Καβγάδες και καβγάδες

katagmaΌλα άρχισαν από ένα πείσμα. Ο Θωμάς και ο Χάρης χτυπούσαν με γροθιές ο ένας τον άλλον στη μύτη, στο στομάχι και όπου τύχαινε. Αν και πληγωμένοι δεν λέγανε να σταματήσουν.

Ξάφνου άκουσαν κάποιον να φωνάζει. «Ε! Εσείς οι δυο, σταματήστε επιτέλους!»

Έκπληκτα τότε τα δυο αγόρια είδαν το γνωστό σε όλους γέροντα της γειτονιάς. Τον κυρ-Νικόλα, που ήταν ένας καλόκαρδος παλιός καπετάνιος, με κουλό το ένα του χέρι.

Ο κυρ-Νικόλας, χαμογελαστός, τους ένευσε να καθίσουν σε μια αναποδογυρισμένη βάρκα. Τα αγόρια χαλάρωσαν και κάθισαν, βάζοντας τον κυρ-Νικόλα στη μέση.

«Θέλω να ακούσετε προσεχτικά αυτά που θα σας πω», είπε με την τραχιά φωνή του, καθώς κοίταζε μια τον ένα και μια τον άλλον κατάματα. Τότε ο Θωμάς και ο Χάρης έδειξαν ενδιαφέρον και τραβήχτηκαν πιο κοντά του. Ο κυρ-Νικόλας άρχισε:

«Πριν πολλά χρόνια όταν ή­μουν κι εγώ στη δικιά σας ηλικία καβγάδισα με το μεγαλύτερο αδερφό μου και ιδού τα αποτελέσματα», είπε, κι έδειξε το κουλό του χέρι. Τα δυο αγόρια τον κοίταξαν με συμπάθεια και απορία. Ο κυρ-Νικόλας εξήγησε:

«Τον καιρό εκείνο, εμείς τα αγόρια συνηθίζαμε να παίζουμε με τα σιδερένια στεφάνια των βαρελιών. Κάναμε συρμάτινους ή ξύλινους μοχλούς, που στην άκρη τους είχαν κάτι σαν άγκιστρο και μ’ αυτό σπρώχναμε και τσουλάγαμε το στεφάνι».

«Ωραία ιδέα», είπαν τα αγόρια ταυτόχρονα.

Ο κυρ-Νικόλας συνέχισε: «Μια μέρα, λοιπόν, ο μεγαλύτερος αδελφός μου έπαιζε με το στεφάνι του και εγώ του το ζήτησα να παίξω. Αυτός όμως μου το αρνήθηκε λέγοντας: “Είσαι μικρός και δεν ξέρεις να το κουμαντάρεις”. “Δεν είμαι μικρός, κι αν μου το δώσεις θα σου το αποδείξω”, του απάντησα πεισματωμένος. Αυτός όμως επέμεινε να μη μου δίνει το στεφάνι και τότε θυμωμένος του’ δωσα μια δυνατή γροθιά στο στομάχι. Αυτός άφησε το στεφάνι καταγής και μου ανταπέδωσε τη γροθιά. Εγώ όμως, μόλις είδα το στεφάνι καταγής έτρεξα να το αρπάξω. Ο αδερφός τότε μου έδωσε μια γερή σπρωξιά κι έπεσα με δύναμη πάνω στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και χτύπησα στον ώμο.

»Πόνεσα πολύ κι άρχισα να φωνάζω και να κλαίω. Κάποιος περαστικός με σήκωσε στην αγκαλιά του, ενώ ούρλιαζα από τον πόνο. Προσπάθησα να κουνήσω το χέρι μου, αλλά η κίνηση αυτή με έκανε να πονέσω περισσότερο. Ο αδερφός μου φοβήθηκε και προσπάθησε να με παρηγορήσει.

»Στο μεταξύ μαζεύτηκαν κι άλλοι πολλοί για να βοηθήσουν. Ένας απ’ αυτούς είδε το χέρι μου και φώναξε: «Αυτό είναι σπασμένο. Τρέξτε το παιδί αμέσως στο νοσοκομείο». Ο γιατρός εκεί ξέσχισε το πουκάμισό μου, με εξέτασε καλά και μ’ έστειλε για ακτίνες. Έτσι διαγνώστηκε ότι έπαθα εξάρθρωση του ώμου και πολλαπλά κατάγματα. Αφού ο γιατρός τακτοποίησε το τραύμα μου, μου βάλανε γύψο. Αργότερα χρειάστηκε να κάνω κι άλλες δυο διορθωτικές εγχειρήσεις. Από τότε όμως το ένα χέρι μου έμεινε κοντύτερο από το άλλο», κατέληξε ο κυρ-Νικόλας.

«Για αυτό σου έμεινε η αναπηρία», είπε ο Θωμάς στενοχωρημένος.

«Γι’ αυτό μπήκα ανάμεσά σας και σας χώρισα», απάντησε ο κυρ-Νικόλας. Όταν βλέπω παιδιά να καβγαδίζουν, φοβάμαι πολύ μην πάθουν κάποιο κακό. Δεν αξίζει παιδιά μου να μαλώνετε μεταξύ σας, γιατί ο καυγάς ποτέ δεν βγαίνει σε καλό. Ακούστε κι εμένα που έπαθα ζημιά».

Παιδιά μου, τα αποτελέσματα του καυγά είναι πάντοτε καταστρεπτικά. Καλύτερα είναι να υποχωρείς, γιατί η πραγματική νίκη είναι να γίνεις τελικά φίλος με τον άλλον, που δεν συμφωνείς μαζί του.

Ο σοφός Παροιμιαστής μας συμβουλεύει: «Όταν αρχίζεις μια φιλονικία είναι σαν να σπάζεις ένα φράγμα και τότε χυμάνε τα ορμητικά νερά. Γι’ αυτό, προτού ανάψει ο καυγάς, παραιτήσου».

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Η παγίδα της κολακίας

alepouΣ’ ένα χαμηλό σπιτάκι, στην άκρη του χωριού, ζούσε ένας χωρικός. Δεν είχε γυναίκα και παιδιά και γι’ αυτό κρατούσε ένα σκύλο κι έναν πετεινό για συντροφιά. Ο σκύλος και ο πετεινός έγιναν πιστοί φίλοι και φρόντιζε ο ένας να βοηθάει και για να υπερασπίζεται τον άλλο.

Όταν ο αφέντης τους δούλευε στα χωράφια, ο σκύλος τού πήγαινε το ζεστό φαγητό του και όση ώρα έλειπε ο σκύλος, ο πετεινός πρόσεχε το σπίτι. Κάποιο μεσημέρι όμως, καθώς ο σκύλος πήγαινε το φαγητό στον αφέντη του, μια αλεπού τον είδε από μακριά και είπε μέσα της:

– Να η ευκαιρία! Τώρα ο πετεινός είναι μόνος του στο σπίτι. Θα μπορέσω εύκολα να τον ξεγελάσω και να τον φάω.

Με τη σκέψη αυτή έτρεξε γρήγορα στο χωριό, πριν προλάβει να επιστρέψει ο σκύλος. Μπήκε στην αυλή αθόρυβα και στάθηκε κάτω από το παράθυρο, πολύ κοντά στο τοίχο κι άρχισε να τραγουδάει:

– Σαν εσένα δεν είν΄ άλλος πετεινός τόσο μεγάλος. Έπρεπε όλα τα πουλιά να σε κάνουν βασιλιά. Φρόντισε γι΄ αυτό νωρίς την κορόνα να φορείς.

Η φωνή της αλεπούς αντήχησε βαθιά μέσα στο σπίτι. Ο πετεινός άκουσε το τραγούδι και κολακεύτηκε πολύ από τα λόγια του.

Ποιος είναι αυτός που με θαυμάζει τόσο και ήρθε να μου κάνει καντάδες; Είπε ο πετεινός και φούσκωσε την πουπουλένια φορεσιά του. Άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε να δει αυτόν που τον θαύμαζε και ήρθε να του το πει τραγουδώντας. Όπως ο πετεινός τέντωσε το λαιμό του κι έβγαλε το κεφάλι του έξω για να δει, η αλεπού τον άρπαξε στη στιγμή κι άρχισε να τρέχει προς τη φωλιά της. Ο πετεινός κατάλαβε ότι γρήγορα πλησίαζε το τέλος του.

– Αν μπορούσα να ειδοποιήσω το σύντροφό μου, το σκύλο, ότι κινδυνεύει η ζωή μου, είμαι σίγουρος πως θα ερχόταν να με γλιτώσει. Πρέπει να βρω τρόπο να του στείλω μήνυμα με τη λαλιά μου, στέναζε απελπισμένος. Έσκυψε τότε στο αυτί της αλεπούς και όσο πιο ευγενικά μπορούσε της είπε:

– Το τραγούδι σου μ’ ευχαρίστησε πολύ. Θέλω όμως τώρα κι εγώ να σου τραγουδήσω, αν μ’ αφήσεις για λίγο να σταθώ πάνω σ’ εκείνο το κλαδί!

Η αλεπού δεν πονηρεύτηκε και τον άφησε να πει το δικό του τραγούδι. Ο πετεινός τίναξε τα μουδιασμένα από το σφίξιμο φτερά του και φώναξε με όλη του τη δύναμη: «Κικιρίκου! Κικιρίκου»! πολλές φορές. Η αλεπού συνεπαρμένη από τη μουσική δεν πρόσεξε τα λόγια του τραγουδιού: «Σύντροφε, άκουσέ με! Κινδυνεύω. Γλίτωσέ με!»

Ο σκύλος στο μεταξύ είχε αφήσει το φαγητό κι επέστρεφε στο σπίτι. Μόλις άκουσε την απελπισμένη λαλιά του πετεινού, κατάλαβε ότι βρισκόταν σε κίνδυνο. Σήκωσε το κεφάλι του, τέντωσε τα αφτιά του κι άρχισε να οσμίζεται τον αέρα. Έτσι σύντομα εντόπισε τον τόπο που βρισκόταν ο πετεινός. Άρχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη προς την κατεύθυνση εκείνη και τους πρόλαβε ακριβώς έξω από τη φωλιά της αλεπούς. Με ένα πήδημα άρπαξε την αλεπού από την ουρά. Της έδωσε αρκετές δαγκωματιές κι έτσι ελευθέρωσε το σύντροφό του τον πετεινό.

Μπράβο στον πιστό σκύλο! Όμως ο πετεινός, παιδιά μου, δεν θα έμπλεκε σ’ όλη αυτή την περιπέτεια, που παρά λίγο να του στοιχίσει τη ζωή, αν δεν ξεγελιόταν από τις ύπουλες κολακείες της αλεπούς. Προσοχή λοιπόν στα κολακευτικά λόγια.

Πολύ σοφά μας προειδοποιούν τα λόγια του Θεού: «Ο άνθρωπος που τον άλλον κολακεύει, απλώνει δίχτυ μπρος στα πόδια του» (Παροιμίες 29:5).

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ένα Όνειρο Με Νόημα

PigadiΟ Παύλος ονειρεύτηκε ότι προχωρούσε μόνος με απλωμένα τα χέρια του, ψηλαφίζοντας μέσα στο σκοτάδι. Μάταια προσπαθούσε να διακρίνει το δρόμο ή ν’ ακούσει κάποιον για να τον οδηγήσει στο σωστό μονοπάτι. Ξαφνικά, ένοιωσε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του κι αυτός να βουλιάζει, πέφτοντας προς τα κάτω, ώσπου χτύπησε στον πάτο ενός σκοτεινού πηγαδιού.

Τρομαγμένος κοίταξε ψηλά προς το άνοιγμα του πηγαδιού και είδε ένα φωτεινό αστέρι, που όμως δε μπορούσε να τον βοηθήσει. Όλο το κορμί του πονούσε κι απελπισμένος φώναξε:

- Βοήθεια! Βοήθεια!

Ο αντίλαλος της φωνής του φαινόταν να τον ειρωνεύεται και το αστέρι να χαμογελά μελαγχολικά.

Μετά από λίγο είδε στο άνοιγμα της τρύπας έναν καλοντυμένο κύριο, που τον κοιτούσε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Κουνώντας το χέρι του έλεγε:

- Πώς βρέθηκες μικρέ μου εκεί κάτω, δεν πρόσεξες;

Και πριν προλάβει ο Παύλος να απαντήσει, εκείνος ο κύριος συνέχισε:

- Αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις. Τα σκοτεινά πηγάδια δεν είναι ασφαλής τόπος για τα μικρά παιδιά.

- Κύριε, σας παρακαλώ, βοηθήστε με. Ούτε κι εγώ το κατάλαβα πώς βρέθηκα μέσα σ’ αυτό το πηγάδι. Φοβάμαι και πονάω πολύ. Δεν έσκυψε, όμως, να τον βγάλει από το πηγάδι και απομακρύνθηκε λέγοντας:

- Απρόσεκτο παιδί! Ανόητο παιδί!

Σε λίγο φάνηκε ένας γεροδεμένος άντρας.

- Κύριε! Όποιος κι αν είστε, φαίνεστε δυνατός. Σας παρακαλώ βγάλτε με από δω μέσα, φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη ο Παύλος.

- Αγόρι μου, αυτό που έκανες να μην το ξανακάνεις. Θα σου δώσω τώρα μερικούς κανόνες, που θα σε βοηθήσουν να μην επαναλάβεις το ίδιο σφάλμα, είπε ο ρωμαλέος άνδρας με αυστηρότητα.

Πήρε μολύβι και χαρτί κι άρχισε να γράφει σε χαρτί τους «Κανόνες καλής συμπεριφοράς» και επιδεικτικά φεύγοντας, πέταξε το χαρτί στον Παύλο. Ο Παύλος φωνάξε απελπισμένος:

- Εδώ μέσα που βρίσκομαι, δεν με ωφελούν οι κανόνες σου. Εγώ έχω ανάγκη από κάποιον που θα με βοηθήσει να βγω από το βούρκο.

Ξαφνικά έλαμψε ένα φως και είδε κάποιον να κατεβαίνει και να στέκεται δίπλα του. Τα ρούχα του ήταν ολόλευκα και παρόλο που πατούσε μέσα στο βούρκο, τα πόδια του παρέμειναν καθαρά! Η μορφή του ήταν γλυκιά και το βλέμμα του γαλήνιο!

Ο Παύλος ένοιωσε τα δυνατά του χέρια να τον αγκαλιάζουν, να τον βγάζουν από το βούρκο και να τον ανεβάζουν ψηλά. Αφού βγήκαν στο ξέφωτο, τον έστησε πάνω σ’ ένα βράχο. Ο Παύλος θαμπώθηκε από το φως κι όταν συνήλθε, πρόσεξε ότι το μέτωπο του ξένου ήταν ματωμένο και τα χέρια του τρυπημένα από τα καρφιά. Τότε ο Παύλος τον αναγνώρισε!

Ο Ιησούς! Φώναξε συγκινημένος και Τον προσκύνησε.

Παιδιά μου το όνειρο αυτό έχει κάποιο νόημα. Ο Παύλος δεν πρόσεξε στη ζωή του κι έπεσε μέσα στο βούρκο της αμαρτίας. Όταν κατάλαβε το λάθος του, φώναξε για βοήθεια.

Όπως ο Παύλος έκλαψε για την κατάντια του και φώναξε για βοήθεια, το ίδιο κάνε κι εσύ παιδί μου και ο Ιησούς Χριστός θα σε σώσει. «Γιατί ο Χριστός είναι το τέλος του νόμου, αφού εκπληρώνει το σκοπό του, δίνοντας τη σωτηρία σε όποιον πιστεύει» (Ρωμαίους 10:4).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Αυτιά που ακούν

Aggeloikaiboskoi«Πρέπει να βρούμε κάποιον που θέλει ν’ ακούσει τα καλά νέα», είπαν οι άγγελοι μεταξύ τους, καθώς πετούσαν ανάλαφρα πάνω από τη Βηθλεέμ που κοιμόταν. «Ίσως βρούμε κάποιον στο σπίτι αυτό που έχει αναμμένο φως. Να, βλέπω κάποιον. Ίσως αυτός θέλει να μας ακούσει», ψιθύρισαν μεταξύ τους.

Οι άγγελοι φτερούγισαν γύρω από έναν άνθρωπο, που ήταν σκυφτός πάνω από ένα τραπέζι φορτωμένο με χρήματα. Ήταν ένας τελώνης που αχόρταγα κοιτούσε τα νομίσματα, που είχε εισπράξει τη μέρα εκείνη. Σκεφτόταν να βρει τρόπους να κρατήσει τα περισσότερα χρήματα για τον εαυτό του.

Η φωνή της πλεονεξίας ήταν τόσο δυνατή που σκέπασε τη φωνή των αγγέλων. Ούτε το απαλό φτερούγισμα των αγγέλων άκουσε, ούτε την υμνωδία τους με τα χαρμόσυνα νέα.

«Βλέπω φώτα κι ακούω φωνές μέσα σ’ εκείνο το αρχοντόσπιτο. Ίσως βρούμε κάποιον εκεί, που θα ήταν πρόθυμος ν’ ακούσει τα καλά νέα. Πάμε λοιπόν», είπαν οι άγγελοι.

Τι απογοήτευση όμως! Οι άγγελοι ούτε καν μπόρεσαν να ψάλλουν και να τους φέρουν τα καλά νέα. Στο σπίτι αυτό, όλοι ήταν τόσο απασχολημένοι με το γλέντι, το φαγοπότι και τα δικά τους τα τραγούδια. Δεν είχαν καιρό ν’ ακούσουν τα καλά νέα. Η φωνή της διασκέδασης έπνιξε το χαρμόσυνο μήνυμα των αγγέλων.

«Βλέπω δύο Ρωμαίους στρατιώτες στην πύλη της Βηθλεέμ. Ίσως οι καρδιές τους είναι έτοιμες ν’ ακούσουν τα καλά νέα».

Οι άγγελοι φτερούγισαν πάνω από τους φρουρούς, που φύλαγαν μην τυχόν και γίνουν επεισόδια με τον τόσο κόσμο, που ερχόταν στην Βηθλεέμ για ν’ απογραφεί. Τους είδαν που ειρωνεύονταν και κακομεταχειρίζονταν τους ταξιδιώτες και κατάλαβαν πως, κι αν ακόμα άκουγαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες τα καλά νέα, δεν θα τα πίστευαν.

«Πρέπει να βρούμε κάποιον που θ’ ακούσει τα καλά νέα», είπαν οι άγγελοι και πέταξαν ξανά και ξανά πάνω από τη Βηθλεέμ που κοιμόταν βαθιά, με την ελπίδα μήπως βρουν έστω κι έναν που να ήταν πρόθυμος ν’ ακούσει τα χαρμόσυνα νέα.

«Κοίτα, πέρα μακριά στους λόφους! Βλέπω μερικούς βοσκούς καθισμένους γύρω από τη φωτιά».

Με μια ελπίδα στην καρδιά, πέταξαν και πλησίασαν τους βοσκούς, που φύλαγαν τα πρόβατά τους. Ήταν άνθρωποι απλοί και πιστοί στα καθήκοντά τους. Μιλούσαν με καλοσύνη μεταξύ τους. Έβλεπαν γύρω τους τη δημιουργία του Θεού με ευγνωμοσύνη στην καρδιά τους. Τους άκουσαν να ψάλλουν τα λόγια κάποιας προφητείας.

«Αυτοί οι άνθρωποι είναι έτοιμοι ν’ ακούσουν τα καλά νέα», είπαν χαρούμενοι οι άγγελοι κι ένωσαν τις φωνές με το πλήθος των αγγέλων.

«Μην τρομάζετε! Να! Σας φέρνω χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει με χαρά μεγάλη όλον τον κόσμο. Γιατί σήμερα στην πόλη του Δαβίδ γεννήθηκε για σας Σωτήρας – κι αυτός είναι ο Χριστός, ο Κύριος» (Λουκάς 2:10-11).

Και έτσι οι βοσκοί ήταν οι μόνοι που άκουσαν τα καλά νέα, γιατί οι καρδιές τους ήταν έτοιμες κι εναρμονισμένες με την καρδιά του Θεού.

Άραγε εμείς με ποιους μοιάζουμε; Θέλουμε να ακούσουμε τα καλά νέα του Ευαγγελίου ή είμαστε γεμάτοι με τα δικά μας προβλήματα και με τις δικές μας ασχολίες; Τα παιχνίδια, οι παρέες, η διασκέδαση και τα διαβάσματα ας μην μας πνίγουν. Ας μη μας κάνουν απρόθυμους να ακούσουμε το μοναδικό μήνυμα της χαράς και της ελπίδας, που οι άγγελοι θέλουν να μας μεταφέρουν.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Τα Πατίνια της Βάσως

PATINIAΗ Βάσω είχε ήδη αποφασίσει τι δώρο θα ήθελε για τα γενέθλιά της: Ένα ζευγάρι πατίνια. Όταν το είπε στους γονείς της όμως η μητέρα της την ειδοποίησε: «Στην αρχή θα δυσκολευτείς. Θα πέσεις και θα χτυπήσεις». Η Βάσω όμως επέμενε να θέλει πολύ τα πατίνια. Όλη τη μέρα τα σκεφτόταν και όλη τη νύχτα τα ονειρευόταν.

Επιτέλους, όταν έφτασε η τιμητική της μέρα, οι φίλοι και οι συγγενείς άρχισαν όλοι να έρχονται με τα δώρα τους στα χέρια. Όταν έσβησε τα εννέα κεράκια στην τούρτα, ανυπόμονη άρχισε να ανοίγει τα δώρα.

Το πρώτο που άνοιξε ήταν από τους γονείς της και η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Οι γονείς της δεν την απογοήτεψαν. Μέσα στο κουτί υπήρχαν τα πιο ωραία και φανταχτερά πατίνια και μάλιστα ακριβώς στο νούμερό της!

Την επόμενη μέρα κιόλας, πρωί–πρωί, βιάστηκε να τα φορέσει. Τρομαγμένη όμως διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να κατευθύνει τα πόδια της. Οι ρόδες γλιστρούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις και γρήγορα έπεσε κάτω με δύναμη.

«Αχ! Μαμάαα! Πονάω πολύ», φώναξε. Η μητέρα της όμως ήταν απασχολημένη και δεν την άκουσε.

«Πρέπει να προσπαθήσω πάλι», σκέφτηκε κι έκανε να σηκωθεί. Μόλις όμως πάτησε στο ένα πόδι το άλλο γλίστρησε προς τα πίσω και … μπουμ! η Βάσω έπεσε με τα μούτρα στο πλακόστρωτο. Σιγά-σιγά ξανασηκώθηκε και προσπάθησε, τα πόδια της όμως πήγαιναν πέρα δώθε, ώσπου σωριάστηκε κατά γης.

Η Βάσω απελπίστηκε γιατί πονούσε παντού. Όπως ήταν καθισμένη κατά γης άρχισε να κλαίει και να μονολογεί. «Καλύτερα θα ήταν να ζητούσα μια καινούργια κούκλα, ή ένα καροτσάκι για την αγαπημένη μου κούκλα. Τι τα θέλω αυτά τα παλιοπατίνια;» είπε και τα πέταξε νευριασμένη στο χωλ.

Η μητέρα της, που άκουσε το θόρυβο, τη ρώτησε: «Τι έγινε; Βαρέθηκες κιόλας;»

«Όσο κι αν προσπαθώ δεν τα καταφέρνω», απάντησε με αγανάκτηση η Βάσω. «Πέφτω συνέχεια και πονάω παντού.»

«Μην απογοητεύεσαι τόσο εύκολα. Όλοι στην αρχή στην αρχή δυσκολεύονται. Με λίγη προσπάθεια θα τα καταφέρεις», την ενθάρρυνε η μητέρα.

«Προσπάθησα και απέτυχα. Πονάω! Πονάω! Δεν με καταλαβαίνεις μαμά;»

«Μην κάνεις έτσι. Όλα τα παιδιά πέφτανε στην αρχή, ύστερα όμως τα κατάφεραν. Έλα εγώ θα σε βοηθήσω», είπε η μητέρα και την χάιδεψε τρυφερά.

Η Βάσω σηκώθηκε με ανακούφιση, φόρεσε και πάλι τα πατίνια, κράτησε το χέρι της μαμάς και με τη βοήθειά της, σιγά-σιγά, έμαθε να ισορροπεί και να πέφτει λιγότερες φορές. Η μητέρα της με το χαμόγελό της και τον καλό της λόγο της έδινε κουράγιο.

«Μπορείς! Και βέβαια μπορείς, αρκεί να συνεχίσεις να προσπαθείς. Η ζωή είναι μια διαρκής προσπάθεια. Μόνο αυτός που προσπαθεί και επιμένει, πετυχαίνει στη ζωή», τη συμβούλεψε η μητέρα της.

Η Βάσω κράτησε τη σοφή συμβουλή της μητέρα της και συνέχισε να προσπαθεί, ώσπου ήρθε η ποθητή μέρα που πάτησε με σιγουριά, άπλωσε τα χέρια της και χαμογελαστή ρόλαρε μαζί με όλες τις φίλες της. Η επιμονή και η προσπάθεια έκαναν το όνειρο της Βάσως πραγματικότητα.

Ο απόστολος Παύλος είναι ένα λαμπρό παράδειγμα επιμονής για όλους μας. Η ζωή του ήταν μια διαρκής προσπάθεια, γι’ αυτό μπόρεσε να πει στο τέλος της ζωής του: «Αγωνίστηκα τον ωραίο αγώνα, έτρεξα το δρόμο ως το τέλος, φύλαξα την πίστη. Τώρα πια με περιμένει το στεφάνι της δικαιοσύνης, που μ’ αυτό θα με ανταμείψει ο Κύριος εκείνη τη μέρα, ο δίκαιος κριτής. Κι όχι μόνο εμένα, αλλά κι όλους εκείνους που περιμένουν τον ερχομό του» (Β’ Τιμοθέου 4:7,8).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο