Η άλωση της Πόλης

alwsh«Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, θλίψη απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις. Εχάσασιν το σπίτι τους, την Πόλιν την αγία, το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχή τους.»

Έτσι θρήνησαν οι Έλληνες για την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς το 1453.

Η άλωση της Βασιλεύουσας δεν έγινε έτσι απροσδόκητα το Μάιο του 1453. Υπήρξε μία σειρά σοβαρών αιτιών που οδήγησαν στο θλιβερό αυτό αποτέλεσμα. Μετά την άλωση της Κων/πολης από τους Φράγκους σταυροφόρους (1204), η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν επανήλθε στην αρχική της δόξα και με δυσκολία κατόρθωσε να ανασυνταχθεί.

Σταδιακά την αποδυνάμωναν οι εμφύλιες διαμάχες, οι κοινωνικές αντιθέσεις, η οικονομική κρίση, η μείωση της στρατιωτικής και ναυτικής δύναμης. Οι επιδρομές των Βουλγάρων, Σέρβων, Τούρκων είχαν περιορίσει σημαντικά την έκταση του Βυζαντίου. Η Δ’ Σταυροφορία αντί να απομακρύνει τους Μουσουλμάνους από τους Αγίους Τόπους, κατέληξε στην Κων/πολη, την οποία και κατέλαβαν οι όχλοι των τότε δυτικοευρωπαίων ηγεμόνων. Τα σχέδια του Πάπα και του Δόγη της Βενετίας πέτυχαν, γιατί βοηθήθηκαν από τις εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών. Οι δήθεν Χριστιανοί έδειξαν τις πραγματικές διαθέσεις τους έναντι του κράτους, του λαού και του πολιτισμού και κυρίως έναντι της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας.

Όταν ανέβηκε στο θρόνο της Κων/πολης ο Κων/νος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος, βρέθηκε σε δεινή κατάσταση. Η Δύση από τη μία μεριά κατείχε πολλές επαρχίες του Βυζαντινού Κράτους με συμφωνία προηγουμένων αυτοκρατόρων, κάτι σαν το σημερινό «Μνημόνιο», που το αδυνάτιζε οικονομικά οδηγώντας το σε αδιέξοδο.

Οι Τούρκοι πάλι επεκτείνονταν συνεχώς δυτικά, κατέχοντας όλες σχεδόν τις επαρχίες της Ανατολής, με στόχο την κατάληψη της Κων/πολης.

Ο χειμώνας του 1453 υπήρξε δύσκολος και αγωνιώδης.

Η άνοιξη ακόμη χειρότερη, καθώς ο Μωάμεθ ετοίμαζε το τελειωτικό χτύπημα για την Άλωση της Πόλης. Έχτισε ένα πελώριο φρούριο στην ευρωπαϊκή ακτή και σταμάτησε τον επισιτισμό της Κων/πολης από τον Εύξεινο Πόντο.

Η Δύση αδιαφόρησε στις επικλήσεις για βοήθεια. Τα φρούρια που είχαν απομείνει όρθια πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Έτσι, στις 6 Απριλίου 1453, οι πολιορκητές, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο αλαλαγμών, φτάνουν μπροστά στα χερσαία τείχη. Οι ιστορικοί τους υπολογίζουν σε 250.000 πεζούς και καβαλάρηδες. Διέθεταν πολιορκητικές μηχανές, πυροβολικό και άλλα πολεμικά μέσα της εποχής.

Ο πληθυσμός της Πόλης υπολογίζεται σε 80.000, οι μαχητές όμως μόλις γύρω στις 5.000, συν 4.000 ξένοι ναύτες και πληρώματα.

Ο Κων/νος Παλαιολόγος με ψυχραιμία και άκαμπτο φρόνημα απορρίπτει τα αλλεπάλληλα μηνύματα των Τούρκων για παράδοση της Πόλης.

Η απάντηση του αυτοκράτορα θυμίζει το πολυθρύλητο «Μολών λαβέ» του Λεωνίδα. Τονίζει ότι όλοι με τη θέλησή τους έχουν αποφασίσει να πεθάνουν για την πατρίδα τους και δεν θα λυπηθούν τη ζωή τους. Σε πολεμικό συμβούλιο ο Κων/νος Παλαιολόγος τονίζει, ανάμεσα σε άλλα, τα ιδανικά για τα οποία κανείς ταιριάζει να μάχεται και να πεθαίνει. Τους μιλά για τιμή, φιλοπατρία, ελευθερία και πρώτα- πρώτα για την πίστη τους.

Η αναμέτρηση δεν άργησε να αρχίσει. Η πόλη περιζώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη με φωνές και αλαλαγμούς! Ο Κων/νος πολεμάει σαν απλός στρατιώτης, εκεί στην πύλη του Ρωμανού, που η πίεση ήταν ισχυρότερη. Το τέλος το έδωσε μία μικρή πύλη υπόγεια, που ήταν ξεχασμένη μισάνοιχτη. Η κερκόπορτα, όπως λεγόταν. Ακολουθεί σύγχυση, πανικός στις τάξεις των αμυνομένων, καθώς τους χτύπησαν από το πίσω μέρος. Μέσα στο αίμα, τη σκόνη βλέπει καθαρά ο Αυτοκράτορας ότι δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας.

«Δεν βρίσκεται κάποιος Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;» φωνάζει απεγνωσμένα ο Κων/νος Παλαιολόγος. Την ίδια ώρα τον χτυπάει πισώπλατα κάποιος Τούρκος. Πέφτει στη γη ανάμεσα σε πτώματα εχθρών και φίλων. Επί τρεις ημέρες εξακολούθησαν οι φρικιαστικές σκηνές της λεηλασίας και της αιματοχυσίας. Στην ίδια την Αγία Σοφία έβλεπε κανείς μεθυσμένους στρατιώτες να σχίζουν κουρτίνες, να γκρεμίζουν, να κομματιάζουν το μεγάλο ασημένιο εικονοστάσιο, ποδοπατώντας άγιες εικόνες και ιερά βιβλία, γράφει ο Άγγλος Βυζαντινολόγος Σερ Στίβεν Ράνσιμαν.

Η ένδοξη Πόλη, η βασιλίδα των πόλεων, που επί αιώνες στάθηκε προπύργιο του Χριστιανισμού, το πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο του κόσμου, ήταν τώρα νεκρή. Το θλιβερό αυτό γεγονός ποτέ δεν έγινε αποδεκτό από τους Έλληνες, σαν αμετάκλητο γεγονός. Η προσδοκία αυτή φαίνεται μέσα από τα λόγια του λαού μας: «Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις. Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας είναι.»

Η αναπόληση αυτών των γεγονότων μας βοηθάει να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τη μελλοντική μας πορεία, να διδαχθούμε από τις παραλείψεις και τα λάθη μας.

Φωτεινή Ηλιοπούλου, Εκπαιδευτικός

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο