Δεν Έβλαψε Ποτέ Κανέναν

Ένας άρρωστος, ετοιμοθάνατος, είχε καλέσει έναν άνθρωπο του Θεού να τον επισκεφτεί στο νοσοκομείο. Τον βρήκε στο κρεβάτι ανασηκωμένο εξαιτίας της δύσπνοιας, με βλέμμα μελαγχολικό. Τον ρώτησε: «Ξέρετε πού πηγαίνετε»; Αμέσως του απάντησε: «Ελπίζω στον ουρανό»! «Αυτή την ελπίδα σας πού την στηρίζετε»; «Ποτέ δεν έβλαψα κανέναν. Πάντα προσπαθούσα να κάνω το καλό και να είμαι δίκαιος. Στη δουλειά μου, υπόδειγμα. Ξένη γυναίκα δεν κοίταξα. Δεν έκλεψα. Δεν είπα ψέματα. Γιατί να μη με δεχτεί ο Θεός»;

Το ύφος του έδειχνε πεποίθηση, με κάποια αναίδεια. Ο πιστός άνθρωπος του Χριστού σηκώθηκε λυπημένος να φύγει. «Δυστυχώς, αγαπητέ μου, η παρηγοριά του Ευαγγελίου και η χαρά της σωτηρίας του Χριστού δεν έχουν καμία αξία για σας». Ο άλλος θύμωσε. «Γιατί; Τι εννοείτε;» «Ο Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο για να σώσει αμαρτωλούς. Εσείς δεν θεωρείτε τον εαυτόν σας αμαρτωλό. Άρα ο Χριστός δεν ήρθε για σας, ή μάλλον εσείς δεν είστε από τους ανθρώπους τους οποίους ήρθε να σώσει. Αν ήσασταν ειλικρινής, θα ομολογούσατε ότι σας ελέγχει η συνείδησή σας και προσπαθείτε να την καταπνίξετε επικαλούμενος τις καλοσύνες σας και το καλό σας όνομα στην κοινωνία. Αυτά όμως είναι άχρηστα για τον Θεό. Αν τα χρησιμοποιείτε ως επιχείρημα για να κερδίσετε τη βασιλεία Του, σας αποκλείουν από το έλεος και τη συγχώρηση του Θεού. Αφού δεν αναγνωρίζετε την αμαρτωλότητά σας, δεν είναι για σας Σωτήρας».

Ο άρρωστος συγκλονίστηκε: «Ο Θεός σάς έστειλε για να μου ανοίξετε τα μάτια». Το άλλο πρωί τον επισκέφτηκε ξανά. «Τώρα ξέρω ότι ο Χριστός πέθανε για μένα, τον αμαρτωλό» είπε. Σε λίγες μέρες έφυγε για τον ουρανό, λυτρωμένος, χαρούμενος.

Διαβάζουμε στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο κεφ. 9 και στίχους 12,13 τα εξής: «Και ο Ιησούς τους είπε: Δεν έχουν ανάγκη από γιατρό αυτοί που υγιαίνουν, αλλά αυτοί που πάσχουν… Επειδή δεν ήρθα για να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια».

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Τη Σταύρωσα και Έγινε Καλά

Μου ήρθε, λέει ο Γέροντας Πορφύριος, μια μοναχούλα και είχε βγάλει εδώ στο χέρι της ένα πράγμα σαν καρύδι.

Όταν μου το έδειξε:

– Έλα να σε πάω επάνω στον καθηγητή, της είπα (ήμουν τότε στην Πολυκλινική).

– Εγώ δεν ήλθα για τον καθηγητή, μου λέει, ήλθα σε σας.

– Τη σταύρωσα στο μέτωπο, της σταύρωσα το χέρι και την έστειλα στο μοναστήρι της. Έγινε καλά.

– Μια άλλη εξομολογούμενη, καθώς εξομολογείτο, διέκρινα με τα μάτια της ψυχής ότι έχει καρκίνο στο στήθος.

– Είσαι καλά; της λέω. Εσύ κάτι έχεις.

– Ναι πάτερ μου, αλλά ντρέπομαι να το ειπώ.

– Πήγαινε τώρα επάνω στον τάδε γιατρό εκ μέρους μου να σε δει. Και μετά έλα να μου πεις εδώ.

– Όταν γύρισε, είχε όντως καρκίνο, την είχαν στείλει για εξετάσεις και σε τρείς μέρες θα έμπαινε στο χειρουργείο.

– Όταν γύρισε λοιπόν, την έβαλα να γονατίσει μαζί μου.

– Λέγε εσύ μέσα σου την ευχή, της λέω. Κι έλεγα κι εγώ μέσα μου προσευχή. Ύστερα την εσταύρωσα και την έστειλα να κάνει ό,τι της είπαν οι γιατροί.

Όταν σε τρείς μέρες ήλθε για το χειρουργείο, ήταν καλά. Δεν υπήρχε ούτε όγκος ούτε τίποτα.

Ο γιατρός κατέβηκε, εκτός εαυτού, στο εκκλησάκι και με βρήκε.

– Ρε παπά, τι της έκανες της γυναίκας και την έκανες καλά; Αν δεν είχα πιάσει τον όγκο με το χέρι μου και δεν το είχα δει με τα μάτια μου πριν τρείς μέρες, δεν θα το πίστευα.

Συνέχισε ο Γέροντας:

– Πολλά πράγματα βλέπουν τα μάτια μου. Πάρα πολλά θαύματα. Η Χάρις του Θεού επενεργεί δια την πίστιν των ανθρώπων.

Να πιστεύεις ότι γίνονται και σήμερα θαύματα. Διότι ο Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας.

«Ανθολόγιον Συμβουλών», Γέρ. Πορφύριος, σελ. 97,98

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Κούρευε Μακρυμάλληδες

paisios1Μια φορά ήρθε ένας νέος με μαλλιά μεγάλα σαν αλογοουρά. Ο Γέροντας Παΐσιος, τον ρώτησε:

– Έ, παλικάρι, τι δουλειά κάνεις;

– Είμαι φοιτητής.

– Έχεις μαθήματα να περάσεις;

– Έχω οκτώ.

– Άμα θέλεις να τα περάσεις, έλα να σε κουρέψω, του είπε χαριτολογώντας.

Μπήκε στο κελί του, έφερε το ψαλίδι και τον κούρεψε. Ο νέος το θεώρησε ευλογία, το είπε και σε άλλους και έρχονταν κι αυτοί να πάρουν παρόμοια ευλογία. «Έχω κάνει πολλές κουρές», έλεγε γελώντας. «Γέροντα, τι τα κάνετε τα μαλλιά τους»; «Τα κρατώ και τα φυτεύω στους φαλακρούς», απαντούσε αστειευόμενος.

Και άλλοτε ανέφερε ταπεινά: «Αν υπάρχει μία περίπτωση να σωθώ, θα είναι από τις ευχές των μανάδων. Ξέρεις πόσα γράμματα παίρνω που συγκινημένες μ’ ευχαριστούν επειδή έπεισα τα παιδιά τους να κόψουν τα μαλλιά και να βγάλουν τα σκουλαρίκια»; Δεν ήθελε οι άνδρες να τρέφουν μακριά κόμη, γιατί το θεωρούσε θηλυπρέπεια και ανέφερε το χωρίο του απ. Παύλου: «Είναι ντροπή για τον άντρα να έχει μακριά μαλλιά» (Α’ Κορ. 11:14).

Όταν έβλεπε νέους με μαλλιά μακριά τους ρωτούσε: «Μαλλιά αφήνουν οι αφιερωμένοι και οι αφηρημένοι. Εσείς τι από τα δύο είστε»;

(Ο Γέροντας Παΐσιος, σελ. 75)

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Είπε ο Γέροντας Πορφύριος

Θα σας πω, παιδιά, μια ιστορία: Ήταν κάποτε μια βοσκοπούλα, που ζούσε στο βουνό και έβοσκε πρόβατα. Όλη την ημέρα κοπίαζε να βοσκήσει καλά τα πρόβατα, να τα ποτίσει, να τα φυλάξει από τ’ αγρίμια και το βράδυ να τα φέρει πίσω στο μαντρί, να τ’ αρμέξει και να τα τακτοποιήσει. Κι όταν προχωρούσε η νύχτα και οι γονείς της κοιμόνταν, αυτή, αν και κατάκοπη, πηδούσε κρυφά το φράχτη του μαντριού κι έτρεχε μέσα στο σκοτάδι, ανάμεσα από βράχια, από αγκάθια κι έφθανε στην αντικρινή ράχη, για να συναντήσει ένα βοσκόπουλο που αγαπούσε. Κι όταν το συναντούσε, ήταν πολύ χαρούμενη, παρά τους κόπους και τις θυσίες της και μάλιστα, επειδή η συνάντηση με τον αγαπητικό της, της κόστιζε κόπους και θυσίες, ήταν πιο χαρούμενη.

Να με συμπαθάτε, που καλόγερος εγώ, σας μιλώ για αγαπητικούς, αλλά το κάνω για να καταλάβετε καλύτερα τι θέλω να πω. Έτσι και η ψυχή πρέπει να έχει τον αγαπητικό της, τον Χριστό, για να είναι ευχαριστημένη, όπως και η βοσκοπούλα που ερωτεύθηκε το βοσκόπουλο. Και τι είναι οι ανθρώπινοι έρωτες μπροστά στο θείο έρωτα; Περαστικοί και απατηλοί, ενώ ο θείος έρωτας είναι αιώνιος και αληθινός. Η ψυχή που είναι ερωτευμένη με τον Χριστό είναι πάντα χαρούμενη και ευτυχισμένη, οτιδήποτε κι αν της συμβεί, όσους κόπους και θυσίες κι αν της κοστίσει ο θείος έρωτάς της. Και μάλιστα, όσο πιο πολύ κοπιάζει και θυσιάζεται χάριν του αγαπημένου της Χριστού, τόσο πιο πολύ ευτυχισμένη αισθάνεται.

Η ψυχή ερωτεύεται τον Χριστό, όταν γνωρίζει και εφαρμόζει τις εντολές Του. Όταν η ψυχή ερωτευθεί τον Χριστό, αγαπά και τους ανθρώπους, δεν μπορεί να τους μισήσει. Στην ψυχή που είναι ερωτευμένη με τον Χριστό δεν μπορεί να μπει ο διάβολος. Όπως τώρα σ’ αυτή την αίθουσα που βρισκόμαστε: Ας πούμε ότι είμαστε όλοι καλοί. Αν, κάποια στιγμή, εμφανισθούν στην πόρτα μερικοί κακοί άνθρωποι και θελήσουν να μπουν μέσα, δεν θα μπορέσουν, γιατί η αίθουσα είναι γεμάτη από μας. Έτσι και στην ψυχή, που όλος ο χώρος της είναι κατειλημμένος από τον Χριστό, δεν μπορεί να μπει και να κατοικήσει ο διάβολος, όσο κι αν προσπαθήσει, διότι δεν χωράει, δεν υπάρχει κενή θέση γι’ αυτόν. Μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε να ζήσουμε την αληθινή χριστιανική ζωή»

(Ανθολόγιο Συμβουλών, Γέροντος Πορφυρίου σελ. 48,49)

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ανυπακοή Σε Βλάσφημο

Διηγήθηκε ο Γέροντας Παϊσιος ένα περιστατικό που συνέβη λίγο καιρό πριν απολυθεί: «Γυρίζαμε από την Φλώρινα, αφού είχε τελειώσει ο πόλεμος. Στον δρόμο της επιστροφής άκουσα τον Λοχαγό να βρίζει τα θεία. Τον πλησίασα και του είπα: «Από αυτή την στιγμή αρνούμαι να εκτελέσω οποιαδήποτε διαταγή σας, διότι βρίζοντας τα θεία προσβάλατε και την πίστη μου και τον όρκο μου (Πατρίδα- Θρησκεία- Οικογένεια). Ακούγοντας αυτά προσβλήθηκε και με απεκάλεσε αυθάδη. Όταν αργότερα μου είπε: «Σε διατάσσω», απάντησα: «Σας το δήλωσα πριν από λίγο ότι στο εξής δεν θα εκτελώ διαταγές σας». Ο Αξιωματικός τότε μου είπε: «Ας θεωρήσουμε το θέμα λήξαν».

» Όταν φθάσαμε στο στρατόπεδο, πήγα χωρίς καθυστέρηση και ανέφερα όσα συνέβησαν στον Διοικητή. Εκείνος μου είπε ότι η άρνηση να εκτελώ διαταγή ανωτέρου συνεπάγεται στρατοδικείο. Ξαναδήλωσα ότι δεν πρόκειται να εκτελέσω διαταγές του Λοχαγού, διότι είναι επίορκος, επειδή βρίζει τον Θεό, στον οποίο και οι δυό ορκιστήκαμε. Και είπα με αγανάκτηση: «Πειθαρχείν δει τω Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξεις 5:29)

Ο Αρσένιος (άγιος Παΐσιος), αφού υπηρέτησε την Πατρίδα, στις 21 Μαρτίου του 1950 πήρε το απολυτήριο του Στρατού από την Μακρακώμη Λαμίας.

Όταν αποχαιρετούσε τον φίλο του τον κ. Παντελή εκείνος τον προσκάλεσε να εγκατασταθούν στην Κέρκυρα μαζί, να φτιάξουν από ένα σπίτι και να κάνουν οικογένεια. Ο Αρσένιος αρνήθηκε λέγοντας ότι θα γίνει καλόγηρος.

Τελείωσε την στρατιωτική του θητεία και τώρα επιθυμούσε μια άλλη στρατεία, την κατάταξή του στο μοναχικό τάγμα, για να υπηρετεί τον επουράνιο Βασιλέα.

(Ο Γέροντας Παϊσιος σελ. 54,55)

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο