Το Πάθημα της Νυχτερίδας

bat4Ήρθε η Άνοιξη! Η φύση ντύθηκε με τα ωραιότερα χρώματα. Ο κάμπος ζωντάνεψε με τα τιτιβίσματα των πουλιών και τις κραυγές των ζώων. Ήταν ηλιοβασίλεμα, όταν ένα παράξενο πλασματάκι έκανε την εμφάνισή του. Για κατοικία του είχε τη σκοτεινή ρωγμή ενός βράχου. Ήταν τετράποδο και είχε χρώμα και μέγεθος ποντικού. Όμως ποντίκι δεν ήταν. Είχε φτερά και μπορούσε να πετάξει, όμως πουλί δεν ήταν. Στις άκρες των φτερών είχε κάτι σαν γαντζάκια, μ’ αυτά πιάστηκε από ένα κλωνί και κρεμάστηκε ανάποδα. Από τη θέση αυτή παρατηρούσε όλη την κίνηση στον κάμπο.

Μπράβο, καλά το μαντέψατε. Ήταν μια νυχτερίδα. Καθώς, λοιπόν, η νυχτερίδα κουνιόταν πέρα – δώθε, παρατήρησε δυο ξεχωριστές παρατάξεις κάτω στον κάμπο. Δεν ήταν σίγουρη αν οργανώθηκαν έτσι σε δυο ομάδες για να παίξουν κάποιο παιχνίδι, ή μήπως αντιπαρατάχθηκαν για μάχη. Από τη συμπεριφορά τους κατάλαβε ότι μάλλον για μάχη συγκεντρώθηκαν.

Στη μια μεριά μαζεύτηκαν όλων των ειδών τα πτηνά, μικρά και μεγάλα, και σχημάτισαν ένα τάγμα. Φτερούγιζαν και τιτίβιζαν ανήσυχα, έτοιμα να επιτεθούν στην αντίθετη παράταξη. Από την άλλη μεριά του καταπράσινου κάμπου ήταν μαζεμένα όλων των ειδών τα ζώα, μικρά και μεγάλα. Βημάτιζαν ανυπόμονα, έτοιμα να ορμήξουν και να κατασπαράξουν τα πουλιά. Τα πουλιά πρώτα πρόσεξαν τη νυχτερίδα. Την πλησίασαν, της πρότειναν να ενωθεί μαζί τους για να βοηθήσει στη μάχη. Αλλά η νυχτερίδα απέφυγε με τη δικαιολογία:

– Εγώ ξέρετε, ανήκω στο βασίλειο των ζώων και δεν μπορώ να παραταχθώ μαζί σας.

Λίγο αργότερα, καθώς μερικά ζώα πηγαινόφερναν κάτω από το δέντρο, είδαν τη νυχτερίδα και φώναξαν:

– Ε, εσύ κατέβα κάτω και έλα να ενωθείς μαζί μας. Η νυχτερίδα και πάλι δικαιολογήθηκε:

– Εγώ, όπως βλέπετε, έχω φτερά, δεν μπορώ να έρθω μαζί σας.

Τη στιγμή που οι δυο παρατάξεις ήταν έτοιμες να ριχτούν στη μάχη και να αφανίσει η μια την άλλη, μια σοφή κουκουβάγια μπήκε στη μέση και τους συμβούλεψε:

– Ο κάμπος είναι μεγάλος και μας χωράει όλους. Ο πόλεμος δεν φέρνει καλά αποτελέσματα. Ας αφήσουμε τις κακίες και ας ζήσουμε όλοι αγαπημένοι.

Όλοι συμφώνησαν και η κάθε παράταξη αποφάσισε να γιορτάσει τη συνθήκη ειρήνης με γλέντι. Τότε η νυχτερίδα σκέφτηκε πως θα έκανε καλά να ενωθεί με μια από τις παρατάξεις και να πάρει μέρος στη γιορτή. Πρώτα πλησίασε τα πουλιά και ζήτησε να τη δεχτούν στη συντροφιά τους. Αλλά τα πουλιά δεν δέχτηκαν τη νυχτερίδα, που λίγο πριν απέκρουσε την πρότασή τους δηλώνοντας πως αυτή δεν ήταν πουλί. Κατόπιν πλησίασε τα ζώα και ζήτησε να ενωθεί μαζί τους. Τα ζώα μόνο που δεν ξέσκισαν τη νυχτερίδα, που όταν τη χρειάζονταν, αυτή δεν παρατάχθηκε μαζί τους.

Η νυχτερίδα μόνη και περιφρονημένη πέταξε πίσω στη σκοτεινή της κατοικία λέγοντας:

– Τώρα καταλαβαίνω ότι αυτός που δεν ξέρει πού ανήκει, δεν ανήκει πουθενά. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να έχει φίλους.

Παιδί μου, στον κόσμο που ζούμε υπάρχουν μονάχα δυο παρατάξεις ανθρώπων: του Θεού και του διαβόλου. Ο καθένας μας αποφασίζει σε ποια από τις δύο ανήκει. Αν δεν ξέρεις πού ανήκεις, σε ενθαρρύνω με αγάπη να κάνεις τον Ιησού Χριστό αρχηγό της ζωής σου και με θάρρος να Τον ομολογείς. Στο τέλος μονάχα αυτοί που ανήκουν στον Χριστό θριαμβεύουν μαζί Του. Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε τα λόγια του Θεού: «Διαλέξτε ποιον θέλετε να λατρεύετε» (Ιησούς του Ναυή 24:15 και Α΄ Βασιλέων 18:21).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Η Βελανιδιά και τα Καλάμια

BELANIDIAΣτις όχθες ενός ποταμού καμάρωνε πανύψηλη μια βελανιδιά. Μια χειμωνιάτικη μέρα, ξέσπασε τρομερή καταιγίδα και ο δυνατός αέρας που φυσούσε ξερίζωνε τα πάντα.

Η βελανιδιά όμως προσπαθούσε να αντισταθεί στον άνεμο, νομίζοντας ότι θα μπορούσε να κρατηθεί όρθια. Κάποια στιγμή, φύσηξε τόσο δυνατά, που η βελανιδιά σείστηκε ολόκληρη. Οι ρίζες της δεν την κράτησαν και τελικά, μη μπορώντας να μείνει όρθια, σωριάστηκε στο ποτάμι. Μάταια προσπαθούσε να αντισταθεί στην ορμή του ποταμιού κι έτσι άρχισε να παρασύρεται από τα ορμητικά νερά.

Μετά από λίγο συνάντησε στην άκρη του ποταμιού μερικές καλαμιές που στέκονταν αγέρωχες. Παράξενο! είπε μέσα της. Εγώ που ήμουν τόσο δυνατή, σωριάστηκα κάτω, ενώ αυτά τα καλάμια μπόρεσαν να μείνουν όρθια. Όταν η βελανιδιά, ακολουθώντας το ρεύμα του ποταμιού, πλησίασε τις καλαμιές, τις ρώτησε:

- Πώς μπορέσατε εσείς τα αδύνατα καλάμια να μείνετε όρθια μέσα σε αυτή την τρομερή καταιγίδα, ενώ εγώ η δυνατή βελανιδιά ξεριζώθηκα από τον άνεμο;

Τα καλάμια τότε απάντησαν:

– Κάθε φορά που σε έδερνε ο δυνατός άνεμος, εσύ πεισματικά σήκωνες το ανάστημά σου και πάλευες μαζί του, ενώ εμείς δεν του αντιστεκόμασταν. Όταν φυσάει δυνατά λυγίζουμε, σκύβουμε ελαφρά και τον αφήνουμε να περάσει πάνω από τα κεφάλια μας, χωρίς να τραντάξει τις ρίζες μας. Ξέρουμε ότι ο άνεμος είναι πολύ πιο δυνατός από εμάς και θα ήταν μεγάλη ανοησία αν προσπαθούσαμε να παλέψουμε μαζί του.

Παιδιά μου! Μέσα σε αυτή την ιστορία υπάρχει μια αλήθεια που θα πρέπει πάντοτε να την έχετε στο νου σας, ιδιαίτερα στα καβγαδάκια σας με τα άλλα παιδιά. Μη νομίζετε ότι εσείς έχετε μεγάλες δυνάμεις και μην υποτιμάτε τα άλλα παιδιά. «Όσο εξαρτάται από εσάς να ζείτε ειρηνικά με όλους» (Ρωμαίους 12:18). Επίσης, να είστε σίγουροι ότι εσείς που υποχωρείτε, στο τέλος θα βγείτε οι κερδισμένοι και όχι οι πληγωμένοι. Ένα ποιηματάκι λέει:

Αν αντίσταση να φέρεις

κάποτε δεν μπορείς,

προτιμότερο να ξέρεις

είναι να υποχωρείς.

Kalamies

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ο Θεός Έγινε Άνθρωπος

xristosΌταν ο πατέρας τακτοποίησε τα ξύλα στο τζάκι, κάθισε στην πολυθρόνα του και είπε στη γυναίκα του:

– Που πήγαν τα παιδιά με τέτοιο κρύο; Ο δάσκαλος στο Κατηχητικό θέλει να δώσει στα παιδιά τους ρόλους τους για το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα. Δεν μας αφήνει ήσυχους; Εμείς εδώ στο χωριό έχουμε αρκετή δουλειά και χρειάζομαι τη βοήθειά τους, είπε ο πατέρας άκεφος.

– Δεν χαίρεσαι που τα παιδιά με το δικό τους τον τρόπο θα παρουσιάσουν την αγάπη του Θεού και το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων; απάντησε η μητέρα.

– Σταμάτα τα κηρύγματά σου. Τα Χριστούγεννα είναι απλά μια ακόμη επινόηση των εμπόρων, που προσπαθούν να πουλήσουν πράγματα που δεν χρειάζονται.

– Ηρέμησε. Να, τους ακούω κι έρχονται. Προσπάθησε, σε παρακαλώ να είσαι πιο ευχάριστος, τον διέκοψε η γυναίκα του.

– Μαντέψτε τους ρόλους μας! είπαν ο Κώστας και η Κατερίνα με ενθουσιασμό.

– Δεν μπορούμε. Πείτε τους να τελειώνουμε, είπε ο πατέρας απότομα.

– Εγώ θα είμαι ο Ιωσήφ, είπε ο Κώστας. Εγώ θα είμαι ο άγγελος, είπε η Κατερίνα.

– Θα βάλετε όλη σας την τέχνη και πιστεύω ότι η παρουσίαση της ιστορίας των Χριστουγέννων θα γίνει ευλογία σε πολλούς, τους ενθάρρυνε η μητέρα.

– Μπαμπά, να έρθεις και συ για να παρακολουθήσεις το πρόγραμμα, είπε ο Κώστας ικετευτικά.

– Η Εκκλησία δεν είναι τόπος για μένα. Αφήστε με ήσυχο, απάντησε ο πατέρας.

– Μάλιστα μπαμπά, είπαν τα παιδιά και καθώς πήγαιναν στο δωμάτιό τους η Κατερίνα άρχισε να κλαίει.

Η μέρα για την παρουσίαση του προγράμματος έφτασε. Λίγο πριν φύγουν τα παιδιά, παρακάλεσαν την μητέρα τους να ακούσει για τελευταία φορά τους ρόλους τους.

Πρώτη άρχισε η Κατερίνα:

«Μην τρομάζετε! Να, σας φέρνω χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει με χαρά όλο τον κόσμο. Γιατί σήμερα στην πόλη του Δαυίδ γεννήθηκε για χάρη σας Σωτήρας κι αυτός είναι ο Χριστός, ο Κύριος» (Λουκάς 2: 10-11).

Διαβάστε Περισσότερα

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Απίστευτο κι όμως Αληθινό

giagiaΤη φορά αυτή η ιστορία μας είναι αληθινή, γιατί την έζησε ένας ιεραπόστολος στην Ρωσία, στη δεκαετία του 1930.

Τον καιρό εκείνο, στην πρώην Σοβιετική Ένωση επικρατούσε το αθεϊστικό καθεστώς. Αρχηγός ήταν ο Στάλιν, ο οποίος κατηγορούσε τους Χριστιανούς ως εχθρούς του κομμουνισμού. Πολλούς από αυτούς τους συνέλαβαν και τους εξόρισαν στη Σιβηρία. Έκλεισαν τις εκκλησίες και κατάσχεσαν τις Άγιες Γραφές τους και τα Ιερά Ευαγγέλια. Πολλοί μαρτύρησαν με θάνατο για την πίστη τους. Ανάμεσά τους όμως ήταν και μια γιαγιά που κάθε μέρα προσευχόταν θερμά για την οικογένειά της, για τον εγγονό της και για τη χώρα της.

Τα χρόνια πέρασαν και το αθεϊστικό καθεστώς έπεσε. Τα σύνορα άνοιξαν και πολλοί ιεραπόστολοι έτρεξαν για να ξαναφέρουν το Χριστιανισμό. Με τη βοήθεια του Θεού και με τη δύναμή Του, παραμέρισαν τις στάχτες της αθεΐας και ξανάφεραν τις φλόγες της πίστης στις καρδιές αυτών που δέχτηκαν το Λόγο Του.

Οι ιεραπόστολοι όμως πληροφορήθηκαν ότι πολλές Άγιες Γραφές, που είχαν κατασχεθεί παλαιότερα, βρίσκονταν ακόμα κρυμμένες σε κάποια αποθήκη.

Ύστερα από πολλή προσευχή, οι ιεραπόστολοι τόλμησαν να πάνε στους υπεύθυνους για να τις ζητήσουν και για να τις διανείμουν στο λαό. Αφού πήραν την άδεια, μίσθωσαν κάποιους εργάτες και πήγαν για να τις παραλάβουν. Ανάμεσα στους Ρώσους εργάτες ήταν και ένας φτωχός νέος που η ψυχή του είχε δηλητηριαστεί με τις αθεϊστικές διδασκαλίες. Βρισκόταν εκεί για να βγάλει ένα μεροκάματο. Κάποια στιγμή, οι ιεραπόστολοι πρόσεξαν ότι ο νέος εκείνος έλειπε. Ύστερα από ώρα τον βρήκαν πίσω από την αποθήκη να κλαίει. Τον πλησίασαν και ανακάλυψαν ότι είχε πάρει κρυφά μια Αγία Γραφή και απομακρύνθηκε αθόρυβα για να την περιεργαστεί. Αυτό όμως που ανακάλυψε τον συγκλόνισε!

Στο εσωτερικό του εξωφύλλου ήταν το όνομα της γιαγιάς του, γραμμένο με τα ίδια της χέρια! Αυτή ήταν η προσωπική της Αγία Γραφή, την οποία είχαν κατάσχει, όταν την ίδια την είχαν εξορίσει. Τώρα ο νέος εκείνος έκλαιγε συντετριμμένος, γιατί εκείνη η Αγία Γραφή της γιαγιάς του, του έφερε στο νου όλες εκείνες τις αναμνήσεις που είχε από τα παιδικά του χρόνια. Θυμήθηκε όλα τα λόγια που είχε ακούσει, αλλά και όλη την άγια ζωή εκείνης της γυναίκας, που ήταν και η γιαγιά του.

Ο Θεός, παιδιά μου, εργάζεται με θαυμαστούς τρόπους και απαντάει στις προσευχές. Ανάμεσα στις χιλιάδες Γραφές που ήταν φυλαγμένες για τόσα πολλά χρόνια σ’ εκείνη την αποθήκη, ο Θεός οδήγησε εκείνο το νέο να πάρει στα χέρια του εκείνη τη συγκεκριμένη Αγία Γραφή, που είχε γραμμένο το όνομα της γιαγιάς του. Ο Θεός είναι αληθινός και ύστερα από τόσα χρόνια απάντησε στις προσευχές της γιαγιάς για τον εγγονό της.

Ο Χριστός μάς βεβαιώνει με τα δικά Του λόγια: «Σας λέω λοιπόν, ζητάτε και θα σας δοθεί, ψάχνετε και θα βρείτε, χτυπάτε την πόρτα και θα σας ανοιχτεί. Όποιος ζητάει παίρνει, όποιος ψάχνει βρίσκει κι όποιος χτυπάει του ανοίγεται» (Λουκάς 11:9-10). «Ο Λόγος του Θεού είναι ζωντανός και δραστικός, πιο κοφτερός από κάθε δίκοπο σπαθί. Εισχωρεί βαθιά……» (Εβραίους 4:12).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ο Βάτραχος Που Θέλησε Να Γίνει Σαν Το Βόδι

batraxakiaΤέσσερα βατραχάκια παίζανε γύρω από τη λίμνη. Σε λίγο ήρθε ένα βόδι να πιεί νερό. Το βόδι δίχως να το θέλει, πάτησε ένα από τα βατραχάκια και όπως ήταν βαρύ και μεγάλο το σκότωσε αμέσως. Τ’ άλλα τρία έφυγαν φοβισμένα και είπαν στον πατέρα τους:

– Την ώρα που παίζαμε, μπαμπά, ήρθε ένα μεγάλο ζώο και σκότωσε το αδελφάκι μας.

– Μεγάλο είπατε; Ήταν τόσο μεγάλο όσο είμαι εγώ; είπε ο γέρο-βάτραχος. Πήδηξε πάνω σε μια πέτρα και άρχισε να τεντώνεται και να φουσκώνει.

– Ω μπαμπά! Ήταν πολύ πιο μεγάλο από σένα, είπαν τα βατραχάκια με μια φωνή.

Όμως ο γέρο-βάτραχος ήθελε να δείξει στα μικρά του ότι κι αυτός μπορεί να γίνει μεγάλος. Άρχισε να γεμίζει το στήθος του με αέρα και να φουσκώνει ολοένα και πιο πολύ.

– Εγώ μπορώ να μεγαλώσω όσο θέλω. Κοιτάξτε με! Ήταν το ζώο που είδατε τόσο μεγάλο όσο είμαι εγώ τώρα; είπε επιδεικτικά γέρο-βάτραχος.

– Όχι μπαμπά. Το ζώο που σκότωσε το αδελφάκι μας ήταν πολύ πιο μεγάλο απ’ όσο φαίνεσαι εσύ τώρα. Ήταν ένα τόσο μεγάλο θηρίο, είπαν τα βατραχάκια και τέντωσαν τα χεράκια τους όσο πιο πολύ μπορούσαν.

Ο γέρο-βάτραχος τότε έβαλε όλη του τη δύναμη κι άρχισε να φουσκώνει και να φουσκώνει, ώσπου έσκασε σαν μπαλόνι!

Ένα ποιηματάκι λέει:

Ο καθένας που θελήσει –έτσι για να καυχηθεί- να τα βάλει με τη φύση, πάντοτε θα νικηθεί.

Παιδιά μου να θυμάστε ότι ο καθένας έχει τις δικές του ξεχωριστές ικανότητες. Αυτές που εσύ έχεις, προσπάθησε να τις ανακαλύψεις στη ζωή σου. Να είσαι ο εαυτός σου, για να μη γελοιοποιηθείς στην προσπάθειά σου να μιμηθείς κάποιον άλλο.

Ο απόστολος Παύλος μάς λέει: «Μη φρονείτε για τον εαυτό σας παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει να φρονείτε, αλλά να σας διακρίνει η μετριοφροσύνη και η σύνεση» (Ρωμαίους 12,3).

«Μην κάνετε τίποτα από ανταγωνισμό ή από ματαιοδοξία, αλλά με ταπεινοφροσύνη ας θεωρεί ο καθένας ανώτερό του τον άλλο» (Φιλιππησίους 2,3).

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο