Τα Χριστούγεννα του Τσαγκάρη

tsagkarhs

Παραμονή Χριστουγέννων! Έξω έκανε κρύο. Στην πόλη ζούσε ένας τσαγκάρης που από χρόνια φύλαγε ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια, που τα είχε φτιάξει και τα καμάρωνε για την τέχνη του.

Μόλις τελείωσε τις τελευταίες παραγγελίες, κάθισε να διαβάσει την Αγία Γραφή. Τα μάτια του σταμάτησαν στα λόγια: «…Η Μαριάμ γέννησε τον πρωτότοκο γιο της. Τον σπαργάνωσε και τον ξάπλωσε σ’ ένα παχνί, γιατί δε βρήκαν μέρος στο πανδοχείο». Έβγαλε τα γυαλιά του, κοίταξε γύρω στο φτωχικό του και επανέλαβε:

- Δεν βρήκαν μέρος στο πανδοχείο! Αν ζούσα τότε που γεννήθηκε ο Ιησούς, εγώ θα τους παραχωρούσα το δικό μου δωμάτιο και το δικό μου κρεβάτι. Μακάρι να ερχόταν απόψε!

Πήρε τα παπουτσάκια στο χέρι του και ψιθύρισε:

- Οι Μάγοι Του πρόσφεραν χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εγώ δεν είμαι πλούσιος, αλλά έχω αυτά τα παπουτσάκια. Αυτά θα Του δώσω. Κι έτσι όπως σκεφτόταν, αποκοιμήθηκε. Τότε άκουσε κάποιον να του λέει:

- Είπες ότι θέλεις να με φιλοξενήσεις! Να με περιμένεις αύριο.

Πριν ακόμη χαράξει, σηκώθηκε γρήγορα και έτρεξε στην Εκκλησία. Τι υπέροχοι ύμνοι ήταν αυτοί.

Στο γυρισμό προς το σπίτι είχε συνεχώς στο μυαλό του την σκέψη ότι σήμερα θα τον επισκεφθεί ο Χριστός.

Φθάνοντας στο σπίτι, άρχισε γρήγορα να συγυρίζει το δωμάτιο, έριξε μπόλικα ξύλα στη φωτιά και ετοίμασε το πρωινό του.

- Χριστούγεννα! Σήμερα θα μ’ επισκεφτεί ο Ιησούς, είπε και χαμογέλασε χαρούμενος. Πήρε τη θέση του στο παράθυρο και περίμενε.

Σε λίγο είδε τον οδοκαθαριστή. Ο καημένος, σήμερα είναι αναγκασμένος να δουλεύει έξω στο κρύο.

- Έλα, κάτσε δίπλα στη σόμπα να ζεσταθείς, του είπε. Βιάστηκε να του προσφέρει ένα τσάι και ξαναπήρε τη θέση του στο παράθυρο.

- Ποιον περιμένεις; τον ρώτησε ο οδοκαθαριστής.

- Περιμένω τον Αφέντη μου, τον Ιησού Χριστό. Μου υποσχέθηκε πως σήμερα θα μ’ επισκεφτεί.

Ο οδοκαθαριστής τον ευχαρίστησε για όλα και φεύγοντας του είπε:

- Ίσως να μην τον δεις, όπως ακριβώς τον περιμένεις.

Ο τσαγκάρης επέστρεψε στο παράθυρο και συνέχισε να ψάχνει το Χριστό ανάμεσα στους περαστικούς. Σε λίγο πρόσεξε ένα κοριτσάκι που έκλαιγε. Έτρεξε, άνοιξε την πόρτα και το φώναξε μέσα.

- Έχασα τη μαμά μου, του λέει.

- Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω να πας σπίτι σου, έλα πρώτα να ζεσταθείς.

Πέρασαν αρκετές ώρες και ο τσαγκάρης, καθισμένος στο παράθυρο, συνέχισε να περιμένει το Χριστό. Ξαφνικά στην άκρη του δρόμου διέκρινε μια αδύνατη και χλωμή γυναίκα. Δεν φορούσε ζεστά ρούχα και στην αγκαλιά της κρατούσε ένα μωρό.

- Που πηγαίνεις μ’ αυτό το κρύο, καλή μου κυρία. Έλα μέσα.

- Πηγαίνω στο Νοσοκομείο. Είμαι πολύ άρρωστη και δεν έχω κανένα να μας φροντίσει.

- Δώσε μου το παιδί και κάτσε δίπλα στη φωτιά για να ζεσταθείς. Έχω έτοιμο γάλα και για τους δυο σας. Μα το παιδί το έχεις ξυπόλητο μ’ αυτό το κρύο. Τότε θυμήθηκε τα παπούτσια που είχε τάξει να δώσει στον Ιησού. Πήρε τα παπουτσάκια και τα ’βαλε στα πόδια του μωρού. Του ταίριαζαν τέλεια. Η γυναίκα τον ευχαρίστησε και έφυγε.

Πλέον νύχτωσε και ο τσαγκάρης είπε λυπημένος:

- Τελικά ο Αφέντης μου δεν ήρθε να με επισκεφθεί!

Ξαφνικά όμως το δωμάτιό του φωτίστηκε μ’ ένα υπερκόσμιο φως και γέμισε με ανθρώπους. Ανάμεσά τους διέκρινε τον οδοκαθαριστή, το κοριτσάκι που χάθηκε, τη γυναίκα με το μωρό στην αγκαλιά της και πολλούς άλλους που είχε βοηθήσει. Ο καθένας τους τον πλησίαζε και του έλεγε:

- Δεν με είδες σήμερα;

Ο τσαγκάρης ξαφνιάστηκε.

- Μα ποιοι είστε όλοι εσείς, που ήρθατε να μ’ επισκεφτείτε; τους ρώτησε.

Τότε το κοριτσάκι προχώρησε προς το τραπέζι και του έδειξε με το δάχτυλό του την ανοιχτή Αγία Γραφή. Ο τσαγκάρης διάβασε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιώ, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και με επισκεφτήκατε… Σας διαβεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από πιο άσημους αδελφούς μου, τα κάνατε για μένα» (Ματθαίος 25:35-40).

Τότε κατάλαβε πως υπηρετώντας τους άλλους, υπηρετούσε τον Ίδιο τον Ιησού Χριστό.

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο