Ο Στέφανος στο Πανηγύρι

alogakia– Μπορώ μαμά να πάω με το Νίκο στο πανηγύρι; Θέλω να ανέβω στ’ αλογάκια, είπε ο δεκάχρονος Στέφανος ικετευτικά.

– Όχι, δε μπορείς, απάντησε η μητέρα κοφτά.

– Μα υποσχέθηκα στο Νίκο να πάω μαζί του, ξαναείπε ο Στέφανος.

– Λυπάμαι, αλλά δεν έπρεπε να του υποσχεθείς τίποτα πριν με ρωτήσεις. Τώρα να πας να του πεις ότι δεν σου το επιτρέπω, είπε η μητέρα του αυστηρά.

– Μα γιατί; Ποιος είναι ο λόγος που δεν μπορώ να πάω, είπε ο Στέφανος χτυπώντας το πόδι του καταγής.

– Για δύο λόγους, απάντησε ήρεμα η μητέρα του. Ήσουν άρρωστος και ακόμα δεν είσαι καλά και γιατί δεν εμπιστεύομαι εκείνο το παιχνίδι με τα αλογάκια. Μου φαίνεται πολύ φθαρμένο κι έτοιμο να διαλυθεί.

– Εσένα σου φαίνεται έτσι μαμά. Το παιχνίδι είναι πολύ διασκεδαστικό και νοιώθω μια χαρά. Δεν πονάω πουθενά, αλήθεια σου λέω, συνέχισε να επιμένει ο Στέφανος.

– Σταμάτα να επιμένεις και πήγαινε να μελετήσεις το πιάνο σου, πρόσταξε η μητέρα του σε αυστηρό τόνο.

Ο Στέφανος πήγε στο πιάνο, όμως το μυαλό του ήταν στο πανηγύρι. Από καιρό σχεδίαζαν με το φίλο του να ανέβουν στα αλογάκια και μάζευαν το χαρτζιλίκι τους. Όταν σε κάποια στιγμή βεβαιώθηκε ότι η μητέρα του ήταν απασχολημένη, βγήκε αθόρυβα για να συναντήσει το Νίκο.

– Η μαμά μου δε μου δίνει την άδεια, του είπε στενοχωρημένος.

– Έλα καημένε και η δικιά μου η μαμά δε με αφήνει, αλλά εγώ θα βρω τον τρόπο να ξεφύγω. Μη φοβάσαι, θα γυρίσουμε γρήγορα κι όλα θα πάνε καλά.

Ο Νίκος συνέχισε να επιμένει, ώσπου ο Στέφανος υποχώρησε. Έτσι όταν βεβαιώθηκε ότι η μητέρα του δεν τους έβλεπε είπε χαμηλόφωνα:

– Εντάξει, θα έρθω, όμως για μια γύρα και θα γυρίσω γρήγορα πριν η μαμά μου αντιληφθεί την απουσία μου.

– Αυτός είσαι! Είπε ο Νίκος και του έσφιξε το χέρι.

Τα δυο αγόρια έτρεξαν στην αλάνα όπου ήταν το παιχνίδι. Η μουσική και τα πολύχρωμα αλογάκια που πήγαιναν γύρω-γύρω τους ενθουσίασαν. Αγόρασαν τα εισιτήρια και μόλις σταμάτησαν τα αλογάκια ανέβηκαν. Ήταν πολύ διασκεδαστικό και έτσι αποφάσισαν να το δευτερώσουν και να το τριτώσουν. Σε κάποια στιγμή όμως τα αλογάκια άρχισαν να ανεβοκατεβαίνουν σαν τρελά και ο μύλος να γυρίζει όλο και πιο γρήγορα. Η μηχανή έτριζε και η μουσική έχανε το ρυθμό της. Ο υπεύθυνος πανικοβλημένος, μάταια προσπαθούσε να σταματήσει την κίνηση του μύλου.

Έντρομος τότε ο Στέφανος φώναξε: «Ζαλίζομαι, ανακατεύομαι. Σταματήστε το! Σταματήστε το»! Κανένας όμως δε μπορούσε να σταματήσει το μύλο. Τα παιδιά κρατούσαν σφιχτά τα σχοινιά και τσίριζαν. Ξαφνικά ακούστηκε ένας τρομερός κρότος και ο μύλος διαλύθηκε! Ο Στέφανος πετάχτηκε μακριά και σωριάστηκε πάνω στα χαλίκια και ο Νίκος βρέθηκε πεσμένος στην άλλη μεριά του μύλου. Ανάμεσα από συντρίμμια μάζεψαν όλα τα παιδιά, που αμέριμνα διασκέδαζαν. Όλα ήταν τραυματισμένα και, όταν ήρθε το ασθενοφόρο, τα μετέφερε στο νοσοκομείο.

Οι δυο μητέρες, όταν έμαθαν τι έγινε, έτρεξαν στο νοσοκομείο. Δυσκολεύτηκαν εκεί να αναγνωρίσουν το Στέφανο και το Νίκο, γιατί παντού ήταν χτυπημένοι και φασκιωμένοι. Δεν χρειάζεται να σας πω πόσο μετάνιωσε ο Στέφανος που δεν άκουσε τη μητέρα του και παρασύρθηκε από το Νίκο.

Ύστερα από ανακρίσεις, διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο εκείνο παιχνίδι με τα αλογάκια λειτουργούσε χωρίς άδεια και ο υπεύθυνος που συνελήφθη δεν ήξερε να το χειρίζεται. Η μητέρα του Στέφανου λοιπόν είχε δίκιο και αν ο Στέφανος την άκουγε δεν πάθαινε ό,τι έπαθε. Στα Λόγια του Θεού, που μας προστατεύουν διαβάζουμε : «Παιδιά μου, μην αφήνετε κανέναν να σας παρασύρει. Όποιος πράττει το σωστό, αυτός είναι δίκαιος, όπως ακριβώς ο Χριστός είναι δίκαιος» (Α΄ Ιωάννου 3,7).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

koritsiagiagrafiΧαρούμενη η Ελένη έτρεξε, όταν είδε ότι είχε έρθει ένα γράμμα από την εξαδέλφη της, την Ευγενία. Η Ευγενία χαρούμενη έγραφε ότι κέρδισε μια υποτροφία από το κατηχητικό σχολείο, επειδή αποστήθισε τριάντα χωρία από την Αγία Γραφή. Έτσι χωρίς να της στοιχίσει τίποτα, θα μπορούσε να βρίσκεται για όλη την περίοδο στη θερινή κατασκήνωση. Στο γράμμα της η Ευγενία επίσης έγραφε πόσο όμορφος ήταν ο τόπος στην κατασκήνωση.

Η Ελένη, όταν διάβασε το γράμμα, είπε στη μητέρα της:

Μακάρι και το δικό μας κατηχητικό σχολείο να οργάνωνε ένα τέτοιο διαγωνισμό.

Ελενίτσα μου, εγώ έχω μάθει πάρα πολλά χωρία από μικρή που πήγαινα στο κατηχητικό σχολείο. Αν και δεν μου δόθηκε καμιά υποτροφία, είμαι ευχαριστημένη που τα έμαθα. Κάθε φορά που αντιμετωπίζω κάποια δυσκολία ή θέλω να μάθω το θέλημα του Θεού για τη ζωή μου, τα χωρία αυτά με βοηθούν και με στηρίζουν πολύ.

Η Ελένη σκέφτηκε για λίγο και είπε:

Μαμά θέλω κι εγώ να γεμίσω το μυαλό μου με τα λόγια του Θεού. Θέλεις να με βοηθήσεις να σημειώσω ορισμένα χωρία που είναι κατάλληλα για μένα;

Έτσι η Ελένη το’ βαλε σκοπό της να μαθαίνει ένα χωρίο κάθε μέρα.

Όταν κάποια φορά η μητέρα της ζήτησε να πλύνει τα πιάτα, η Ελένη ήταν έτοιμη να αντιδράσει.

Μαμά, όχι τώρα. Οι φίλες μου με περιμένουν για να παίξουμε. Εκείνη τη στιγμή όμως θυμήθηκε το χωρίο που έμαθε: «Τα παιδιά να υπακούτε τους γονείς σας στο κάθε τι, γιατί αυτό ευχαριστεί τον Κύριο» (Κολοσσαείς 3:20). Έτσι η Ελένη χωρίς γκρίνια βοήθησε τη μητέρα της και μετά πήγε να παίξει.

Μια άλλη φορά τα παιδιά κατηγορούσαν και κουτσομπόλευαν το καινούργιο κορίτσι που ήρθε στην τάξη. Η Ελένη θυμήθηκε το χωρίο που έλεγε: «Κανένας βλαβερός λόγος ας μη βγαίνει από το στόμα σας παρά μόνο ωφέλιμος, που να μπορεί να οικοδομήσει, όταν χρειάζεται και να κάνει καλό σ’ αυτούς που τον ακούνε» (Εφεσίους 4:29). Έτσι πήρε θάρρος να πει στις φίλες της ότι δεν ήταν σωστό να κουτσομπολεύουν κάποιο πρόσωπο που απουσιάζει από την παρέα.

Αγαπητά μου παιδιά, η μεγαλύτερη ευλογία για τη ζωή σας θα φανερωθεί, όταν πάρετε μια Αγία Γραφή και αρχίσετε να αποστηθίζετε τα λόγια του Θεού. Τώρα που το μυαλό σας και η καρδιά σας είναι σαν μια λευκή, άγραφη σελίδα, γεμίστε το με τα λόγια του Θεού. Αυτά τα λόγια μπορούν να σας προστατέψουν από πολλές παγίδες στη ζωή σας. Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε: «Μες στην καρδιά μου διατηρώ τα λόγια σου για να μην αμαρτήσω απέναντί σου» (Ψαλμός 119:11).

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ο Θοδωρής πήρε την απάντηση

ouraniaskalaΕίναι ανάγκη να συναντήσω το δάσκαλό μου στο κατηχητικό, είπε ο δωδεκάχρονος Θοδωρής και κατευθύνθηκε στο σπίτι του κυρ-Αντρέα. Ο Θοδωρής φαινόταν πολύ ανήσυχος και δεν ήξερε τι να πει. Ο κυρ-Αντρέας, που ήταν καλόκαρδος και τον αγαπούσαν όλα τα παιδιά στην τάξη, κατάλαβε την αμηχανία του και τον βοήθησε:

– Λοιπόν, τι έχεις στο μυαλό σου και σε βασανίζει;

Κοφτά και απότομα ο Θοδωρής τον ρώτησε:

– Κυρ-Αντρέα, πιστεύετε ότι υπάρχει κόλαση;

– Και βέβαια το πιστεύω. Εσύ δεν το πιστεύεις;

– Μικρότερος το πίστευα, τώρα δεν είμαι και τόσο σίγουρος, ομολόγησε ο Θοδωρής.

– Και τι είναι αυτό που σε έκανε να αλλάξεις γνώμη; ρώτησε ο κυρ-Αντρέας και τον κοίταξε διερευνητικά.

– Τι να σας πω. Να κάτι άκουσα στο σχολείο και μπερδεύτηκα.

– Και τι είναι αυτό που άκουσες; θέλησε να μάθει ο κυρ-Αντρέας.

– Να άκουσα στην τάξη που λέγανε…. αν ο Θεός είναι αγάπη, δε θα στείλει κανέναν στην κόλαση.

– Αυτά δυστυχώς τα λένε ανεύθυνοι άνθρωποι, που δεν διαβάζουν τα λόγια του Θεού στην Αγία Γραφή, απάντησε ο κυρ-Αντρέας. Είναι αλήθεια ότι ο Θεός δεν στέλνει κανένα στην κόλαση και γι’ αυτό έκανε το παν για να μην πάει κανένας άνθρωπος εκεί. Θα σου πω ένα παράδειγμα για να σε βοηθήσω να καταλάβεις.

Ένα παιδάκι δυο χρονών παίζει στην αυλή με τη μπάλα του. Σε κάποια στιγμή η μπάλα κυλά στη μέση του δρόμου και το παιδάκι τρέχει να την πάρει. Τη ίδια όμως στιγμή ένα αυτοκίνητο περνάει με ταχύτητα. Ένας κύριος, που βλέπει το παιδάκι, τρέχει αμέσως και το αρπάζει, κινδυνεύοντας ο ίδιος να σκοτωθεί. Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί το παιδάκι βγήκε στο δρόμο;

– Ίσως δεν γνώριζε και δεν είχε συναίσθηση του κινδύνου που το απειλούσε, απάντησε ο Θοδωρής.

– Σωστά, συμφώνησε ο κυρ-Αντρέας. Και τι έχεις να πεις για την πράξη του κυρίου;

– Αυτός γνώριζε τον άμεσο κίνδυνο του παιδιού και με κίνδυνο της δικιάς του ζωής θέλησε να το σώσει.

– Πολύ ωραία. Και τώρα να έρθουμε στο θέμα που σε ανησυχεί. Η κόλαση δεν ετοιμάστηκε για τους ανθρώπους, αλλά για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Ο Θεός ετοίμασε για τον άνθρωπο έναν όμορφο τόπο, που είναι ο Ουρανός, ο Παράδεισος.

– Δηλαδή όλοι οι άνθρωποι θα πάνε στον Ουρανό, απάντησε ο Θοδωρής με κάποια ανακούφιση.

– Όχι ακριβώς, συνέχισε ο κυρ-Αντρέας. Ο κάθε άνθρωπος διαλέγει μόνος του πού θέλει να πάει. Ο άνθρωπος, όπως το παιδάκι, βρίσκεται σε επικίνδυνο δρόμο που τον οδηγεί στην αιώνια απώλεια. Γι’ αυτό ο Χριστός άφησε τη δόξα Του στον ουρανό, ήρθε στη γη και πέθανε για τις αμαρτίες μας. Η θυσία Του αυτή, από τη μια μεριά, επιβεβαιώνει ότι υπάρχει κόλαση, από την οποία θέλησε να μας ελευθερώσει. Από την άλλη, όμως, ανοίγει έναν καινούργιο δρόμο για τον Ουρανό και ελπίζει ότι οι άνθρωποι θα διαλέξουν Αυτόν που τους αγαπάει και όχι το διάβολο και την κόλαση. Ας υποθέσουμε τώρα ότι το παιδάκι εκείνο αρνιόταν να στηριχτεί στον άνθρωπο, που ήρθε να το αρπάξει κάτω από τις ρόδες. Τότε τι θα γινόταν;

– Τότε θα το σκότωνε το αυτοκίνητο, είπε ο Θοδωρής. Και η ευθύνη θα ήταν όλη δική του.

Τα λόγια αυτά βοήθησαν το Θοδωρή για να καταλάβει και έφυγε ικανοποιημένος. Καθώς περπατούσε σκεπτόταν. Ο Χριστός θυσιάστηκε για να με ελευθερώσει από τις αμαρτίες μου. Να με ελευθερώσει από την κόλαση. Τον ευχαριστώ για τον όμορφο τόπο που ετοίμασε για μένα.

Εσύ, παιδί μου, πού θέλεις να περάσεις την αιωνιότητα; Στον Ουρανό μαζί με τον Χριστό ή στην κόλαση μαζί με το διάβολο; Εάν τώρα προσευχηθείς και ανοίξεις την καρδιά σου στον Χριστό, Εκείνος θα έρθει στη ζωή σου, θα σε ελευθερώσει από την κάθε αμαρτία, θα γίνει ο Σωτήρας σου, ο προστάτης σου και ο καλός σου φίλος.

“Ο Υιός του Ανθρώπου ήρθε για να αναζητήσει και να σώσει αυτούς που έχουν χάσει το δρόμο τους.”
(Λουκάς 19:10).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Το σπίτι στο δάσος

SPITIΤο σπίτι στο δάσος ήταν πολύ βρώμικο. Αράχνες κρέμονταν παντού. Τα τζάμια ήταν σε πολλές μεριές σπασμένα. Το πάτωμα ήταν σκεπασμένο από κουρέλια και σκουπίδια.

Σ’ αυτό το βρώμικο σπίτι του δάσους, όμως, ζούσε ένα αγόρι. Κανένας δεν ενδιαφερόταν να μάθει πώς ζούσε, τι έτρωγε, αν είχε ρούχα να ντυθεί, αν ήταν άρρωστο. Ζούσε μόνος, κουρελής, βρώμικος και εγκαταλειμμένος.

Ένα βράδυ στη βαρυχειμωνιά, το αγόρι εκείνο έστρωσε τα κουρέλια για σκεπάσματα, κούρνιασε σε μια γωνιά και κοιμήθηκε. Ονειρεύτηκε, μάλιστα, ότι άκουσε ένα απαλό χτύπο στην πόρτα.

– Ποιος είναι; ρώτησε το αγόρι και περίμενε να ακούσει απάντηση.

– Άνοιξέ μου την πόρτα. Θέλω να μπω μέσα, απάντησε κάποιος με γλυκιά φωνή.

– Μα ποιος είστε; Δεν σας ξέρω, απάντησε το αγόρι.

– Θέλω να γίνω φίλος σου. Άκουσα ότι είσαι μόνος, είπε ο ξένος με καλοσύνη.

– Ναι. Ο πατέρας μου είναι στη φυλακή και η μητέρα μου με εγκατέλειψε. Είμαι μόνος. Πολύ μόνος και θα ήθελα κάποιον φίλο, σκέφτηκε το αγόρι και προχώρησε προς την πόρτα για να δει τον ξένο. Ο ξένος είπε διακριτικά:

– Αν πραγματικά με θέλεις να έρθω σπίτι σου και να γίνω φίλος σου, πρέπει πρώτα να με αφήσεις να το καθαρίσω. Εγώ δεν μπορώ να έρθω και να μείνω μαζί σου μέσα σε αυτό το βρώμικο σπίτι.

– Αν είναι έτσι, τότε δεν μπορείς να έρθεις μέσα. Εγώ έτσι συνήθισα και μου αρέσει, είπε το αγόρι και του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.

Ο ξένος δεν επέμεινε. Όμως καθώς το αγόρι άκουγε τα βήματά του να απομακρύνονται, ένας κόμπος στο λαιμό το έπνιγε. Μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του και από τα αναφιλητά του ξύπνησε. Τότε διαπίστωσε ότι ήταν και πάλι μόνος. Πολύ μόνος.

Κοίταξε γύρω του και για πρώτη φορά πρόσεξε όλη τη βρωμιά και την ακαταστασία που υπήρχε. Κοίταξε ακόμη τα χέρια του, τα ρούχα του και σιχάθηκε τον εαυτό του.

Άραγε θα ξανάρθει; Θα ξανάρθει; μονολόγησε το αγόρι θλιμμένα.

Όλη εκείνη τη μέρα το όμορφο όνειρο της προηγούμενης νύχτας τον συντρόφευε. Έτσι ήρθε και πάλι η μελαγχολική νύχτα και έπεσε να κοιμηθεί ψιθυρίζοντας με προσδοκία:

– Θα σε περιμένω καλέ μου φίλε. Καλέ μου φίλε...

Σε λίγο άκουσε βήματα έξω από την πόρτα. Τέντωσε το αφτί του να ακούσει και ..Ναι! Αυτός ήταν. Τον αναγνώρισε από την τρυφερή φωνή του.

– Μπορώ να μπω μέσα; ρώτησε και το αγόρι πετάχτηκε αμέσως όρθιο. Παραμέρισε τα κουρέλια του και του άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Με λαχτάρα άπλωσε τα χέρια του και του είπε:

– Παρακαλώ! Ορίστε, περάστε μέσα! Συγνώμη. Ντρέπομαι για τα χάλια μου και θέλω να έρθεις να καθαρίσεις την κάθε γωνιά του σπιτιού μου. Ο ξένος μπήκε μέσα. Τον αγκάλιασε τρυφερά και του είπε:

– Θα το καθαρίσουμε. Ναι ...θα το καθαρίσουμε μαζί.

Το αγόρι ξύπνησε! Η καρδιά του ήταν γεμάτη χαρά. Δεν αισθανόταν πια μόνος. Ήξερε ότι ο Ιησούς, ο φίλος ο καλός, τον επισκέφτηκε και του καθάρισε την καρδιά.

Παιδιά μου, η ιστορία αυτή παραβολικά διδάσκει μια μεγάλη αλήθεια. Ο Χριστός στέκεται έξω από την πόρτα της καρδιάς μας. Η άγια παρουσία Του φανερώνει τη βρωμιά και την ακαταστασία που υπάρχει στο σπίτι της καρδιάς μας, όπως σκέψεις πονηρές, μνησικακίες, κακές επιθυμίες, ζήλια, εγωισμός, υπερηφάνεια, που κάνουν τη καρδιά μας ένα τόπο βρώμικο και ακατάλληλο για να ζει εκεί μέσα ο Χριστός. Αν θέλουμε τη συντροφιά και τη φιλία του Ιησού Χριστού, πρέπει να Τον αφήσουμε πρώτα να μπει μέσα στην καρδιά μας και να την καθαρίσει. Ο ίδιος λέει: “Δες με, στέκομαι στην πόρτα και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και μου ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του, και αυτός μαζί μου” (Αποκάλυψη 3:20).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Πού Είναι ο Ιησούς;

fatnhΉταν παραμονή Χριστουγέννων και η μητέρα πήρε το μικρό Δημητράκη από το χέρι για να μπουν στο πολυκατάστημα. Ήθελε να κάνουν τα τελευταία τους ψώνια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι κόσμο και στα ταμεία οι ουρές ήταν ατέλειωτες. Ο Δημητράκης, όταν είδε τους τρεις τελευταίους διαδρόμους γεμάτους από χριστουγεννιάτικα δώρα και στολίδια, έτρεξε προς τα κει. Αν και η μητέρα του βιαζόταν πολύ, δεν θέλησε να του στερήσει τη χαρά αυτή.

Καθώς περπατούσαν στους διαδρόμους, η μητέρα πρόσεξε ότι, παρόλο που ήταν η τελευταία μέρα για τα χριστουγεννιάτικα ψώνια, υπήρχαν ακόμα στα ράφια πολλά κλαδιά από γκι, γιρλάντες, μπαλάκια, φωτάκια, πολύχρωμα περιτυλίγματα και διάφορα άλλα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ο Δημητράκης κοιτούσε γύρω ζαλισμένος. Ήθελε όλα να τα αγγίξει, να τα περιεργαστεί και να τα χαρεί. Στο τέλος φτάσανε στο ράφι με τις φιγούρες.

Ο Δημητράκης τα είχε χαμένα… Εκεί στέκονταν οι Αη-Βασίληδες σε διάφορες στάσεις. Ελάφια, χιονάνθρωποι, αγγελάκια, μικροί τυμπανιστές. Τα ράφια ήταν γεμάτα και πανέτοιμα να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του κάθε πελάτη.

Όμως, ο Δημητράκης σε κάποια στιγμή γυρνώντας στη μαμά του, τη ρώτησε: «Πού είναι μαμά ο μικρός Ιησούς»; Και συνέχισε απογοητευμένος: «Το κατάστημα έχει απ’ όλα, εκτός από τον Ιησού»

Λίγο πιο κάτω σε κάποια στιγμή, παρατήρησαν μια μισογκρεμισμένη φάτνη. Όμως ο μικρός Ιησούς έλειπε από το παχνί. Γύρω στέκονταν κάποιες φιγούρες που φαίνονταν σαν να ψάχνανε και αυτές για το μωρό που έλειπε από το παχνί. Δύο αγελάδες, ένα προβατάκι που του έλειπε το ένα πόδι, ένας μάγος με σπασμένη την κορώνα, δύο βοσκοί που του ενός του έλειπε η μαγκούρα! Και πιο πέρα ο Ιωσήφ και η Μαρία. Αλλά ο μικρός Ιησούς που ήταν;

- Φοβάμαι ότι και φέτος θα γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα χωρίς το μικρό Ιησού, είπε η μητέρα στο Δημητράκη και του έσφιξε το χέρι. Σκέφτηκε λυπημένη πόσο τραγικά αντιπροσωπευτική ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν εκείνα τα ράφια του καταστήματος. Όλα ήταν εκεί, εκτός από τον Ιησού!

Είναι αλήθεια παιδί μου αγαπημένο, ότι συχνά ο Ιησούς λείπει από τα ράφια των καταστημάτων, όπως και από τις περισσότερες γιορταστικές εκδηλώσεις. Είναι όμως πολύ σημαντικό ο Χριστός αυτά τα Χριστούγεννα να μη λείψει από τη δική σου την καρδιά.

«Αφού λοιπόν γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, στις μέρες του βασιλιά Ηρώδη, κατέφθασαν στα Ιεροσόλυμα σοφοί μάγοι, από την Ανατολή, ρωτώντας: Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων; Γιατί είδαμε το αστέρι Του στην Ανατολή και ήρθαμε για να Τον προσκυνήσουμε» (Ματθαίος 2: 1-2).

Οι σοφοί άνθρωποι, όπως τότε, έτσι και σήμερα, ψάχνουν και βρίσκουν τον Ιησού!

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο