ξαφνικά βρέθηκε έξω από τη φωλιά, στον αέρα. Ήταν πολύ μικρό και ακόμα δε μπορούσε να πετάξει. Έτσι προσγειώθηκε πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής και τραυματίστηκε άσχημα.

Στα λόγια του Θεού διαβάζουμε σε πολλές περιπτώσεις τις συνέπειες της ανυπακοής. Ο βασιλιάς Σαούλ δεν υπάκουσε και περιφρόνησε το θέλημα του Θεού, γι’ αυτό ο Θεός τον απέρριψε από το να είναι βασιλιάς. Έστειλε τον προφήτη Σαμουήλ και όπως διαβάζουμε στο Α΄ Σαμουήλ, κεφάλαιο 15, του είπε: «Ο Θεός πήρε τη βασιλεία από τον Σαούλ και την έδωσε στο Δαβίδ.»

Η υπακοή είναι καλύτερη από τη θυσία και η υποταγή είναι καλύτερη από τα παχιά λόγια. Η ανυπακοή είναι αμαρτία.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Η Ταπείνωση Οδηγεί Στη Φάτνη

fatniΗ δεκάχρονη Ανθούλα, καθισμένη πάνω στο χαλί δίπλα στο στολισμένο δέντρο, προσπαθούσε να φτιάξει τη φάτνη. Ο πατέρας της όμως ήταν άκεφος. Η μελαγχολική του διάθεση ήταν αταίριαχτη με το χαρούμενο πνεύμα των Χριστουγέννων. Η μητέρα της επίσης σιωπηλή.

Σε κάποια στιγμή η μικρή Ανθούλα έσπασε τη σιωπή και ρώτησε με ενθουσιασμό: «Μπαμπά, έλα να δεις τη φάτνη. Είναι ωραία έτσι που την έφτιαξα;» «Ο πατέρας της, που δε φαινόταν να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό της κόρης του, της είπε αφηρημένα, “Ναι καλή είναι, αλλά δεν βλέπω τον μικρό Ιησού.»

Πρέπει να σκύψεις πολύ, να γονατίσεις για να μπορέσεις να τον δεις, απάντησε η Ανθούλα, κι έδειξε στο μπαμπά της το Χριστό που ήταν ξαπλωμένος στο παχνί, μέσα βαθειά στο στάβλο.

«Ναι, έχεις δίκιο,» είπε ο πατέρας, ενώ στεκόταν δίπλα βυθισμένος στις σκέψεις του.

Η μητέρα αναστέναξε με πόνο και καθώς γύρισε είπε στον πατέρα:

-Ο Θεός δε μας άφησε μέχρι τώρα, γι’ αυτό πιστεύω ότι δε θα μας αφήσει. Θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε και τις καινούργιες δυσκολίες.”

-Ναι βέβαια, διέκοψε απότομα ο πατέρας, εύκολα είναι τα λόγια. Όμως εγώ τώρα είμαι δίχως δουλειά και δίχως χρήματα.”

Η Ανθούλα, που αμέριμνη σιγοτραγουδούσε, σταμάτησε για να ακούσει τη συζήτηση. Ύστερα από λίγο ξάφνιασε τον πατέρα της και τον ερώτησε:

-Μπαμπά με αγαπάς;

-Βέβαια σε αγαπώ γλυκιά μου. Σε αγαπώ πολύ. Μα γιατί με ρωτάς;

-Να, σκέφτηκα ότι η αγάπη είναι το καλύτερο δώρο, είπε η Ανθούλα με έμφαση. Ύστερα από λίγο, πριν πάει για ύπνο φίλησε τον πατέρα της, λέγοντας του ικετευτικά:

-Σε παρακαλώ μπαμπά, αύριο θα απαγγείλω το ποίημά μου στο κατηχητικό στη γιορτή μας και θέλω να είσαι εκεί μπροστά, για να σε βλέπω και να παίρνω θάρρος.

-Μέχρι αύριο, έχουμε καιρό για να σκεφτούμε μικρή μου. Τώρα πήγαινε για να κοιμηθείς, την καθησύχασε ο πατέρας.

Ύστερα από λίγο η Ανθούλα, που ακόμη δεν είχε αποκοιμηθεί, άκουσε τον πατέρα της να λέει :

-Ο Θεός με ξέχασε αυτά τα Χριστούγεννα, κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεση.

Όταν η Ανθούλα άκουσε τον πατέρα της, στεναχωρήθηκε πολύ. Δακρυσμένη γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι της και προσευχήθηκε ψιθυρίζοντας:

-To ξέρω Χριστέ μου ότι Εσύ δε μας ξέχασες. Ήρθες και φέτος στο σπίτι μας και εγώ σε είδα μέσα στο παχνί. Βοήθησε και το μπαμπά μου να μπορέσει να σε δει.

Το βράδυ εκείνο, ενώ η Ανθούλα κοιμόταν, η μαμά της πήρε την παλιά της κούκλα και της έφτιαξε ένα καινούργιο φορεματάκι. Ο μπαμπάς της μεταμόρφωσε το ξύλινο σκαμπό σε κρεβατάκι και τα έβαλαν κάτω από το δέντρο. Όταν το πρωί η Ανθούλα ξύπνησε χαρούμενη, έφτιαξε μόνη της ένα δωράκι για τους γονείς της και τους το πρόσφερε. Όλοι ήταν χαρούμενοι με τα δώρα που αντάλλαξαν. Δώρα που δεν κόστισαν τίποτα, αλλά έδειχναν πολλή αγάπη.

Η Ανθούλα φόρεσε χαρούμενη το καινούργιο φόρεμα, που της έφτιαξε η μητέρα της. Ήταν πολύ πιο όμορφο από αυτά που έβλεπε στις βιτρίνες. Ο πατέρας της με χαρούμενη διάθεση ετοιμάστηκε για να πάνε όλοι μαζί στη γιορτή. Έτσι η Ανθούλα απήγγειλε το ποίημα και πήρε θάρρος, καθώς έβλεπε τον πατέρα της. Ο πατέρας της είχε ακούσει πολλές φορές τα λόγια στο ποίημα, για πρώτη φορά όμως σκέφτηκε αυτά τα λόγια. Ο Ιησούς ήρθε στη γη για να φανερωθεί η αγάπη Του. Αυτή όμως την αγάπη Του μπορούσε να τη δει, μονάχα εάν έσκυβε ταπεινά, για να γονατίσει μπροστά στη φάτνη, όπως τόσο απλά του είπε η μικρή Ανθούλα.

Ο Ιησούς με το δικό Του παράδειγμα, μας φανέρωσε πόσο σημαντική είναι η ταπεινοφροσύνη. Εάν κι εμείς ακολουθήσομε το δρόμο της ταπείνωσης, αυτός ο δρόμος θα μας οδηγήσει να γνωρίσουμε στη δική μας τη ζωή τον Ιησού Χριστό της φάτνης, του Γολγοθά και της Ανάστασης.

“Ας υπάρχει λοιπόν μεταξύ μας το ίδιο φρόνημα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός …τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος και όντας πραγματικός άνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου και μάλιστα θανάτου σταυρικού” (Φιλιππησίους 2: 5-8).

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ευχαρίστησε τον Θεό γι’ Αυτά που Έχεις

little_girl_sep-oktΟυφ Μαμά, παραπονιόταν η Κατερίνα, βαρέθηκα συνέχεια ν’ ακούω τα ίδια και τα ίδια…«ετοιμάσου για το σχολείο, πλύνε τα πιάτα, στρώσε το κρεβάτι σου, φτιάξε το δωμάτιό σου»...

Κοίταξε τότε η μαμά της τη μικρή Κατερίνα και της θύμισε τα λόγια που άκουσε στο σχολείο από τη δασκάλα της στο κατηχητικό: «Ο Χριστός θέλει να ευχαριστούμε πάντοτε και για όλα τον Θεό».

– Πάντοτε και για όλα; ρώτησε με απορία η Κατερίνα.

– Μάλιστα. Ακριβώς αυτό μας λένε τα λόγια του Θεού στην Αγία Γραφή: «Να ευχαριστείτε πάντοτε και για όλα τον Θεό».

– Μα πώς μπορώ να ευχαριστήσω τον Θεό μαμά, είπε η Κατερίνα, που πρέπει να στρώσω το κρεβάτι μου, να φτιάξω το δωμάτιό μου και να πλύνω τα πιάτα;

– Θα σε βοηθήσω αυτό να το καταλάβεις, είπε η μητέρα της και συνέχισε: Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι στη γειτονιά μας, αλλά και σε όλο τον κόσμο που δεν έχουν πιάτα να πλύνουν, γιατί δεν έχουν φαγητό να φάνε. Υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ τους δεν φτιάχνουν το δωμάτιό τους και δεν στρώνουν το κρεβάτι τους για να κοιμηθούν, γιατί δεν έχουν σπίτι, ούτε κρεβάτι για να κοιμηθούν. Εμείς έχουμε νοστιμότατα φαγητά για να φάμε και μαλακό κρεβάτι για να κοιμηθούμε… και παραπονιόμαστε. Μπορείς να καταλάβεις πόσο λυπούμε τον Θεό με τα παράπονα και τη γκρίνια μας;

Η Κατερίνα τότε χαμήλωσε το κεφαλάκι της και ψιθυριστά είπε στη μαμά της.

– Έχεις δίκιο μαμά, θα προσπαθήσω να μην παραπονιέμαι όταν πρέπει να μαζέψω και να πλύνω τα λερωμένα πιάτα. Και όταν στρώνω το κρεβάτι μου, αντί να γκρινιάζω, θα ευχαριστώ τον Θεό για το αναπαυτικό κρεβάτι που έχω και με ξεκουράζει όλη τη νύχτα.

– Αυτό ακριβώς εννοώ καλή μου, συνέχισε η μαμά της Κατερίνας. Υπάρχουν εκατοντάδες παρόμοια πράγματα για τα οποία θα πρέπει κάθε μέρα να ευχαριστούμε τον Θεό. Άκου μια ιστορία: Ένα κοριτσάκι περπατούσε κρατώντας από το χέρι τη μητέρα της. Σε όλο το δρόμο όμως παραπονιόταν γιατί τα παπούτσια της είχαν παλιώσει και δεν ήταν σαν τα καινούργια παπούτσια που φορούσαν οι άλλες φίλες της.

Σε κάποια στιγμή όμως πέρασε από δίπλα της ένα άλλο κοριτσάκι πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι που το κρατούσε η μητέρα της. Το κοριτσάκι αυτό δεν είχε πόδια……

Προσευχήθηκε τότε το κοριτσάκι που προηγουμένως γκρίνιαζε : «Ω Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ για τα γερά πόδια που μου έδωσες. Δεν με νοιάζει που δεν έχω καινούργια παπούτσια για να φορέσω»! Η Κατερίνα τότε αγκάλιασε τη μητέρατης για να την ευχαριστήσει μ’ αυτόντον τρόπο, που τη βοήθησε να ξεφύγειαπό τη γκρινιάρικη διάθεση που είχε.Τον γκρινιάρη και τον αχάριστο παιδιά μου, κανένας δεν θέλει να τον έχει για φίλο καικανένας δεν θέλει να κάνει παρέα μαζί του.

Με τη βοήθεια του Θεού λοιπόν, ας πάρουμε την απόφαση στη ζωή μας: «Πάντοτε και για όλα να λέμε στον Θεό ευχαριστώ» (Εφεσίους 5:20).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Μην Προσπαθείς να Ευαρεστήσεις τους Ανθρώπους

GaidarosΉταν μια ζεστή μέρα του Ιούλη και ο κυρ-Μήτσος ξεκίνησε για το ετήσιο πανηγύρι στο χωριό. Μαζί του πήρε το γιο του, το Στάθη, και τον Κίτσο, το πιστό του γαϊδουράκι. Στο δρόμο συναντούσαν πολλούς συγχωριανούς που κατευθύνονταν στο πανηγύρι. Ένας περαστικός τότε πρόσεξε τον κυρ-Μήτσο που προχωρούσε πεζός με το γιο του και το γαϊδουράκι του και του είπε : «Γιατί τρέφεις αυτό το ζώο εφόσον δεν το καβαλάς; Εγώ φίλε μου εάν ήμουν στη θέση σου, δε θα έκανα την ανοησία αυτή».

 

Σκέφτηκε ο κυρ-Μήτσος και συμφώνησε. Έβαλε λοιπόν το γιο του πάνω στο γαϊδουράκι και προχωρούσε δίπλα καμαρωτός. Δεν προχώρησαν όμως πολύ και συνάντησαν μια παρέα αντρών που κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Ο ένας από αυτούς πρόσεξε το παιδί πάνω στο γαϊδουράκι και είπε : «Για δέστε ένα τεμπέλη γιο, που καβαλάει αυτός, ενώ ο φουκαράς ο πατέρας πάει πεζός». Ο κυρ-Μήτσος, αφού σκέφτηκε λίγο, είπε στο γιο του να κατέβει για να καβαλήσει αυτός τον γάιδαρο. Ύστερα από λίγο, όπως προχωρούσαν, συναντήθηκαν με δυο γυναίκες, που κάθονταν στην αυλή και σχολίαζαν τον κάθε περαστικό. Είδαν τον κυρ-Μήτσο καβάλα στο γάιδαρο και είπαν : «Δες έναν άσπλαχνο πατέρα! Πώς του κάνει καρδιά να καβαλάει αυτός και το καημένο το παιδί να περπατά»;

 

Ο κυρ-Μήτσος τότε ντροπιάστηκε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε τότε για λίγο και ανέβασε και το γιο του στο γάιδαρο. Έτσι προχωρούσαν για το πανηγύρι. Όσο όμως πλησίαζαν, τόσο συναντούσαν περισσότερους, που τους κοιτούσαν παράξενα και κάτι έλεγαν μεταξύ τους. Στο τέλος κάποιος τόλμησε να μιλήσει: «Δεν ντρέπεστε εσείς δυο γάιδαροι να παραφορτώνετε έτσι το καημένο το ζώο»;

 

Ο κυρ-Μήτσος τότε με το γιο του πήδηξαν κάτω, τράβηξαν το ζώο στην άκρη και αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία. Τι έπρεπε να κάνουν επιτέλους, για να τους ευχαριστήσουν όλους και να μην τους δίνουν αφορμή να τους περιγελούν; Σκέφτηκαν τότε και μετά από αρκετή σκέψη, τους ήρθε μια ιδέα. Κόψανε ένα πάσαλο δέσανε τα πόδια του Κίτσου και αφού στήριξαν τον πάσαλο στους ώμους τους προχωρούσαν με το γάιδαρο να κρέμεται ανάποδα.

 

Το θέαμα ήταν αρκετά αστείο και όλοι όσοι τους έβλεπαν ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Σε κάποια στιγμή λοιπόν φτάσανε στη γέφυρα που οδηγούσε στο τόπο του πανηγυριού και με κάποιο τρόπο ο γάιδαρος κατάφερε να ελευθερώσει τα δυο μπροστινά του πόδια. Άρχισε τότε να κλωτσάει και να τινάζεται. Ο Στάθης έτσι παράτησε τον πάσαλο και ο καημένος ο γάιδαρος βρέθηκε στο ποτάμι. Έτσι που ήταν δεμένος δε μπορούσε να κολυμπήσει, και εάν δε μαζεύονταν όλοι να βοηθήσουν ο φουκαράς ο Κίτσος σίγουρα θα πνιγόταν.

 

Αυτός λοιπόν, που προσπαθεί παιδιά μου, να τους ευχαριστήσει όλους, στο τέλος δεν μπορεί να ευχαριστήσει κανέναν.

Την αλήθεια αυτή ο απόστολος Παύλος ξεκάθαρα τη διατυπώνει: «Τι νομίζετε; Των ανθρώπων την εύνοια επιδιώκω τώρα ή του Θεού; Ή μήπως ζητώ να αρέσω στους ανθρώπους; Όχι γιατί αν πράγματι ζητούσα να αρέσω στους ανθρώπους, δεν θα ήμουν υπηρέτης του Χριστού» (Γαλάτας 1:10).

 

Γι’ αυτό φροντίστε παιδιά μου, πρώτα τον Θεό να ευαρεστήσετε και το δικό Του το θέλημα να κάνετε στη ζωή σας. Μη σας μέλει για τους ανθρώπους, γιατί είναι αδύνατον να μπορέσετε όλους να τους ευχαριστήσετε!

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο